Η (οινική) επέλαση των «βαρβάρων»

Ο Θεμιστοκλής Νικολετόπουλος μας διηγείται ένα διαφορετικό παραμύθι, γεμάτο από την ιστορία και το πεπρωμένο του κρασιού. Μόνο για αμετανόητους wine lovers.

 

Η έννοια του μεγάλου κρασιού αλλάζει. Όπως αλλάζει η ζωή δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία. (Φωτογραφία: wines-world.com)

Η επέλαση των βαρβάρων. Τίτλος cult ταινίας του 2003 του Denys Arcand, που διαπραγματεύεται τη διάβρωση της Αμερικανικής αυτοκρατορίας από «βαρβάρους» μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στην καρδιά της, στους δίδυμους πύργους, παραλληλίζοντάς το με τη διάβρωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τα γερμανικά φύλα. Με τους απόηχους της παρακμής της στην περιφέρεια ασχολείται στην προηγούμενή του (επίσης cult) ταινία. Αλλά εγώ συνήθως μιλάω για κρασί, ποδήλατα και τον έρωτα που τα συνδέει.

It is you, my love, you, who are the stranger, έλεγε o Leonard Cohen. Εμείς, οι βάρβαροι του κρασιού στην περίπτωσή μας. Που ήρθαμε από το πουθενά σε ένα κόσμο ατίθασων καθαρόαιμων και τα κάναμε σαν τα μούτρα μας, με υπολειμματικά σάκχαρα και χωρίς τανίνες.

Πάμε πίσω στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Διαβρώθηκε από τα Γερμανικά φύλα, αλλά αυτά αποτέλεσαν το νέο αίμα που απέκρουσε τους Ούννους, με τους Μογγόλους ασχολήθηκε ο Θεός αυτοπροσώπως. Η διάβρωση αυτή δημιούργησε νέα αριστοκρατία από πρώην βαρβάρους, που ενώ σφάζονταν ευγενώς για αιώνες, δημιούργησε τα μεγάλα κόκκινα κρασιά της Γαλλίας και της Ιταλίας, που κυρίως θαυμάζουμε σήμερα και εμπνέουν τους νέους οινοποιούς. Δηλαδή, από μία οπτική γωνία, οι βάρβαροι έσωσαν την αυτοκρατορία και έκαναν και κρασάρες.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά επήλθαν ριζικές αλλαγές. Η μόδα, που μέχρι το 19ο αιώνα ήταν προνόμιο των ευγενών, είχε ήδη περάσει στα χέρια της επαναστατικής αστικής τάξης, η οποία πριν χάσει την επαναστατική της ορμή προλαβαίνει να δημιουργήσει πανεπιστήμια, να υιοθετήσει και να αναννεώσει την κουζίνα των ευγενών και να εδραιώσει τις κρασάρες με πολύπλοκα συστήματα αξιολόγησης. Μετά, έχοντας εμπεδώσει το Μαρξ καλύτερα από την εργατιά, τον χρησιμοποιεί για να γίνει καπιταλιστική ή ξεπέφτει, ενώ ανάμεσα της και την πλέμπα βρίσκουμε αφθονία μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων. Επειδή όμως μετά τον πόλεμο, εκτός από την Ευρώπη, που αναδιαρθρώνει τους αμπελώνες της (τα αμπέλια το ’70 στο Chablis είχαν περίπου όσο στη Νεμέα, Θ. Παπαϊωάννου και W. Fevre που αγόραζαν τότε, πρέπει να ήταν αδελφές ψυχές), όλος ο νέος κόσμος φυτεύει αμπέλια και φτιάχνει κρασιά και το μάρκετινγκ έχει εφευρεθεί, κάποιος πρέπει να τα πιει. Εντερ τα μεσο-μικροαστικά στρώματα, που δεν συμπαθιούνται καθόλου μεταξύ τους, δεν τους αρέσει ο εαυτός τους και οι άλλοι που θέλουν να πουλήσουν κρασί το ξέρουν. Και η μόδα;

Ε, η μόδα το κάνει ιν, ώστε να το αγκαλιάσουν οι γυναίκες και να αναγκαστούν να το αγοράσουν οι άντρες. Έχουμε ένα προιόν που είναι σαφώς πιο κομψό από τη μπύρα, πίνεται σε φίνα κολωνάτα ποτήρια, μυρίζει καλύτερα (καμιά φορά καλύτερα από την κολώνια τους) και έχει μεγαλύτερη και πολύ πιο ωραία χρωματική παλέτα, άσε που μπορεί να σερβιριστεί και σε πολύ φευγάτες καράφες. Λίγα είναι;

Οι περισσότεροι οινοποιοί μαλακώνουν υπερβολικά τα κρασιά τους, ανταποκρινόμενοι στην τάση της εποχής και αυτό συνήθως οδηγεί σε κρασιά με λιγότερο χαρακτήρα, ακόμα και πλαδαρά ή ανιαρά.

Και που είναι το πρόβλημα, θα μου πείτε; Μα ακριβώς στο ότι πέτυχε. Και το κρασί που για αιώνες βελτιωνόταν και σμιλευόταν η γεύση του πολύ προσεκτικά από ανθρώπους που το αγαπούσαν με πάθος και το χάιδευαν απαλά, το φρόντιζαν να μεγαλώσει και να ξεδιπλώσει τα θέλγητρά του με χάρη αργότερα, σε ανθρώπους που θα είχαν τη γνώση και την υπομονή να περιμένουν, πέφτει στα νύχια του εδώ και τώρα, των πολυεθνικών, των marketing managers, των κερδοσκόπων του χρηματιστηρίου, του lifestyle. Που βάζουν εμάς, τα βάρβαρα μεσομικροαστικά στρώματα σαν ταύρους στο υαλοπωλείο του fine wine, μπλέκεται ο νέος βαρβαρικός κόσμος με το νεοπλουτίστικο φανταχτερό προφίλ του με τον παλιό, που δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει με την αμετροέπεια και ενώ εμπλέκουμε τους μηρούς μας, η εμπλοκή δεν είναι πάντα ωραία, ως θα ώφειλε. Βλέπουν οι Αυστραλοί πως τα Riesling βγάζουν φίνα βενζοϊκά αρώματα στην παλαίωση, εξελίσσουν αυτοί ζύμες που στα βγάζουν πάνω στο χρόνο, αλλά είναι σαν να ψέκασες τα σταφύλια με πετρέλαιο πριν τα οινοποιήσεις. Αλλά αφού μπορούν και τα πουλάνε; Μπαίνει και ο παλιός κόσμος στο παιχνίδι, φτάνει να πουλάει κι αυτός χιλιάρικα τη φιάλη. Αφού μπορεί; Μαγκιά του.

Πάλι δε βλέπετε που ακριβώς είναι το πρόβλημα, ε; Μα στο ότι όταν λέγαμε μεγάλο κρασί πριν 20 χρόνια, μιλούσαμε για κρασιά που δεν πίνονταν πριν τα πέντε χρόνια και έμπαιναν στη ροπή στρέψης μετά τα 10. Οι τανίνες ήταν εκπληκτικής ποιότητας και όταν μαλάκωναν με το χρόνο, το κρασί αποκτούσε εξαιρετική δομή και διαστρωμάτωση, αρωματική και γευστική πολυπλοκότητα, το μεταγγίζαμε υποχρεωτικά σε καράφα τουλάχιστον 2 ώρες πριν και όσο προχωρούσε η φιάλη τόσο καλύτερο γινόταν. Ήταν κρασιά για meditation, για λίγο φαγητό και μικρή παρέα, με πολύ καλή μουσική, ήταν το κέντρο της βραδιάς και την έκαναν αξέχαστη. Μέχρι λίγα χρόνια πριν πίναμε Barolo και Barbaresco με λιγότερο από 30 ευρώ και μας έπαιρναν το κεφάλι, τώρα με 80 ευρώ απλά το κουνάμε απογοητευμένοι. Τα καλύτερα Ελληνικά παλιού μπορντολέζικου στυλ Καμπερνέ δεν είναι πλέον της μόδας, λόγω αυστηρής δομής και τανινών, γι’ αυτό είναι και υποτιμημένα (και κάποιοι τα αγοράζουμε συχνότερα), και ελάχιστα. Οι περισσότεροι οινοποιοί πλέον διεθνώς μαλακώνουν υπερβολικά τα κρασιά τους, ανταποκρινόμενοι στην τάση της εποχής και αυτό συνήθως οδηγεί σε κρασιά με λιγότερο χαρακτήρα, ακόμα και πλαδαρά ή ανιαρά. Δεν το κάνουν επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Η παγκόσμια τάση είναι που θέλει ακόμα και τα καλύτερα κρασιά να παλαιώνουν νωρίτερα με πολύπλοκη κομψή δομή και ελαφρύ σώμα (για να ανοίγουμε και δεύτερη φιάλη). Το ότι έχουν 40 χρόνια ακμής μπροστά τους είναι ένα ωραίο παραμύθι, αλλά ποιος θα ζει και θα πίνει τότε για να μας διαψεύσει;

Ο Θεμιστοκλής Νικολετόπουλος.

Κακά τα ψέματα. Εξαιρώντας τις ψυχές που ελκύστηκαν από μόνες τους, δοκίμασαν κάπου, τους άρεσε, το έψαξαν παραπάνω, όπως μάλλον κάνουν και σε άλλα πράγματα στη ζωή τους, οι περισσότεροι νεοφερμένοι στο κρασί αγαπούν τα γλυκούτσικα κρασιά και απέχουν τανινών, οξύτητας και τραγανής και μη πολυπλοκότητας. Παλιά που το νέο αίμα έμπαινε σε λογικές ποσότητες και από έρωτα, η ομογενοποίηση ήταν ομαλή. Μετά το ’90 όμως και την οινική αναγέννηση, τα υψηλά νούμερα νέων καταναλωτών πίεσαν για απλούστερες γεύσεις, περισσότερα αρώματα, λιγότερη πολυπλοκότητα και φυσικά λιγότερες τανίνες και ανάγκη παλαίωσης. Εδώ που τα λέμε, η παλαίωση είναι σπορ για λίγους που έχουν κελάρι ή καλό υπόγειο και οι οινοποιοί που κυκλοφορούν ήδη παλαιωμένα τα κρασιά τους είναι ελάχιστοι, λόγω κόστους. Εφ’όσον οι νέοι καταναλωτές είναι περισσότεροι και υπάρχει πολύ κρασί να πουληθεί, επιβάλλουν το γούστο τους. Η έννοια του μεγάλου κρασιού αλλάζει. Όπως αλλάζει η ζωή δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία.

Φυσικά το διευθυντήριο φροντίζει να δημιουργήσει σχολές που εκπαιδεύουν τις νέες στρατιές στην οινική μυσταγωγία, αλλά ο παλιός είναι αλλιώς, οι αμέτρητες εγγραφές στον σκληρό του εγκεφάλου από κρασιά του παρελθόντος και όσα ανακάλυψες μόνος σου έχουν άλλη αξία, όσο και αν η μέθοδος σε οργανώνει αποτελεσματικά και σύντομα. Είναι όμως η νέα γενιά βαρβάρων που θα δημιουργήσει τις νέες τάσεις. Η παλιά μπορεί να είναι ευτυχής που έζησε τη διαφορετικότητα μαζί με τη λαχτάρα για τον ελεύθερο έρωτα.

Τα νέα κρασιά είναι ήδη διαφορετικά. Θα διαφοροποιηθούν κι άλλο, προσαρμοζόμενα στη ζωή με τα πανέξυπνα κινητά αρχικά, τα εμφυτεύματα με τα οποία θα επικοινωνούμε σε λίγο μεταξύ μας, μία παγκοσμιοποίηση που πλέον είναι αδύνατον να προβλέψουμε σε βάθος χρόνου.

Οι βάρβαροι αγάπες μου είμαστε εμείς και σώσαμε το κρασί από τους εχθρούς, και τους δικούς μας από τις αμέτρητες μπύρες και κυρίως τα ναρκωτικά. Εξευγενιζόμαστε σιγά-σιγά και ελπίζω να πίνουμε κρασάρες και στο μέλλον. Ο έρωτας μιας οινικής ιντελιγκέτσιας που συμπαρασύρει τις μάζες σε ευγενή επικοινωνία, τους μαθαίνει να πίνουν για να διευρύνουν τη συνείδησή τους, αντί να την χάσουν δεν θα πεθάνει εύκολα, παρά τους χαλεπούς καιρούς. Προσωπικά, πιστεύω πως πρώτα θα βγει η ψυχή μου και μετά αυτό το χούι.

Καλή τύχη στη νέα χρονιά!

ΥΓ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με τα όνειρά σας είναι καθαρά συμπτωματική.

 

//Ο Θεμιστοκλής Νικολετόπουλος είναι ο εμπνευστής της διοργάνωσης Cycling4Wine.

 

Διαβάστε ακόμα: Πώς θα αναβαθμίσετε ένα φθηνό κρασί. Γράφει ο Κίμων Φραγκάκης

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Εχθές έγιναν τα εγκαίνια, με τη Γούπι Γκόλντμπεργκ και τον Παναγιώτη Γιαννάκη μεταξύ των προσκεκλημένων. Σύντομα, ο δαιμόνιος φαρμακοποιός / entrepreneur και οι συνεταίροι του ελπίζουν ότι όλη η ψαγμένη Νέα Υόρκη εδώ θα ψωνίζει λάδι, θα πίνει "γκρικ φρέντο" και θα απολαμβάνει μπουγάτσα σε αποδόμηση μέσα σε... ποτήρι.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Έτσι αποδεικνύει το πολύ μοδάτο αυτό λευκό σταφύλι τα θαυμαστά αποτελέσματα του εγκλιματισμού του από την κοιλάδα του Ροδανού στην Ελλάδα. Η οινολόγος και οινογράφος Μαρία Νέτσικα επιλέγει.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Αδύνατον να διαπράξει τέτοιο έγκλημα όποιος αγαπά πραγματικά τον καφέ, αυτός που ξέρει τι είναι καφές, που δεν τον πίνει μηχανικά μόνο και μόνο για να ανοίξει το μάτι του και να πάει σκουντουφλώντας στη δουλειά. Διαβάστε γιατί.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Το νέο στέκι της ομάδας του The Underdog, μόλις άνοιξε στο Παγκράτι και έχει άρωμα Wes Anderson. O Βασίλης Δημαράς το επισκέφτηκε πρώτος μαζί με τη φωτογράφο Μόνικα Κρητικού για το Andro και διαπίστωσε ότι στα "ορεινά" του Προφήτη Ηλία, δημιουργείται ένας νέος πόλος μετά το Chelsea, για το "νέο" Παγκράτι.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro