Είμαστε όλοι «ένας» που μπορεί να γίνει «κανένας»

Τι συνδέει έναν ανώνυμο νεκρό και κάποιους «επώνυμους» ζωντανούς που έρχονται να τον κλάψουν κι ας μην τον ξέρουν; Το ύστατο έργο του Χρήστου Αγγελάκου «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» μιλάει για την ανάγκη μας να βρούμε ή να εφεύρουμε μια ταυτότητα. Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος.

 

Γυμνοί ή ντυμένοι, οι ήρωες του έργου αναζητούν μια ταυτότητα.

«Εγώ οδηγώ προς τη θλιμμένη χώρα,
εγώ προς τον απέθαντο τον πόνο»
(Δάντης, Θεία Κωμωδία)

Ως μεγάλη δαπάνη, χρέος ανεξόφλητο σε όλη τη διάρκεια του βίου, το όνομα του καθενός δεν ορίζει μόνο μια ταυτότητα, αλλά και μια μοίρα. Φέρεις μια ιδιότητα κουβαλώντας το, προσαρμόζεις τη ζωή σου βάσει αυτού, σε καθορίζει. Με ένα όνομα δεν πας στα τυφλά, καμία αυθορμησία δεν επιτρέπεται – σε περιμένει στη γωνία να σου θυμίσει ποιος (σου) έλαχε να είσαι.

Είναι, όμως, κι ένα έρμα το όνομα: ενδεχόμενα το ύστατο. Ακόμη κι αν όλοι σε έχουν λησμονήσει, οικτίρει, παραπετάξει, εξακολουθείς να είσαι «ένας». Μέλος του κοινωνικού συνδρόμου, υπαρκτός κρίκος της συνάφειας. Κανείς, εντέλει, δεν μπορεί να σου αρνηθεί πως υπάρχεις αν καταφέρεις να περισώσεις τούτο το ταυτοτικό σημάδι: είμαι «ένας», είμαι «αυτός».

Τι γίνεται, όμως, για εκείνους τους αρίφνητους που χαμένοι μέσα στο πλήθος, ολότελα ξεχασμένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό, κατρακυλούν στον πάτο του «κανένας»; Ξαφνικά, η υπαρξιακή υπόσταση μετατρέπεται σε περίκλειστη αποχή. Μια μη ύπαρξη, ενώ υπήρχε. Δεν πρόκειται για κάποιο μισανθρωπικό μικρόβιο που μετατρέπει -βαθμηδόν- τον αποχωρήσαντα σε ύπαρξη αυτοκρατορικά δοσμένη μόνο στον εαυτό της, αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους, αλλά για κατρακύλα στην αφάνεια, στην ανωνυμία, στο μηδέποτε της ύπαρξης.

Τρεις ζωντανοί αναλαμβάνουν να πουν το ύστατο χαίρε σε έναν άγνωστο νεκρό.

Αφορμή για το θεατρικό έργο του Χρήστου Αγγελάκου, το κύκνειο άσμα του πριν φύγει αδόκητα από τη ζωή, είναι ένα πραγματικό γεγονός. Το 2002 εμφανίστηκε στη Γαλλία, και συγκεκριμένα στο Παρίσι, μια ανθρωπιστική οργάνωση που έφερε το εύγλωττο όνομα «Νεκροί του δρόμου». Έργο της ήταν ο ενταφιασμός όσων βρίσκονταν νεκροί στα παρισινά βουλεβάρτα: άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, όνομα, χαρτιά, συγγενείς να τους συντρέξουν.

Τίποτα που να ταυτίζει την ύπαρξή τους με κάποιο αναγνωρίσιμο σημάδι ενός κάποιου παρελθόντος. Σχεδόν όλοι ήταν παρίες: χωμένοι στον πάτο του πηγαδιού: άστεγοι, μετανάστες, κλοσάρ, ναρκομανείς. Η μόνη αναλλοίωτη ιδιότητα που τους έμενε και ουδείς μπορούσε να τους την υποκλέψει είναι αυτή της θανής τους.

Οι ζωντανοί κατασκευάζουν αναμνήσεις για τους πεθαμένους, δημιουργούν σπαράγματα ζωής που δεν υπήρξαν.

Κι όμως: ό,τι έχασαν διά βίου, το απώλεσαν ολοκληρωτικά περπατώντας προς την άλλη όχθη. Δίχως όνομα, αποξεχασμένοι, σε κατάσταση bardo, λίγο πριν παραδώσουν το πνεύμα του, έρχονται οι «Νεκροί του δρόμου» να τους κλάψουν, να τους προσφέρουν ένα αξιοπρεπές ξόδι. Οι ζωντανοί κατασκευάζουν αναμνήσεις για τους πεθαμένους, δημιουργούν σπαράγματα ζωής που δεν υπήρξαν, τους δίνουν ένα όνομα να έχουν να πορεύονται προς τη θλιμμένη χώρα. Ακόμη κι αν δεν είναι το πραγματικό τους.

Επί σκηνής απλώνεται ένα γαϊτανάκι υπάρξεων.

Ο Χρήστος Αγγελάκος μετέφερε τη δράση σε ένα διαρκές σήμερα που μπορεί να ορίζεται γεωγραφικά από τις ελληνικές συνδηλώσεις του, την ίδια στιγμή όμως φέρει και την πατίνα της αχρονικότητας και της ου-τοπίας. Μπορεί να συμβεί παντού. Πρόκειται για ένα κείμενο «κατάστασης» όπου οι συντεταγμένες του δεν καθορίζονται από φυλετικές ποιότητες, αλλά από ολοκάθαρα υπαρξιακές. Σε αντιδιαστολή με τον πεζογράφο Αγγελάκο όπου η μνήμη και ο βιωμένος χρόνος καθορίζουν παροξυντικά το έργο του, ο θεατρικός συγγραφέας Αγγελάκος γίνεται συνάμα υπαρξιακός και «κοινωνικός».

Επί σκηνής απλώνεται ένα γαϊτανάκι υπάρξεων. Τρεις ζωντανοί κι ένας νεκρός. Μέσα από τους ζώντες, τυπικά τα μέλη της Οργάνωσης που έχουν προσέλθει για να αποχαιρετήσουν έναν ακόμη ανώνυμο νεκρό, συνενώνεται μια σωρεία υποστάσεων. Ακόμη και οι ζώντες είναι κάποιοι, αλλά μπορεί να είναι και ο κανένας ξεχωριστά. Παίζουν ρόλους, υποδύονται ζωές, αναζητούν στίγμα. Ντυμένοι, γυμνοί, περιδεείς, ανέγνωροι, προσκολλημένοι στις προκαταλήψεις τους ή απελευθερωμένοι να μιλήσουν για τα μύχια της ψυχής τους, βιώνουν έναν κλονισμό του μέχρι πρότινος αναλλοίωτου «ένα» που τους συνείχε.

Ποια ανωνυμία είναι πιο εκφοβιστική; Αυτή του πεθαμένου ή του ζωντανού;

Δεν είναι μόνο ο νεκρός που ψάχνει όνομα, αλλά και οι ζωντανοί. Μπορεί ανάμεσα τους να υπάρχει ένας αδιάβατος δρόμος και να μην γίνεται να συνομιλήσουν, όμως, αυτή η συνδιαλλαγή πραγματοποιείται με τη βοήθεια του μυθοπλαστικού κώδικα. Πώς βλέπουν οι ζωντανοί τους νεκρούς και πώς οι νεκροί τους ζωντανούς; Ποια ανωνυμία είναι πιο εκφοβιστική; Αυτή του πεθαμένου που έτσι κι αλλιώς δεν έχει να δώσει λόγο σε κανέναν (και κανένας δεν του δίνει) ή του ζωντανού που αναζητεί έναν κοινό κώδικα με τους γύρω του; Έστω και ένα ελάχιστο σημάδι αναγνώρισης για να είναι σίγουρος πως υπάρχει;

Πρόκειται για έργο χοϊκό και πνευματικό ταυτοχρόνως.

Η Σοφία Παλάντζα που ανέλαβε τη σκηνοθεσία του έργου δίνει έμφαση σ’ αυτή την αλληλοδιαδοχή μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας ή μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι ηθοποιοί Νικόλας Αλεξίου, Νικόλ Δημητρακοπούλου, Λευτέρης Καταχανάς, Φελίς Τόπη μετατρέπονται σε αντηχεία, υπόκωφες υπάρξεις, ελλειπτικές φιγούρες. Είναι κάτι και ταυτόχρονα χάνουν αυτό το κάτι για να δημιουργήσουν μέσα τους έναν ενδιάμεσο τόπο παρελθόντος. Έχουν όνομα, αλλά τούτο υποσκάπτεται από τη σύμβαση μέσα στην οποία πέφτουν οικειοθελώς.

Πρόκειται για έργο χοϊκό και πνευματικό ταυτοχρόνως. Τη μια στιγμή η ύλη και οι ορμές της κερδίζουν (τα σώματα χάνουν τα ρούχα τους, πέφτουν στο έδαφος κάνοντας βίαιο ή παθιασμένο έρωτα) και την επόμενη διακυβεύεται ο μυχός της ύπαρξης – η πιο κρυφή πληγή της.

Με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης (η πρεμιέρα έγινε στις 9 Μαΐου), την Τετάρτη 15 Μαΐου θα πραγματοποιηθεί μια ξεχωριστή εκδήλωση. Εχει προγραμματιστεί να γίνει κουβέντα –μετά την παράσταση, που θα αρχίσει στις 8 μ.μ. ειδικά αυτή τη μέρα–, στην όποια θα συμμετάσχουν ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός, ο δημοσιογράφος και βουλευτής Νίκος Ξυδάκης, ο συγγραφέας Θωμάς Τσαλαπάτης, ο ποιητής Γιάννης Στίγκας, η εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου και η δημοσιογράφος Κυριακή Μπεϊόγλου. Στην κουβέντα θα συμμετάσχει και το κοινό.

 

// ΙΝFO

ΘΕΑΤΡΟ ΣΗΜΕΙΟ
Χαριλάου Τρικούπη 4 (πίσω από το Πάντειο), Καλλιθέα, Τηλ.: 2109229579
HTAN ENAΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝΕΝΑΣ
Έως 10/6

 

Διαβάστε ακόμα: After Life, η σειρά του Netflix που σε κάνει να κλαις και να γελάς ταυτόχρονα.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Έτσι μιλούν για τη θάλασσα οι νεότεροι ποιητές μας. Αυτά είναι δέκα από τα ωραιότερα –και πιο αντιπροσωπευτικά– ποιήματα του είδους.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Όχι, το Chernobyl δεν είναι μια απλή τηλεοπτική σειρά. Είναι περίπου έξι ώρες συμπυκνωμένης πολιτικής ιστορίας. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει ακόμα και αυτός που δεν έχει ανοίξει ποτέ βιβλίο στη ζωή του τι είναι ο κομμουνισμός.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ένα «σιγουράκι» για τους βετεράνους των Καννών. Για εμάς, ένα outsider που δεν είδαμε να έρχεται. Δύο μήνες και κάτι μετά τον Χρυσό Φοίνικα ταινίας μικρού μήκους και με τη «χρυσόσκονη» να καταλαγιάζει επιτέλους, ο Βασίλης Κεκάτος σκέφτεται φωναχτά χωρίς κανένα απολύτως σκηνοθετικό φίλτρο.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Από όλα τα ποιήματα που έχω γράψει για τους γιους μου, αυτό –με σκηνικό την παιδική χαρά που τους πήγαινα μικρούς τις Κυριακές– είναι το πιο αγαπημένο μου, το πιο πικρά δικό μου. Με αφορμή τη Γιορτή του Πατέρα σήμερα.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro