«Έτσι ξεκίνησα κι εγώ να γράφω ποιήματα»

Ο ποιητής Γιάννης Δούκας διηγείται πώς, δώδεκα χρόνων «μικρομέγας», ένιωσε ν’ ανάβει μέσα του δειλά η φλόγα της ποίησης και, με τον καιρό, έμαθε ν’ ακονίζει αργά τις λέξεις του και ν’ αντιστέκεται στην παραπλανητική «λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων».

 

«Δεδομένου ότι τώρα, είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, εξακολουθώ να γράφω ποιήματα κι έτσι να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, τη θέση του και την πραγμάτωσή του, δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι υπάρχει άλλο βιβλίο που να μου ‘’άλλαξε τη ζωή’’, όπως τα Ποιήματα (1941-1974) του Άρη Αλεξάνδρου». (Στη φωτογραφία ο Γιάννης Δούκας στο Γκόλγουεϊ της Ιρλανδίας, όπου ζει τα τελευταία χρόνια).

Συλλογίζομαι ότι κείμενα όπως αυτό, για τα βιβλία που μας αλλάζουν τη ζωή, για όσα συναποτελούν το αναγνωστικό εικονοστάσι μας, για τις ταινίες που μας σημαδεύουν και για τις κάθε λογής αποσκευές μας, διατρέχουν τον κίνδυνο ή μάλλον υποκύπτουν (μετά χαράς) στον πειρασμό να μας μιλούν πολύ περισσότερο για τον αφηγητή παρά για τα αφηγούμενα και να κατασκευάζουν μια καταγωγική μυθοπλασία του εαυτού, μια επινοημένη αυτοκοσμογονία. Εκ φύσεως εγωκεντρικά, προϋποθέτουν μια οριακή στιγμή, πεντηκοστιανής εμβέλειας, με επουράνιους προβολείς και την καταλυτική εκείνη κουτσουλιά του Αγίου Πνεύματος που επιτελεί την οριστική μεταμόρφωση του υποκειμένου μέσα από την εμπειρία του. Αναρωτιέμαι ακόμη αν είναι στ’ αλήθεια δυνατόν να μας αλλάξουν τη ζωή, τον τρόπο σκέψης μας ή τις επιλογές μας ποιήματα, τραγούδια ή ζωγραφιές: με ή χωρίς την αύρα τους, είμαστε άραγε σε θέση να τα προσλάβουμε αδιαμεσολάβητα, να γίνουμε διαπερατοί, βιώνοντάς τα, και ν’ αλλάξουμε;

Δεχόμενος, ωστόσο, τη συνθήκη της στήλης, συγκατανεύοντας σε μια τέτοια εσωτερική ανασκαφή, ανακαλώ τα Ποιήματα (1941-1974) του Άρη Αλεξάνδρου, στην τρίτη τους έκδοση, Οκτώβριο του 1991, από το «Ύψιλον» του προσφάτως αποδημήσαντα Θανάση Χαρμάνη. Η μνήμη κάπου εδώ επιλέγει να συσκοτιστεί και με αφήνει με την αμφιβολία: δεν θυμάμαι αν το αγόρασα στο βιβλιοπωλείο των παιδικών μου χρόνων, την Πρωτοπορία της οδού Γραβιάς, όπου, ως μικρομέγας, πολλές φορές επέλεγα βιβλία αναντίστοιχα της ηλικίας μου, αλλά που ενστικτωδώς με είλκυαν, ως αντικείμενα τα ίδια, στην εμφάνισή τους, ή ως μυστηριώδεις κι εξωτικές, στα προεφηβικά μου μάτια, θεματικές. Ή αν το βρήκα στο Πανηγύρι του σχολείου μου, Σάββατο του Λαζάρου ή Κυριακή των Βαΐων του 1993, στις 10 ή στις 11 Απριλίου, δηλαδή. Το ίδιο το βιβλίο δεν βοηθά∙ ένα αυτοκόλλητο στο πίσω αυτί μ’ ενημερώνει μόνο για το αντίτιμο: 1460 ΔΡΧ.

«Δεν θυμάμαι πια αν το αγόρασα στο βιβλιοπωλείο των παιδικών μου χρόνων, την Πρωτοπορία, ή αν το βρήκα στο Πανηγύρι του σχολείου μου, Σάββατο του Λαζάρου ή Κυριακή των Βαΐων του 1993».

Εν πάση περιπτώσει, τι με τράβηξε; Το ίδιο το πρόσωπο, νομίζω, του Άρη Αλεξάνδρου, στην κάτω δεξιά γωνία του εξωφύλλου και οι αποχρώσεις του καφέ, του γκρίζου, της σκουριάς στην επιβλητική τους ταπεινότητα. Η έκφρασή του, καθώς, νεαρός και ξυρισμένος, κοιτάζει ευθέως μπροστά, αποφασιστικός, σαν άτρωτος ακόμη, θαρραλέος. Κάπου θα είχα ήδη δει την πιο γνωστή, τη μεταπολιτευτική του απεικόνιση, με την τραγιάσκα, τα γυαλιά και την πυκνή κρυψώνα της μεσήλικης γενειάδας: ο μυθιστοριογράφος, πια, του Κιβωτίου. Εδώ, αντιθέτως, ένας άλλος: με το εμφανές περίγραμμα της φωτογραφίας, αποκομμένος προς στιγμήν απ’ ό,τι επείγον σύγχρονο τον περιέβαλλε πιεστικά και μόνο του σημάδι αναγνώρισης τα κεφαλαία ΣΧΟΛ πάνω στο πέτο του, για να δηλώνουν την προέλευση της φωτογραφίας, με τη σφραγίδα της φοιτητικής ταυτότητας.

«Τι με τράβηξε στο βιβλίο; Το ίδιο το πρόσωπο, νομίζω, του Άρη Αλεξάνδρου. Η έκφρασή του, καθώς, νεαρός και ξυρισμένος, κοιτάζει ευθέως μπροστά, αποφασιστικός, σαν άτρωτος ακόμη, θαρραλέος. Μόνο του σημάδι αναγνώρισης τα κεφαλαία ΣΧΟΛ πάνω στο πέτο του, για να δηλώνουν την προέλευση της φωτογραφίας, με τη σφραγίδα της φοιτητικής ταυτότητας».

Η συγκεντρωτική αυτή έκδοση (μ’ ένα δισέλιδο σημείωμα του Αλέξανδρου Αργυρίου στο τέλος) δεν πιάνει πάνω από εκατόν εξήντα πέντε σελίδες. Απαρτίζεται από τις τρεις συλλογές που εξέδωσε αυτοτελώς ο Αλεξάνδρου: Ακόμα τούτη η άνοιξη του 1946, τότε που, αρχές Εμφυλίου, ο Μόσκοβος θα ’φερνε ή δε θα ’φερνε το σεφέρι, Άγονος γραμμή του 1952 και του καθημερινά ανανεούμενου προμηθεϊκού τραύματος της εξορίας, Ευθύτης οδών του 1959 και των χαμένων ψευδαισθήσεων. Μαζί μ’ αυτά, και κάποια όψιμα ποιήματα, γαλλόφωνα και μη, γραμμένα στο Παρίσι.

Τότε που το αγόρασα, δεν το διάβασα αμέσως, το ξεχώριζα, ωστόσο, ως ένα πολύ δικό μου και πολύτιμο βιβλίο. Έπρεπε να μεσολαβήσουν χρόνια για να συντροφεύσει, απ’ αρχής μέχρι τέλους, το εντρυφείν στις αυταπάτες και το λυτρωτικό ξεπέρασμά τους. Τι έκανα, λοιπόν, στα δώδεκά μου χρόνια, με τα Ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου; Τα διέτρεξα, τα ξεφύλλισα, τα περιεργάστηκα και, πάνω απ’ όλα, με προσοχή και ενθουσιασμό, ξεχώρισα κι εγώ το ίσως γνωστότερό τους (το παραθέτω, απ’ τη σελίδα ενενήντα εννιά):

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
                                         μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Και τότε ήταν, που υπό την επήρεια του Άρη Αλεξάνδρου, ξεκίνησα κι εγώ να γράφω ποιήματα, διστακτικά και πρώιμα, παιδιάστικα ίσως κι αφελή στη μεγαλοστομία τους. Ακόμη κι έτσι, όμως, σαν μια λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή προσπάθεια ν’ αντιληφθώ τον κόσμο μέσα μου και γύρω μου και να εκφράσω κάτι από την αντίληψη αυτήν. Δεδομένου ότι τώρα, είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, εξακολουθώ να γράφω ποιήματα κι έτσι να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, τη θέση του και την πραγμάτωσή του, δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι υπάρχει άλλο βιβλίο (όσα κι αν λάτρεψα, όσα και αν επικαλούμαι, σ’ όσα κι αν επανέρχομαι), που να μου «άλλαξε τη ζωή», όπως τα Ποιήματα που έγραψε και δημοσίευσε ο Άρης Αλεξάνδρου από τα δεκαεννιά μέχρι τα πενήντα δύο του χρόνια (τώρα μάλιστα που συνειδητοποιώ ότι έχω πλησιάσει κοντύτερα στη δεύτερη ηλικία). Κι, όσο μπορώ, κοιτάζω ν’ ακονίζω αργά τις λέξεις μου και ν’ αντιστέκομαι σ’ εκείνη την παραπλανητική, «λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων».

 

//Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Δούκα «Το σύνδρομο Σταντάλ» κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Πόλις και τιμήθηκε με το Βραβείο «Γιώργου Αθάνα» Ακαδημίας Αθηνών (2014)

 

Διαβάστε ακόμα: Νικόλας Σεβαστάκης – «Αυτό το βιβλίο με έκανε να γράψω πεζογραφία στα πενήντα».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή του μήνα

Σε ένα από τα σύντομα ταξίδια του που κάνει στην Αθήνα για να παραδώσει σεμινάρια υποκριτικής σε νέους ηθοποιούς, ο Γιώργος Καραμίχος συναντήθηκε με τον Χρήστο Παρίδη του μίλησε για τη ζωή του στο Λος Άντζελες, τον Τραμπ, τα σκάνδαλα σεξουαλικής παρενόχλησης, αλλά για το θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Με τον Μάιο να πλησιάζει προς το τέλος του και τη θερμοκρασία να ανεβαίνει επικίνδυνα, τα μυαλό μας σιγά-σιγά αρχίζει να παίζει παιχνίδια. Και επειδή οι καλοκαιρινές διακοπές αργούν ακόμα, ιδού πέντε live που θα σας βάλουν σε summer mood.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Αυτά είναι πέντε από τα ωραιότερα... «δήγματα» του είδους μέσα από τις σελίδες της νεοελληνικής ποίησης. Τώρα που σιγά-σιγά σφίγγουν οι ζέστες και βγαίνουν ορεξάτα τα κουνούπια.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Έχετε δει την καλτ σειρά Westworld; Πίσω από την μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία, μια μικρή ελληνική ομάδα με το όνομα Yafka φτιάχνει τα οπτικά εφέ. Βρήκαμε τον δημιουργό της και τον βάλαμε στο κάδρο.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro