Νίκος Χουλιαράς: «Αυτά τα ποιήματα αγαπώ. Κι αυτά σιχαίνομαι»

«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία. Τα σακατεμένα και τα μοναχικά. Και τα ποιήματα-παιδάκια αγαπώ. Σιχαίνομαι τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια...». Ο Νίκος Χουλιαράς 20 χρόνια πριν στο περιοδικό «Η Λέξη». Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα.

 

«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα-κοπρίτες, που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο», γράφει, μεταξύ άλλων, ο αξέχαστος ζωγράφος, συγγραφέας και τραγουδοποιός.

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια –όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μοβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.


Διαβάστε ακόμα: Οι ποιητές μας για την ποίηση


Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα, καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

«Ούτε και τα δικά μου ποιήματα αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω». (Νίκος Χουλιαράς, «Με τα άμφια του ύπνου του», 1981 – από την αναδρομική του έκθεση «Τα πίσω δωμάτια του νου», Μουσείο Μπενάκη, 16/11/2011-15/01/2012 )

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με Αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

«Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά».

Από την άλλη, δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δεν νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

 

// «Τα ποιήματα στο δρόμο», περιοδικό «Η Λέξη», τεύχος 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.

 

Διαβάστε ακόμα: Σωτήρης Κακίσης – «Με τον Χουλιαρά στην Αντίπαρο»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Ο καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και βέρος Βολιώτης μιλάει στο Andro για τη μέθεξη που προσφέρει το «άγιο» τσίπουρο, την ιδιαιτερότητα του να το πίνεις στην περιοχή του και εξηγεί γιατί έγραψε ένα εγχειρίδιο «χρήσης» για τους επίδοξους πότες.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Το έγραψε στο αγαπημένο του Καρλόβασι της Σάμου, στις 3 Σεπτεμβρίου 1989, με τη «σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι θα ’ναι το τελευταίο». Έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης αναπολεί τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης της παιδικής του ηλικίας: τα εκθέματα, τα άγρια ζώα, τις ατραξιόν της... Όλα αυτά τα «θαυμαστά και αδιανόητα σε μια εποχή φτώχειας, αθωότητας και ονείρων», που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη φαντασία του.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Μόλις στα 61 του, τούτος ο ωραίος αναρχικός του ελληνικού κινηματογράφου, ένας κόμη του αυθεντικά λαϊκού κινήματος, αποχωρεί από σκηνή. Και τώρα που σβήνουν ένα ένα τα φώτα, μένουμε εμείς ολοένα πιο σκοτεινοί.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro