Ντάνιελ Κλάιν: Πάσχα στην Ύδρα

Ο Αμερικανός φιλόσοσος Ντάνιελ Κλάιν θυμάται με αγαλλίαση ένα έξω καρδιά τσιμπούσι μιας Κυριακής του Πάσχα στην Ύδρα, στον κήπο ενός ντόπιου φίλου του, «ανάμεσα σε κεφάτους, στοργικούς ανθρώπους».

 

«Πριν από λίγες μέρες ο Τάσος, καθώς αποχωρούσε από την παρέα του στην ταβέρνα του Δημήτρη, στάθηκε στο τραπέζι μου και με ρώτησε αν είχα κανονίσει για φαγητό ανήμερα του Πάσχα. Όταν του απάντησα ότι δεν είχα κανονίσει, επέμεινε να φάμε όλοι μαζί, με την οικογένειά του». (Αριστερά: Ο Ντάνιελ Κλάιν σ’ ένα στιγμιότυπο στην Ύδρα, photo: Bill Hughes. Δεξιά: Παναγιώτης Τέτσης, «Ύδρα, Τοπίο», 1988).

Η διαπεραστική μυρωδιά από ψητό αρνί κατακλύζει τη βεράντα μου. Η ελληνική ονομασία της γιορτής του Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή λέξη πεσάχ, που σημαίνει πέρασμα, και το έθιμο του πασχαλινού αρνιού έχει τις ρίζες του στη θυσία του αρνιού κατά τον πρώτο εορτασμό του Περάσματος, που έγινε σε ανάμνηση της απελευθέρωσης των Ιουδαίων από την Αίγυπτο. Το ελληνικό Πάσχα και το Πέρασμα σχετίζονται μεταξύ τους και από τον προσδιορισμό της μέρας του εορτασμού κάθε χρόνο: και οι δυο ημερομηνίες υπολογίζονται με βάση τις φάσεις της σελήνης. Το αρνί αποτελεί πάντα το κυρίως πιάτο στο ελληνικό πασχαλινό τραπέζι.

Απόψε θα δειπνήσω με τον Τάσο και τη Σοφία στο σπίτι τους. Πριν από λίγες μέρες ο Τάσος, καθώς αποχωρούσε από την παρέα του στην ταβέρνα του Δημήτρη, στάθηκε στο τραπέζι μου και με ρώτησε αν είχα κανονίσει για φαγητό ανήμερα του Πάσχα. Όταν του απάντησα ότι δεν είχα κανονίσει, επέμεινε να φάμε όλοι μαζί, με την οικογένειά του.

«Προτού χτυπήσω την πόρτα της αυλής του Τάσου, προβάρω τον χαιρετισμό μου, ‘‘Καλό Πάσχα!’’. Έπειτα τακτοποιώ το μπουκέτο από άγριες γλαδιόλες που μάζεψα στον πρωινό μου περίπατο».

Προτού χτυπήσω την πόρτα της αυλής του Τάσου, προβάρω τον χαιρετισμό μου, «Καλό Πάσχα!»· ως Εβραίος, αν και δεν ακολουθώ τη θρησκευτική εθιμοτυπία, νιώθω πιο άνετα με αυτόν απ’ ό,τι με τον άλλο ελληνικό πασχαλινό χαιρετισμό, το «Χριστός Ανέστη!». Έπειτα τακτοποιώ το μπουκέτο από άγριες γλαδιόλες που μάζεψα στον πρωινό μου περίπατο. Χτυπάω και ο Τάσος ανοίγει την πόρτα.

«Καλό Πάσχα!»

«Καλό Πεσάχ!» απαντάει ο Τάσος και με αγκαλιάζει.

Άκουσα καλά; «Καλό Πέρασμα» μου είπε ο Τάσος.

Πράγματι. Το σπινθήρισμα των ματιών του με διαβεβαιώνει. Και όταν εμφανίζεται πίσω του η αξιαγάπητη, ασπρομάλλα σύζυγός του, η Σοφία, και της προσφέρω τα λουλούδια, λέει κι εκείνη «Καλό Πεσάχ!». Τον έχει προβάρει και αυτή τον χαιρετισμό της.

«Η διαπεραστική μυρωδιά από ψητό αρνί κατακλύζει τη βεράντα μου. Το αρνί αποτελεί πάντα το κυρίως πιάτο στο ελληνικό πασχαλινό τραπέζι». (Κωνσταντίνος Μάνος, «Σφάξιμο αρνιού», 1962-63).

Αυτή τη στιγμή συνειδητοποιώ με πόση αγάπη με προσκάλεσαν στο αποψινό τραπέζι. Είμαι βέβαιος ότι ο Τάσος είχε προβλέψει ότι θα με ενοχλούσε το κάψιμο του Ιούδα στη θάλασσα. Μάλιστα είμαι σίγουρος ότι κατανόησε την ευαισθησία μου καλύτερα απ’ ό,τι εγώ ο ίδιος: δεν ένιωσα άβολα μόνο επειδή με διακατέχει μια γενικευμένη, αλά Κρίστοφερ Χίτσενς, αντιπάθεια για τη βλαβερή επιρροή της οργανωμένης θρησκείας· η ευαισθησία μου θίχτηκε και λόγω της γνώσης μου –όπως και του Τάσου– ότι το μίσος προς τον προδότη Ιούδα συχνά έχει αντισημιτικές προεκτάσεις. Πόσο απίστευτα ευσπλαχνικός άνθρωπος είναι ο Τάσος. Χριστός Ανέστη, αληθώς!

Έχει έρθει από την Αθήνα και ο γιος του Τάσου και της Σοφίας, ο Κοσμάς, μαζί με τη σύζυγό του και τον έφηβο γιο τους. Όπως ο Τάσος και η Σοφία, είναι και αυτοί ζεστοί και φιλόξενοι άνθρωποι, γεμάτοι ζωντάνια.

«Καθώς κάθομαι εδώ, κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι στον κήπο του Τάσου ανθίζει και κάτι αληθινά ιερό».

Το αρνίσιο μπούτι ψήνεται ακόμη σε μια σούβλα πάνω από τον λάκκο με τα αναμμένα κάρβουνα στον κήπο του Τάσου. Άλλωστε η ώρα είναι μόλις εννέα το βράδυ, δηλαδή πολύ νωρίς για το κυρίως πιάτο σε ένα ελληνικό δείπνο μια ζεστή ανοιξιάτικη νύχτα. Πρώτα ούζο και μεζέδες, μια κατά πως φαίνεται ατέρμονη παρέλαση από πιάτα με χταπόδια στη σχάρα, τηγανισμένα τυριά, χοιρινά λουκάνικα καρυκευμένα με πορτοκάλι, ελιές, γεμιστά αμπελόφυλλα, σαλάτα από αγγούρι και γιαούρτι κ.ο.κ. Ο δημιουργός του κάθε μεζέ φέρνει με υπερηφάνεια το πιάτο του στον κήπο και προσφέρει σε όλους, ανακοινώνοντας την προσωπική του πινελιά – ο Νικόλαος, ο γιος του Κοσμά, έχει αναμείξει φύλλα μέντας στη μελιτζανοσαλάτα του.

«Αυτό πρέπει να ένιωθε ο γερο-Επίκουρος στο μακρύ τραπέζι του, μαζί με τους φίλους του, στον Κήπο – το υπερβατικό μεγαλείο τού να βρίσκεται κανείς ανάμεσα σε καλούς ανθρώπους». (Antal Strohmeyer «The Philosopher’s Garden», Athens, 1834).

Γίνονται προπόσεις: για τον Νίκο που πέρασε τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο· για τη σύζυγο του Κοσμά, τη Δέσποινα, που δημοσιεύθηκε ποίημά της σε ένα αθηναϊκό περιοδικό· για το γέρικο σκυλί του Τάσου και της Σοφίας, την Κυβέλη, που επιβίωσε άλλον έναν χειμώνα. Η Κυβέλη έχει πάρει το όνομά της από την αρχαία θεά της φύσης, και αυτό είναι ο μοναδικός φόρος τιμής απόψε που έχει έστω μια αμυδρή θεολογική χροιά. Δεν αναφέρεται ούτε ο Ιησούς ούτε η Ανάσταση, ούτε ο Μωυσής ή ο χωρισμός των υδάτων της Ερυθράς Θάλασσας.

Για τους θρήσκους χριστιανούς αυτό που συμβαίνει στον κήπο του Τάσου συνιστά αλλοίωση της θρησκείας. Το Πάσχα έχει χάσει το νόημά του εδώ. Αφαιρείται η θεία Ανάσταση από αυτή την άγια μέρα και αντικαθίσταται από ένα κοσμικό γλέντι. Είμαι πεπεισμένος ότι ακόμη και χωρίς εμένα ως προσκεκλημένο θα έλειπαν από τη γιορτή του Τάσου οι θρησκευτικές δηλώσεις και χειρονομίες.

«Ο δημιουργός του κάθε μεζέ φέρνει με υπερηφάνεια το πιάτο του στον κήπο και προσφέρει σε όλους, ανακοινώνοντας την προσωπική του πινελιά».

Ωστόσο, καθώς κάθομαι εδώ, κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά, ανάμεσα σε αυτούς τους κεφάτους, στοργικούς ανθρώπους, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι στον κήπο του Τάσου ανθίζει και κάτι αληθινά ιερό. Το βλέπω στις ζεστές ματιές που ανταλλάσσονται γύρω από τη φωτιά. Το ακούω στο τρυφερό πείραγμα του Κοσμά προς τον πατέρα του για τη συνήθειά του να ρίχνει τα κουκούτσια από τις ελιές στο τσεπάκι του πουκαμίσου του. Το νιώθω παντού γύρω μου.

Την ικανότητά μου να εκτιμώ τι συμβαίνει εδώ, στον κήπο του Τάσου, την οφείλω σε μεγάλο βαθμό στην ηλικία μου. Ως γέρος, είμαι συμφιλιωμένος με αυτή τη γαλήνη. Δεν θέλω τίποτα από αυτούς τους ανθρώπους εκτός από τη συντροφιά τους. Δε λαχταρώ καμιά καινούρια συγκίνηση ή επίτευγμα. Μάλιστα αυτή τη στιγμή δε θέλω τίποτε άλλο από το σύμπαν, παρά μόνο ό,τι έχω ακριβώς εδώ: «να δω έναν Κόσμο» στα πρόσωπά τους.

«Επέστρεψα σε αυτό το ελληνικό νησί για μια προσωπική αναζήτηση: είμαι ένας γέρος άντρας –εβδομήντα τρία– και θέλω να ανακαλύψω τον πιο ικανοποιητικό τρόπο για να ζήσω αυτό το στάδιο της ζωής μου», γράφει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο Ντάνιελ Κλάιν. Δεξιά: «Πρέπει να λάβω σοβαρά υπ’ όψιν μου την προειδοποίηση του Γουίλλιαμ Μπλέικ να μην επιδιώκουμε την προσκόλλησή μας σε μια υπέροχη εμπειρία, αλλά με φιλοφροσύνη να την αφήνουμε να έρχεται και να παρέρχεται». (William Blake replica by John Linnell, © National Portrait Gallery, London).

Αυτό πρέπει να ένιωθε ο γερο-Επίκουρος στο μακρύ τραπέζι του, μαζί με τους φίλους του, στον Κήπο – το υπερβατικό μεγαλείο τού να βρίσκεται κανείς ανάμεσα σε καλούς ανθρώπους. Αισθάνομαι ξαφνικά να μου λείπει η σύζυγος και η κόρη μου πιο έντονα απ’ ό,τι όλο τον προηγούμενο μήνα του ταξιδιού μου. Μακάρι να μοιραζόμουν αυτές τις ευλογημένες στιγμές μαζί τους.

Και τώρα υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι πρέπει να λάβω σοβαρά υπ’ όψιν μου την προειδοποίηση του Γουίλλιαμ Μπλέικ να μην επιδιώκουμε την προσκόλλησή μας σε μια υπέροχη εμπειρία, αλλά με φιλοφροσύνη να την αφήνουμε να έρχεται και να παρέρχεται. Σε ένα άλλο μεταφυσικό ποίημά του, στο τετράστιχο κόσμημα με τίτλο «Eternity» (Αιωνιότητα) γράφει:

Όποιος δένει πάνω του μια χαρά

τη φτερωτή ζωή χαλά·

μα όποιος απ’ την ιπτάμενη χαρά κλέβει φιλί

ζει στης Αιωνιότητας την ανατολή.

 

Σηκώνομαι όρθιος και υψώνω το ποτήρι μου. «Νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη που είμαι εδώ» λέω. Έπειτα χαμογελώ και προσθέτω: «Μάλιστα νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη απλώς και μόνο που είμαι».

 

// Από το βιβλίο του Ντάνιελ Κλάιν «Ταξίδια με τον Επίκουρο – Αναζητώντας τη φύση της ευτυχίας μέσα στο ελληνικό φως» –το κεφάλαιο με τίτλο «Για την ιερότητα του συνηθισμένου», σελ. 198 – 202. Μετάφραση: Πέτρος Γεωργίου. Εκδόσεις Πατάκη, 2014.

 

 

Διαβάστε ακόμα: Ρίχαρντ Ντάβιντ Πρεχτ – Έτσι, ένα καλοκαίρι στη Νάξο, άναψε μέσα του η φλόγα της φιλοσοφίας.

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Έτσι μιλούν για τη θάλασσα οι νεότεροι ποιητές μας. Αυτά είναι δέκα από τα ωραιότερα –και πιο αντιπροσωπευτικά– ποιήματα του είδους.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Όχι, το Chernobyl δεν είναι μια απλή τηλεοπτική σειρά. Είναι περίπου έξι ώρες συμπυκνωμένης πολιτικής ιστορίας. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει ακόμα και αυτός που δεν έχει ανοίξει ποτέ βιβλίο στη ζωή του τι είναι ο κομμουνισμός.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ένα «σιγουράκι» για τους βετεράνους των Καννών. Για εμάς, ένα outsider που δεν είδαμε να έρχεται. Δύο μήνες και κάτι μετά τον Χρυσό Φοίνικα ταινίας μικρού μήκους και με τη «χρυσόσκονη» να καταλαγιάζει επιτέλους, ο Βασίλης Κεκάτος σκέφτεται φωναχτά χωρίς κανένα απολύτως σκηνοθετικό φίλτρο.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Από όλα τα ποιήματα που έχω γράψει για τους γιους μου, αυτό –με σκηνικό την παιδική χαρά που τους πήγαινα μικρούς τις Κυριακές– είναι το πιο αγαπημένο μου, το πιο πικρά δικό μου. Με αφορμή τη Γιορτή του Πατέρα σήμερα.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro