«Μικρός στο σχολείο δυσκολευόμουν κάπως, δεν ήμουν ευπροσάρμοστος».

Είναι ακριβώς όπως τον φανταζόμουν: δεν ορίζεται, λίγο άνθρωπος λίγο ξωτικό, συνεσταλμένος και σαν αθόρυβος με μία δύναμη εμφανή από τα πρώτα του λόγια κιόλας. Από τον τρόπο του, τόσο αιθέριο και ευγενικό, διακρίνεις καθαρά τη μορφή που μεταλλάσσεται σε κάθε ρόλο σκηνής. Τα μάτια του, επίσης λαμπερά, σε κοιτούν ασκαρδαμυκτί ενώ αισθάνεσαι ένα μυαλό σε μια παράξενη διαρκή κίνηση – όχι σκέψη – κίνηση! Ο Αρης Σερβετάλης δεν είναι ένας ακόμη μοναδικός άνθρωπος, όπως όλοι είμαστε. Είναι μια μοναδική περίπτωση μίξης ιδιοτήτων με διαφορετικές ποιότητες, όπως συνηθίζεται να λέμε. Ποιότητες ξεχωριστές, δικές του, σερβεταλικές.

– Απ’ όσο σε παρακολουθώ, είσαι ο άνθρωπος που τα κάνει όλα -και παίζεις, και χορεύεις…
Δεν τραγουδάω, όμως. Δηλαδή εγώ τραγουδάω, οι άλλοι δεν θέλουν να μ’ ακούσουν!

– Πες μου λίγο την πορεία σου από μικρός…
Μικρός στο σχολείο δυσκολευόμουν κάπως, δεν ήμουν ευπροσάρμοστος – είχα και μια οριστική αποβολή από το νηπιαγωγείο. Διέκρινες μια αλλοπρόσαλλη επιθετικότητα, που δεν μπορώ να την εξηγήσω, δεν προερχόταν πάντως από το σπίτι μου.

«Τελείωσα το σχολείο και δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα τέτοιες αγωνίες και αναζητήσεις».

– Ήσουν έτσι κατά τη διάρκεια όλης της σχολικής σου ζωής;
Όχι, μετά ηρέμησα και πήγα στο αντίθετο άκρο. Ήμουν ο αόρατος άνθρωπος, δεν είχα καμία κοινωνικότητα, μόνο πλήρη εσωστρέφεια. Από το λύκειο και μετά, μεταπήδησα πάλι στην πλήρη εξωστρέφεια.

– Μου φαίνεσαι πάντως εκλεκτικός άνθρωπος και ίσως λίγο δύσκολος με τους συνεργάτες σου…
Είμαι λίγο απ’ όλα, ανάλογα με την περίσταση. Εξάλλου όλοι οι άνθρωποι κάνουμε τις επιλογές μας καθημερινά. Τώρα όσο για το «δύσκολος», δεν μπορώ να απαντήσω ακριβώς. Ξέρω πάντως ότι έχω μία αίσθηση ευθύνης για τα πράγματα που ορίζεται από το ότι πρέπει κάποιος να παίρνει θέση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στραγγαλίζεται ο αυθορμητισμός και η πηγαία αντίδραση σε ένα άμεσο ερέθισμα.

«Μικρός έβλεπα λίγο κινηματογράφο, αλλά και πάλι συνήθως με έπαιρνε ο ύπνος – δυστυχώς αυτό μου συμβαίνει ακόμα και τώρα».

– Μόλις τελείωσες το σχολείο, σπούδασες αμέσως θέατρο;
Τελείωσα το σχολείο και δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα τέτοιες αγωνίες και αναζητήσεις. Ήθελα απλώς να πάω διακοπές και να αγοράσω ένα μηχανάκι. Δούλεψα λοιπόν για ένα διάστημα σε μια αποθήκη ηλεκτρικών ειδών, πήρα μηχανάκι και πήγα και διακοπές. Αργότερα με παρότρυνε μια φίλη να δώσω εξετάσεις σε μια σχολή θεάτρου, χωρίς εγώ ακόμη να ξέρω τι θέλω να κάνω.

«Είχα πλήρη άγνοια όταν μπήκα στη σχολή, δεν ήξερα ούτε από τέχνη, κουλτούρα, τίποτα».

– Δηλαδή δεν είχες μια κλίση προς το θέατρο;
Όχι, τίποτα ιδιαίτερο, ούτε παραστάσεις έβλεπα. Λίγο κινηματογράφο, αλλά και πάλι συνήθως με έπαιρνε ο ύπνος -δυστυχώς αυτό μου συμβαίνει ακόμα και τώρα. Ήμασταν λοιπόν μια μεγάλη παρέα, που γνωριζόμασταν από το σχολείο, και μια φίλη μού λέει «δεν δίνεις εξετάσεις για θέατρο;» Ωραία λοιπόν, λέω εγώ, «τι χρειάζεται να κάνω; Να διαβάσω δυο-τρία κείμενα και να τα μάθω απέξω». Το έκανα, με πέρασαν και πήγα στη Σχολή Φωτιάδη, ενώ δούλευα παράλληλα και τα ωράριά μου δεν ήταν και πολύ ευέλικτα.

– Βλέποντάς το όλο αυτό τώρα προς τα πίσω, πώς θα το χαρακτήριζες – ταλέντο; χάρισμα; Κάτι που τελικά ήθελες πολύ και δεν το ήξερες;
Δεν ξέρω τι να πω, δεν ήταν κάτι που το επιθυμούσα διακαώς. Τη χρονική στιγμή όμως που συνέβη, επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, ήταν σωτήριο για μένα. Θα μπορούσα, διαφορετικά, να έχω πάρει δρόμους που θα ήταν… μυστήριοι. Έτσι μπήκα σε ένα πλαίσιο, το οποίο ήταν πλαίσιο παιχνιδιού για μένα τη δεδομένη στιγμή και εκεί είδα ότι μπορώ να εγκλιματιστώ. Γενικά όμως τότε είχα πλήρη άγνοια, δεν ήξερα ούτε από τέχνη, κουλτούρα, τίποτα.

«Ο άνθρωπος κατασκευάζει κάποια μέσα για να εξελιχθεί. Αυτά τα μέσα όμως τα κάνει σκοπό και όταν συμβαίνει αυτό, χάνει τους στόχους του και προσκολλάται στα μέσα που έχει δημιουργήσει».

– Πότε συνειδητοποίησες ότι σου άρεσε αυτό και είπες, ας το ψάξω και λίγο περισσότερο;
Αυτό έγινε στο δεύτερο έτος της σχολής, όταν έκανα και την πρώτη μου παράσταση, συνειδητοποίησα ότι κάτι γίνεται εδώ πέρα. Επομένως παράτησα όλα τα υπόλοιπα και ασχολήθηκα μόνο με τη σχολή, πιο συγκεντρωμένος. Με βοήθησε πολύ η δασκάλα που είχα, η Αμάλια Μπένετ, η οποία είναι και χορογράφος, και με έβαλε στη διαδικασία της σωματικής αντίληψης των πραγμάτων. Θεωρώ ότι η Αμάλια, τουλάχιστον στο εκπαιδευτικό κομμάτι, έχει δημιουργήσει μια ξεχωριστή κατάσταση. Έχει την ικανότητα να μη σε βάζει σε ένα καλούπι, αλλά να αντλεί από σένα αυτό που μπορείς να δώσεις -και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

«Ο Ρινόκερος μιλάει για μια αστική κοινωνία, σε μια πόλη, όπου οι άνθρωποί της μετατρέπονται σιγά σιγά σε ρινόκερους».

– Και μετά πώς εξελίχθηκε αυτό;
Μετά ακολούθησαν ομάδες χορού, με πήρε ο Κακλέας μαζί του στον Τεχνοχώρο στην ομάδα «Θέαμα», ήρθε το τηλεοπτικό «Είσαι το ταίρι μου», κατόπιν τα παράτησα για λίγο, μετά ήρθε ο Παπαϊωάννου, με τον οποίο έμεινα κάποια χρόνια, μετά ήρθαν κάποιες δουλειές που κάνουμε με την Έφη (σ.σ. Έφη Μπίρμπα, σύζυγός του και σκηνοθέτρια), κατά καιρούς συνεργαζόμαστε πάλι με τον Κακλέα, κάπως έτσι πάει…

– Θέλω να σταθούμε λίγο στη συνεργασία σου με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου…
Ο Παπαϊωάννου έχει μια πολύ απλή και πολύ μεστή αντίληψη τού τι σημαίνει χορός, δεν έχεις να αναρωτηθείς κάτι, πρόκειται για  τη μετακίνηση του βάρους του σώματος μέσα στον χώρο. Θεωρώ ότι είμαι ευλογημένος που ήμουν σε κάποιες δουλειές μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, όταν συνεργάζεσαι με τον Δημήτρη, μπαίνεις σε μια διαδικασία να παίρνεις πράγματα, γιατί είναι απαιτητικός, επομένως και δίνεις και παίρνεις με μεγάλη μεθοδικότητα. Είναι ένας πολύ σοβαρός καλλιτέχνης και το ενδιαφέρον είναι ότι βασανίζεται ως άνθρωπος εσωτερικά και αυτό αναμοχλεύει τα καλλιτεχνικά του κριτήρια και την αίσθηση που έχει για τον χορό.

«Ο Ιονέσκο λέει ότι η επιθυμία του ανθρώπου, υποτίθεται για την ελευθερία, μετατρέπεται σε επιθυμία για υποταγή».

– Υπάρχουν κάποιες σημαντικές καμπές στη ζωή σου, κοιτάζοντας προς τα πίσω;
Γενικά, υπάρχουν περίοδοι που αισθάνεσαι ότι θέλεις να κάνεις πράγματα και δεν σου φτάνει ο χώρος. Μετά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις να πεις τίποτα και περνάς σε μία αφαίρεση και εκεί βλέπεις το μεγαλείο της απλότητας. Αργότερα, μπορεί να το αποδομήσεις κι αυτό και να ξαναμπείς σε έναν μαξιμαλισμό ή σε μια περίεργη περιδίνηση, που ψάχνεσαι πάλι. Όλα αυτά είναι πολύ μεταβαλλόμενα, γιατί ο εσωτερικός μηχανισμός είναι μια διαρκής σύγκρουση, επομένως δεν ξέρεις πότε και τι θα βγάλει όλο αυτό που γίνεται.

– Πες μου λίγο για τον «Ρινόκερο», όπου πρωταγωνιστείς.
Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο έργο και είναι πολύ ιδιαίτερος και ο συγγραφέας του, ο Ιονέσκο. Δεν είχα διαβάσει έργα του ποτέ και με αιφνιδίασε ευχάριστα. Ο «Ρινόκερος» μιλάει για μια αστική κοινωνία, σε μια πόλη, όπου οι άνθρωποί της μετατρέπονται σιγά σιγά σε ρινόκερους και μένει μόνο ένας άνθρωπος να αντιστέκεται σε αυτό τον μαζικό παροξυσμό.

»Βλέπεις λοιπόν ότι ο άνθρωπος κατασκευάζει κάποια μέσα για να εξελιχθεί. Αυτά τα μέσα όμως τα κάνει σκοπό και όταν συμβαίνει αυτό, χάνει τους στόχους του και προσκολλάται στα μέσα που έχει δημιουργήσει. Αυτά αποκτούν έναν μαζικό χαρακτήρα και γίνονται σαν μια επιδημία. Όπως ας πούμε έχουμε τώρα το κινητό. Ξεκίνησε ως ένα μέσο επικοινωνίας και τώρα αν τύχει να το ξεχάσουμε σπίτι, νιώθουμε μπλοκαρισμένοι. Ο Ιονέσκο λέει λοιπόν ότι η επιθυμία του ανθρώπου, υποτίθεται για την ελευθερία, μετατρέπεται σε επιθυμία για υποταγή.

– Ο άνθρωπος βέβαια δεν νομίζω ότι αντέχει πλέον πολύ να είναι ελεύθερος, θέλει να ανήκει κάπου, νιώθει έτσι μια ασφάλεια.
Κατ’ αρχάς τι σημαίνει ελευθερία – αυτό είναι ένα ερώτημα. Εγώ, με το μικρό μου το μυαλό, θεωρώ ότι είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τα πάθη, απ’ ό,τι τον δεσμεύει σε μία κατάσταση που τον μουδιάζει. Είτε αυτό είναι ματαιοδοξία, είτε φιλαργυρία, είτε λαιμαργία…

«Τα προσωπικά πάθη μετατρέπονται μετά σε κοινωνικοπολιτικά πάθη, σε κοινωνικοπολιτικές δεσμεύσεις».

– Εννοείς δηλαδή προσωπικά πάθη…
Τα προσωπικά πάθη μετατρέπονται μετά σε κοινωνικοπολιτικά πάθη, σε κοινωνικοπολιτικές δεσμεύσεις. Αλλά αυτό ξεκινάει από εμάς, από μέσα μας. Η κοινωνία δεν είναι ένα πράγμα απρόσωπο, είναι το σύνολο των ανθρώπων. Επομένως, ο άνθρωπος, έχοντας αυτό το πράγμα το αρρωστημένο μαζικοποιείται και γίνεται μια άρρωστη, διαστροφική αγέλη, που δεν έχει σαν πρότυπο την πνευματική αξία αλλά την υλική κατανάλωση. Αυτά δεν τα λέω εγώ, ο Ιονέσκο τα λέει και απλά συμφωνώ – θεωρώ ότι είναι σωστά.

«Ο χρόνος είναι πολύτιμος πια. Συνήθως έχεις χρόνο αλλά δεν έχεις λεφτά, έχεις λεφτά αλλά δεν έχεις χρόνο».

Στο έργο λοιπόν αυτός ο άνθρωπος προσπαθεί ανάμεσα σε ρινόκερους να επιβιώσει…
Να αντισταθεί, να μην παρασυρθεί. Γιατί ο ρινοκερισμός, κατά τον Κακλέα, στην παράσταση, δεν είναι ένα ζώο, δηλαδή δεν φοράμε μάσκες και τέτοια, είναι κάτι που δημιουργείται από μέσα μας. Όλος αυτός ο ρυθμός της αστικής πόλης, αυτός ο βιομηχανικός μηχανισμός που εμείς οι ίδιοι έχουμε προκαλέσει και αφήσει να εξελιχθεί, τώρα μας καταπίνει. Είμαστε δέσμιοι σε αυτή τη συνθήκη, που μας έχει βάλει παρωπίδες και μας κάνει να τρέχουμε με έναν ανελέητο ρυθμό, χωρίς να ξέρουμε καν τον λόγο για τον οποίο τρέχουμε.

Εσύ πώς αντιστέκεσαι σε αυτό στην καθημερινότητά σου;
Όσο μπορώ προσπαθώ, στην καθημερινότητά μου, στον μικρόκοσμό μου – όταν παρασύρομαι, τουλάχιστον να λέω στον εαυτό μου ότι, ναι, συνειδητά παρασύρομαι. Ή αν δεν το καταλαβαίνω εκείνη τη στιγμή, εύχομαι να το καταλάβω μετά, στην κατρακύλα, να σταματήσω και να ξαναγυρίσω πάλι πίσω.

Μπορείς να μου φέρεις ένα παράδειγμα που το έχεις συνειδητοποιήσει και το έχεις επαναφέρει; Πολλά και μικρά. Δηλαδή από το ότι για να αντεπεξέλθω οικονομικά πρέπει να κάνω τέσσερις δουλειές και να τρέχω. Επομένως, λέω, λιγόστεψε τις ανάγκες σου, μαζέψου, ζήσε σπαρτιάτικα. Αυτός ο περιορισμός μπορεί να μου αποφέρει λιγότερες απολαύσεις, αλλά θα μου δώσει κάτι άλλο που είναι πολύ μεγαλύτερο, το να έχω περισσότερο χρόνο. Ο χρόνος είναι πολύτιμος πια. Συνήθως έχεις χρόνο αλλά δεν έχεις λεφτά, έχεις λεφτά αλλά δεν έχεις χρόνο. Είναι και οι συνθήκες έτσι σήμερα που συνεχώς σου δημιουργούν μια «ανάγκη». Για παράδειγμα έχεις αυτό το κινητό τώρα και σου λέει ότι σε δύο χρόνια πρέπει να αλλάξεις τη συσκευή αυτή, να αναβαθμιστείς. Και δεν έχει σταματημό αυτό το πράγμα, γιατί σε αυτό βασίζονται όλοι. Εσύ, εγώ, ας πούμε, δεν πρέπει να το σταματήσω, δεν πρέπει κάτι να κάνω;

«Μου αρέσει το χιούμορ που είναι μετέωρο, εκκρεμεί δηλαδή, δεν ξέρεις αν θα μπορούσε να είναι κάτι που όντως στέκει ή όχι».

– Αυτή την ψυχο-εγκεφαλική διαδικασία τη ζεις συνέχεια;
Μα όλοι τη ζούμε, απλά σε πολλές φάσεις της καθημερινότητάς μας κάνουμε ότι δεν ακούμε τον θόρυβο που γίνεται μέσα μας, γιατί δεν μένουμε σε σιωπή, είμαστε συνεχώς σε ένα μπλα-μπλα. Δεν μένεις μόνος σου, γιατί δεν αντέχεις τη σιωπή. Επομένως λες, όχι δεν θα μείνω μόνος μου, θα χαζέψω στο ίντερνετ, θα πάρω ένα τηλέφωνο, θα μιλήσω… Έχουμε ξεχάσει την αξία της παρατήρησης -του εαυτού μας και του κόσμου μας ολόκληρου.

Το ίντερνετ έχει αλλάξει τα πάντα.
Ενώ βέβαια είναι ένα εργαλείο -αν θες να βρεις κάτι, να διαβάσεις, να μάθεις-, αλλά δεν έχουμε το μέτρο, δεν έχουμε την κρίση να πούμε «μέχρι εδώ».

Ποια είναι η σχέση σου με το χιούμορ; Σου αρέσει;
Πολύ, πάρα πολύ. Νομίζω ότι είναι στην καθημερινότητά μου, είναι εκεί, απλά με έναν ιδιότυπο τρόπο. Μου αρέσει το χιούμορ που είναι μετέωρο, εκκρεμεί δηλαδή, δεν ξέρεις αν θα μπορούσε να είναι κάτι που όντως στέκει ή όχι. Μου αρέσει αυτή η ισορροπία, το «τόσο όσο».

«Το χιούμορ είναι συγκινητικό. Μου φαίνεται συγκινητικό να μπορεί κάποιος να αντιμετωπίζει τα πράγματα με χιούμορ».

– Οι άνθρωποι πάντως που ασχολούνται με το χιούμορ, με την κωμωδία δηλαδή, δεν είναι πολύ χαρούμενοι ως χαρακτήρες.
Νομίζω ότι είναι πολύ λεπτή η ισορροπία της κωμωδίας με την τραγωδία, έτσι κι αλλιώς. Είναι πολύ κοντά αυτά τα δύο και θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον από ποια πλευρά το βλέπεις. Το χιούμορ είναι συγκινητικό. Μου φαίνεται συγκινητικό να μπορεί κάποιος να αντιμετωπίζει τα πράγματα με χιούμορ. Όχι με κυνισμό ή σαρκασμό, αλλά από μια κωμική πλευρά, μια πλευρά η οποία δεν είναι και τόσο σοβαρή.

– Μπορείς να είσαι και έξω και μέσα στο έργο την ώρα της παράστασης, ώστε να μπορείς να έχεις μια γενική εικόνα; Αφουγκράζεσαι το κοινό; Πώς το βιώνεις;
Ενστικτωδώς. Δεν λειτουργεί το κεφάλι μου. Τουλάχιστον ο δικός μου τρόπος είναι αυτός, δεν λειτουργώ λογικά, εγκεφαλικά. Έτσι είμαι σαν άνθρωπος. Και μπάλα όταν έπαιζα με φίλους, μικρός, ήμουν εκεί, έμπαινα με τα μπούνια. Επομένως, αν πιάσω τον εαυτό μου να είναι απέξω, σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος, κάτι συμβαίνει με μένα.

«Αν πιάσω τον εαυτό μου να είναι απέξω, σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος, κάτι συμβαίνει με μένα».

Άρα λοιπόν καλύτερο για σένα είναι να μην βλέπεις τον εαυτό σου απέξω. Αυτό έχει να κάνει με τη δική σου ψυχική κατάσταση;
Έχει να κάνει με πολλά, με την ημέρα, πώς ξύπνησα, τι έγινε… Αλλά σιγά σιγά, με την εμπειρία, μπορείς να το διαχειριστείς. Το μαγικό είναι η στιγμή που γίνεται μια διαστολή στον χωροχρόνο και δημιουργείται μια επικοινωνία με το κοινό, που είναι αθέατη. Δεν κοιτάς αν ο άλλος κοιτάζει, βήχει, γελάει, αλλά το αισθάνεσαι. Και τότε γινόμαστε όλοι ένα. Αυτό δεν γίνεται πάντα, κυνηγάς αυτή τη στιγμή και την αναπολείς.

– Τον σκηνοθέτη σου τον κρίνεις ή τον εμπιστεύεσαι a priori;
Προσπαθώ να εξυπηρετώ το όραμά του, τον τρόπο που διαβάζει το κείμενο. Προσπαθώ, όσο το δυνατόν, να λέω την άποψή μου στο δημιουργικό κομμάτι της πρόβας και, όταν ζητείται φυσικά, να προσπαθώ να συμβάλω κι εγώ στη διαμόρφωση της οπτικής. Να δώσω όποια πληροφορία περνάει από το χέρι μου, έτσι ώστε ο σκηνοθέτης, ως μαέστρος, να συλλέξει, να επιλέξει, να πετάξει -αυτή είναι η δουλειά μου.

– Άρα το νιώθεις σαν μια συμμετοχική διαδικασία;
Το νιώθω σαν εργαλείο. Είμαι το σκαρπέλο ενός ξυλουργού.

 

//Info:

«Ρινόκερος», Θέατρο Κιβωτός, Πειραιώς 115, Γκάζι, τηλ. 210 3427 426

 

Διαβάστε ακόμα: Χρήστος Χωμενίδης – «Κάποιοι μας είπαν γερμανοτσολιάδες, αλλά δικαιωθήκαμε πλήρως».

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top