Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Κάτω τα καλά βιβλία!»

«Εμείς που αγαπάμε με πάθος το βιβλίο κι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη σπουδαιότητά του, είναι καιρός ν’ αναφωνήσουμε: κάτω τα καλά βιβλία!», γράφει ο συγγραφέας και κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ. Διαβάστε γιατί –σήμερα που γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου και η Αθήνα γίνεται «Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018».

 

«Από τότε που πλημμυρίσαμε από καλά βιβλία χάθηκαν τα ξεχωριστά βιβλία, τα βιβλία που αισθανόμαστε πως είναι σημαντικά και προσπαθούμε να εξηγήσουμε γιατί, συζητώντας με άλλους».

[…] Με τόσα εργαστήρια «δημιουργικής γραφής» που υπάρχουν σήμερα, τόσους διαγωνισμούς διηγήματος για την προσέλκυση «νέων ταλέντων», τόσες αναγνωστικές εμπειρίες όλο και περισσότερων ανθρώπων, τόση «λογοτεχνίτιδα» γύρω μας (για να δανειστώ έναν όρο του Βασίλη Βασιλικού), είναι δύσκολο πια να γραφτούν κακά βιβλία. Σχεδόν όλα τα βιβλία που εκδίδονται στις μέρες μας είναι καλογραμμένα, έχουν στρωτή, σε όχι σπάνιες περιπτώσεις ζωηρή γλώσσα, έχουν ικανοποιητική αφηγηματική τεχνική, γλαφυρές περιγραφές, χιούμορ, πολύ συχνά έχουν κι έξυπνες ιδέες.

Μόνο ένα πράγμα δεν έχουν: ειδικό βάρος. Πρωτοτυπία. Προσωπικότητα.

Από τότε που πλημμυρίσαμε από καλά βιβλία χάθηκαν τα ξεχωριστά βιβλία, τα βιβλία που αισθανόμαστε πως είναι σημαντικά και προσπαθούμε να εξηγήσουμε γιατί, συζητώντας με άλλους. Ακούμε συχνά στις παρέες τους φίλους και τους γνωστούς μας να λένε για το α ή το β βιβλίο ότι είναι καλό, ότι μου άρεσε ή ότι πέρασα καλά μαζί του – τρεις ομόρροπες δηλώσεις που σχηματίζουν φθίνουσα σειρά, ως προς τον βαθμό βεβαιότητας του ομιλητή ή τη διάθεσή του να υπερασπιστεί την άποψή του, αλλ’ αύξουσα σειρά ως προς τη συχνότητα με την οποία γίνονται. Εδώ και πολλά χρόνια, σχεδόν ποτέ δεν ακούμε κάποιον να μιλάει μ’ ενθουσιασμό για ένα βιβλίο ή με τρόπο που να φανερώνει ότι αυτό που διάβασε τον προβλημάτισε.

«Τα καλά βιβλία είναι σαν τα καλά παιδιά: φρόνιμα, υπάκουα, επιμελή, συμβατικά και, εννοείται, αφόρητα βαρετά». (Henry Lamb, «Boy Reading», 1956)

Αλλά μήπως είναι διαφορετική η κυρίαρχη στάση της κριτικής; Κι εκεί επίσης πρυτανεύει η λογική του «καλού» βιβλίου, η οποία εκφράζεται με σχόλια όπως ότι το καινούργιο βιβλίο του τάδε αναγνωρισμένου συγγραφέα είναι ισάξιο ή καλύτερο ή λιγότερο καλό από τα προηγούμενα (αλλά σπανιότατα ότι είναι διαφορετικό από αυτά), με την ανάλωση του κριτικού σε καλολογικές αναλύσεις και τεχνικές παρατηρήσεις, με την επισήμανση μιας «ενδιαφέρουσας» κι «ελπιδοφόρας» νέας φωνής κ.λπ. κ.λπ. Σχεδόν ποτέ δεν μας μεταδίνεται η αίσθηση πως ένα βιβλίο αποτέλεσε πρόκληση για τον κριτικό, πως τον αναστάτωσε κι έβαλε σε δοκιμασία τα παγιωμένα κριτήριά του, πως ανάγκασε τη σκέψη του να κινηθεί σε καινούργια μονοπάτια. Σχεδόν ποτέ δεν θα διαβάσουμε για ένα βιβλίο ότι μας αποκαλύπτει κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί ή δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ή δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ή ότι μας παρουσιάζει υπό νέο φως κάτι που (νομίζαμε πως) ξέρουμε. «Σχεδόν ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί ένα καλό βιβλίο πρέπει να μας απασχολήσει πέρα από το ότι είναι ‘‘καλό’’».

«Εδώ και πολλά χρόνια, σχεδόν ποτέ δεν ακούμε κάποιον να μιλάει μ’ ενθουσιασμό για ένα βιβλίο ή με τρόπο που να φανερώνει ότι αυτό που διάβασε τον προβλημάτισε».

Τα καλά βιβλία είναι σαν τα καλά παιδιά: φρόνιμα, υπάκουα, επιμελή, συμβατικά (ακόμα και στα παιχνίδια ή τα καλαμπούρια τους, που αποδέχονται τα κυρίαρχα πρότυπα) και, εννοείται, αφόρητα βαρετά. Όπως τα καλά παιδιά, έτσι και τα καλά βιβλία δεν αμφισβητούν ουσιαστικά τον κόσμο στον οποίο πρόκειται να ενταχθούν και, ακόμα και όταν δυσφορούν γι’ αυτόν, το εκφράζουν με τρόπους προαποφασισμένους, εγκεκριμένους και υπαγορευμένους από αυτόν ακριβώς τον κόσμο. Δεν έχουν εκείνη την τρέλα, εκείνη την απρόβλεπτη, παρεκκλίνουσα ή παραβατική συμπεριφορά που μπορεί και να δείχνει υγεία.

Χωράει αρκετή συζήτηση γύρω από το αν τα καλά βιβλία πράγματι δεν είναι τίποτε άλλο από καλά ή αν έτσι τα προσλαμβάνουν σήμερα το κοινό και η κριτική. Ό,τι από τα δυο κι αν συμβαίνει, εμείς που αγαπάμε με πάθος το βιβλίο κι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη σπουδαιότητά του είναι καιρός ν’ αναφωνήσουμε: κάτω τα καλά βιβλία!

 

//Το απόσπασμα από το ομότιτλο δοκίμιο που φιλοξενεί η στήλη είναι από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Η νοσταλγία της πραγματικότητας – Δοκίμια και κριτικές 2002-2013», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

 

Διαβάστε ακόμα: «Έτσι ένα έλασσον μυθιστόρημα με έκανε γραφιά»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή του μήνα

Ο Χρήστος Παρίδης επισκέφθηκε το σπίτι του Θέμη Ραγιά, εκεί όπου έχουν βρει στέγη εκατοντάδες έργα τέχνης αλλά και κομμάτια λαϊκής χειροτεχνίας μαζί με αγαπημένα, «ευτελή» αντικείμενα που το καθένα έχει να πει μια όμορφη ιστορία.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Από τις πρώτες ποιητικές του στιγμές στο Λονδίνο και τις ηλιόλουστες ημέρες στην Ύδρα μέχρι τα μουσικά βήματα στη Νέα Υόρκη και τη διεθνή καταξίωση. Αυτή την εβδομάδα ο βιβλιοφάγος ποιητής Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος επιλέγει το βιβλίο «Ο Λέοναρντ Κόεν με δικά του λόγια».

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ο πληθωρικός καλλιτέχνης, με αφορμή τις δύο εκθέσεις που παρουσιάζει στην Αθήνα αυτή την περίοδο, συνάντησε τον Χρήστο Παρίδη και μίλησαν για την κυρία Τεπενδρή, τη ζωή στο Λος Άντζελες, το gay pride, όσα νοσταλγεί και όσα τον σοκάρουν στην Ελλάδα του σήμερα.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Έτσι διασχίζει το πλοίο τη νεοελληνική ποίηση σε δέκα από τα ωραιότερα ποιήματα του είδους –συνοδευμένα με πίνακες γνωστών Ελλήνων ζωγράφων. Με αφορμή τον Μεγάλο Απόπλου του Αυγούστου από τα λιμάνια των άστεων προς τα νησιά, που ξεκινά από σήμερα.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro