Γυναικα

Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Σκηνοθέτης που δεν είναι αυστηρός, δεν έχει λόγο ύπαρξης»

Χρειάστηκε να διαχειριστεί το «βαρύ» επώνυμό της και το θεατρικό στεγανό ότι η σκηνοθεσία είναι -κυρίως- αντρική υπόθεση. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου σε μια εκ βαθέων συνέντευξη στην Μία Κόλλια.

Φωτογραφία :
Πηνελόπη Μασούρη
 

«Η σκηνοθεσία δεν ήταν μονόδρομος με έναν εύκολο τρόπο, αλλά ήταν επί της ουσίας, δηλαδή υπήρχε και μέσα μου».

H σκηνοθεσία παρότι γένους θηλυκού, δεν είναι γυναικεία υπόθεση. Παγκοσμίως, οι σημαντικότεροι σκηνοθέτες είναι άνδρες. Και αυτό, ένα ακόμη προπύργιο, το οποίο… πού θα πάει; Θα σπάσει. Μέχρι τότε, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, μαζί με λίγες ακόμη Ελληνίδες κρατά περήφανα τα σκήπτρα. Και υπογράφει εξαιρετικές παραστάσεις, γεμάτες ενέργεια και δύναμη, άλλοτε εμφανείς άλλοτε «υποδόριες», που σε καθηλώνουν στο κάθισμα.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές στην «Κωμωδία των Παρεξηγήσεων» πώς τα κατάφερε να ενώσει κείμενο, ρυθμό, κίνηση, ήχους, μουσική και εικαστική σκηνική διαρκή μεταμόρφωση σε αυτό το απολύτως συγχρονισμένο πρωτότυπο αριστούργημα ενώ στον πρόσφατο «Βόιτσέκ» της, η μελαγχολία της ψυχής σε διαπερνούσε σαν ηλεκτρισμός. Και κάπως έτσι, αναρωτήθηκα επίσης από τι να είναι πλασμένη αυτή η νέα γυναίκα που βαστάει τόσες εκπλήξεις στο τσεπάκι της; Και τη συνάντησα.

 – Ήταν μονόδρομος η επιλογή της δουλειάς σας – και λόγω οικογένειας;
Δεν ήταν μονόδρομος με έναν εύκολο τρόπο, αλλά ήταν επί της ουσίας, δηλαδή υπήρχε και μέσα μου. Γιατί δεν σημαίνει ότι επειδή κάποιος μεγαλώνει σε ένα σπίτι ζωγράφων, ας πούμε, γίνεται και ο ίδιος ζωγράφος. Υπήρχε βέβαια μεγάλη εξοικείωση με τον χώρο και μια σαγήνη από το θέατρο και τη μουσική, αλλά από πολύ μικρή ένιωθα και τη δική μου τάση, χωρίς την προτροπή των γονιών μου -ίσα ίσα, μέσα τους μπορεί να σκέφτονταν ότι θα ήταν καλύτερα να ασχοληθώ με κάτι άλλο. Ειδικά η μητέρα μου (σ.σ. Λήδα Τασοπούλου) που είχε αντιμετωπίσει όλο αυτό τον πόλεμο ως σύζυγος του Σπύρου Ευαγγελάτου, σκεφτόταν ότι για μένα το βάρος θα ήταν διπλάσιο. Οπότε, όταν γύρω στα 18 μου της είπα ότι ήθελα να δώσω εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μεταξύ αστείου και σοβαρού, μου έλεγε να το σκεφτώ καλύτερα. Μπορεί βέβαια και να το έθετε ως προβληματισμό για να σκληραγωγηθώ σε σχέση με αυτά που πιθανώς θα συναντούσα.

«Οι καθηγητές μου στη Ρωσία ήταν μαθητές της Μαρία Κνέμπελ, η οποία ήταν μαθήτρια του Στανισλάφσκι».

– Τελικά περάσατε δύσκολα ή όχι σε σχέση με αυτό ακριβώς – το γεγονός δηλαδή ότι και οι δύο γονείς σας προέρχονταν από αυτό τον χώρο;
Αν ήμουν ηθοποιός, όπως η μητέρα μου, και έπαιζα σε παραστάσεις που σκηνοθετούσε ο πατέρας μου, ίσως θα ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα για μένα. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθα συχνά μια διάθεση αυστηρής κριτικής πολύ πιο έντονη απέναντί μου, γιατί κάποιοι ίσως θεωρούσαν ότι επειδή ήταν οι δικοί μου σε αυτό τον χώρο, βρέθηκα κι εγώ εκεί από κεκτημένη ταχύτητα. Μπορεί να είναι ένα από τα κακά της φυλής μας, να κρίνουμε τον άλλον εκ των προτέρων.

»Γενικά όμως αυτό κόπασε με τα χρόνια, εξάλλου και οι επιλογές μου ήταν δύσκολες και πολύ προσωπικές. Πρώτα απ’ όλα επέλεξα να σπουδάσω – και ως ηθοποιός στο Εθνικό αλλά και σκηνοθεσία στην Αγγλία και μετά στη Μόσχα. Τη στιγμή που συμμαθητές μου, μάλιστα στο Εθνικό, μού έλεγαν «καλά, εσύ τι θέλεις να σπουδάσεις και δεν πας κατευθείαν να παίξεις;». Θέλω να πω ότι από την αρχή έδειξα με ποιον τρόπο θα χάρασσα την πορεία μου και κυρίως ότι δεν θα στηριζόμουν σε κανέναν. Αφού λοιπόν έπαιξα δύο χρόνια στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, πήγα στην Αγγλία για ένα Μάστερ στη σκηνοθεσία, με υποτροφία, και μετά, με μια δεύτερη υποτροφία, πήγα στη Μόσχα. Πρώτα βέβαια έκανα τρεις μήνες ρωσικά υπερεντατικά, για να μάθω τη γλώσσα, γιατί είχα μεγάλο πείσμα να περάσω τις εξετάσεις.

«Τα τελευταία χρόνια, έχουμε πάρα πολλές γυναίκες που σκηνοθετούν και σε κρατικά θέατρα και σε μεγάλες σκηνές».

– Πώς σκεφτήκατε να πάτε στη Μόσχα;
Όταν ήμουν στην Πειραματική επί Λιβαθηνού, ήταν κάποιοι δάσκαλοι από τη Ρωσία και με είχαν εντυπωσιάσει πάρα πολύ οι προτάσεις τους και η μέθοδός τους. Κατόπιν όταν έφυγα για την Αγγλία, έγινε μια ανταλλαγή φοιτητών για ένα μήνα και πήγαμε στο κρατική Ακαδημίας Θεατρικής Τέχνης στη Ρωσία, όπου κάναμε μαθήματα στα αγγλικά, με μεταφραστή, πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Μου άρεσε πολύ εκεί, γνώρισα κι άλλους καθηγητές και είπα ότι έπρεπε κάποια στιγμή να γυρίσω να σπουδάσω κανονικά.

– Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τη ρωσική φιλοσοφία στη θεατρική τέχνη;
Είναι η μέθοδος, η οποία διαπερνά τα πάντα. Δηλαδή από αυτόν που διδάσκει κίνηση, ή τοποθέτηση φωνής, μέχρι αυτόν που διδάσκει υποκριτική, όλοι είναι ταγμένοι πάνω σε μία μετεξέλιξη της «Στανισλαφσκικής μεθόδου». Φαντάσου ότι οι καθηγητές μου στη Ρωσία ήταν μαθητές της Μαρία Κνέμπελ, η οποία ήταν μαθήτρια του Στανισλάφσκι. Όπως είπα βέβαια είχαν μετεξελίξει τη μέθοδό του, κανείς δεν κάνει puro Στανισλάφσκι, την προχωράς με νέες προοπτικές. Η αρχή και η πορεία μου η καλλιτεχνική, λοιπόν, νομίζω ότι με διαχώρισαν από την πορεία των γονιών μου.

– Γιατί, πιστεύετε, υπάρχουν τόσο λίγες γυναίκες σκηνοθέτιδες; Έχω παρατηρήσει ότι όταν μιλάμε για τη σκηνοθεσία ενός έργου, το μυαλό μας πηγαίνει αυτόματα σε άντρα.
Δεν είναι απολύτως αληθές αυτό, γιατί τα τελευταία χρόνια, έχουμε πάρα πολλές γυναίκες που σκηνοθετούν και σε κρατικά θέατρα και σε μεγάλες σκηνές. Πρόκειται βέβαια για ένα ηγετικό επάγγελμα και υπάρχει ακόμα μία παραδοσιακή αντίληψη σε σχέση με τις ευθύνες που μπορεί μια γυναίκα να αναλάβει. Είναι δυστυχώς θέμα προκαταλήψεων, αλλά νιώθω ότι έχει αρχίσει να μεταστρέφεται το κλίμα.

«Τα τελευταία χρόνια προτιμώ κλασικά έργα γιατί θεωρώ ότι έχουν πιο πλούσιο έδαφος για να εργαστώ».

– Εσείς αντιμετωπίσατε τέτοιο θέμα;
Όχι δεν αντιμετώπισα κάποιο ιδιαίτερο θέμα επειδή είμαι γυναίκα, αλλά γενικά αντιμετώπισα διάφορα. Πρώτα απ’ όλα, την πρώτη μου σκηνοθεσία την έκανα 26 ετών, ήμουν πολύ μικρή. Ήταν ένα project στο Εθνικό Θέατρο, όπου δέκα σκηνοθέτες σκηνοθετούσαν τις Δέκα Εντολές. Ήταν βέβαια κάτι μικρό. Η πρώτη μου μεγάλη, κανονική σκηνοθεσία, που έκανε και ένα μεγάλο μπαμ τότε, ήταν η «Ερωτευμένη νεκρή» στο Αμφι-Θέατρο, την άνοιξη του 2007, με πρωταγωνιστές τη Στεφανία Γουλιώτη και τον Νικόλα Παπαγιάννη. Ήταν μια παράσταση που παίχτηκε για δύο σεζόν, σε μια νέα μικρή σκηνή που ίδρυσα μέσα στο Αμφι-Θέατρο, χωρούσε 45 θεατές και την ονομάσαμε «Είσοδο Κινδύνου». Εκεί παρουσιάσαμε τρεις δουλειές συνολικά, οι άλλες δύο ήταν «Η Λέσχη της Αυτοκτονίας» και «Η Εκδίκηση». Για να επανέλθω στην ερώτηση, λοιπόν, τα δικά μου θέματα που έπρεπε να αντιμετωπίσω, ήταν πρώτα το ότι ήμουν μικρή, δεύτερον ότι είχα το όνομα Ευαγγελάτου και τρίτο ερχόταν το γεγονός ότι είμαι γυναίκα.

«Νομίζω ότι σκηνοθέτης που δεν είναι αυστηρός, δεν έχει λόγο ύπαρξης».

– Έχει σημασία το γεγονός ότι έχετε σπουδάσει υποκριτική για το πόσο καλή σκηνοθέτιδα είστε;
Ναι, πιστεύω ότι έχει. Και η θητεία μου στην αρχή ως ηθοποιός αλλά και οι σπουδές μου στη Ρωσία -γιατί εκεί όποιος σπουδάσει σκηνοθέτης πρέπει απαραίτητα να σπουδάσει και ηθοποιός-, με διαμόρφωσαν. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα τρομερό εργαλείο και είναι κρίμα ένας σκηνοθέτης να μην το έχει.

«Μια μεγάλη μου έμπνευση στην ”Κωμωδία των παρεξηγήσεων” ήταν το Triadisches Ballett του Όσκαρ Σλέμερ, του 1919».

– Τι σας κέρδιζε κυρίως στη σκηνοθεσία;
Νομίζω ότι η σκέψη μου ήταν πιο συνολική πάνω σε ένα έργο, επιθυμούσα να έχω μια συνολικότερη αίσθηση του πράγματος και τη γενικότερη ευθύνη. Αυτό για μένα είναι πιο γοητευτικό.

– Αυτό βέβαια σημαίνει και λιγότερη φήμη και προβολή, είστε πίσω από τα φώτα.
Ναι, αλλά δεν το σκέφτομαι αυτό, δεν με ενδιαφέρει -και δεν ισχύει εντελώς, γιατί υπάρχουν κάποιοι σκηνοθέτες σταρ. Η διαφορά με τον ηθοποιό είναι ότι αναγνωρίζεται πιο εύκολα το πρόσωπό του.

– Τι είναι αυτό που ψάχνετε σε ένα έργο, που σας κάνει να το επιλέξετε για να το σκηνοθετήσετε;
Είναι πολύ διαφορετικό πράγμα κάθε φορά, γιατί τις περισσότερες φορές ψάχνω έχοντας στον νου μου συγκεκριμένο χώρο. Δηλαδή, τώρα ψάχνω έργο για την Επίδαυρο, ή για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ή για το Θέατρο Βασιλάκου. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Μπορεί βέβαια να έχω στον νου μου κάποιον ηθοποιό ή κάποιο έργο και να βρούμε μετά το πού θα το κάνουμε, αλλά κυρίως ισχύει η πρώτη εκδοχή.

– Προτιμάτε τα κλασικά έργα;
Τα τελευταία χρόνια, ναι, γιατί θεωρώ ότι έχουν πιο πλούσιο έδαφος για να εργαστώ.

– Θεωρώ ότι ο «Βόυτσεκ», που ανεβάσατε, είναι ένα δύσκολο έργο για να το δει κάποιος. Όταν επιλέγετε να σκηνοθετήσετε ένα έργο, σκέφτεστε σε πόσους και σε ποιους απευθύνεστε;
Όχι, δεν το σκέφτομαι ποτέ -ούτε όταν παρουσίασα την «Άλκηστη» ως ένα σώμα το οποίο άγεται και φέρεται, το οποίο ξεσήκωσε αντιδράσεις. Τουλάχιστον δεν το σκέφτηκα αναχαιτιστικά. Πάντα συζητάμε τα πράγματα με τους συνεργάτες μου και ξέρουμε ακριβώς τι φτιάχνουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι όταν εργάζεσαι πάνω σε κάτι, στην πορεία θα κάνεις εκπτώσεις για να γίνει πιο εύπεπτο. Άλλωστε, όλα αυτά τα δώδεκα χρόνια που σκηνοθετώ, νιώθω ότι έχω και μια ευθύνη απέναντι στον εαυτό μου και σ’ αυτό που προτείνω.

«Ο σκηνοθέτης δεν είναι κάποιος που κάνει τις χάρες των άλλων. Αυτό έχει παρεξηγηθεί λίγο».

– Όταν βλέπετε την παράσταση που έχετε σκηνοθετήσει, σκέφτεστε ότι κάποια πράγματα θα έπρεπε να τα είχατε κάνει διαφορετικά;
Ναι, γι’ αυτό και προσπαθώ να τη βλέπω συχνά. Παρακολουθώ την πορεία της όσο πιο στενά μπορώ. Τώρα φέτος, επειδή έχω δύο παραστάσεις είναι πιο δύσκολο, αλλά γενικά το κάνω, μου αρέσει. Ειδικά στην αρχή. Φυσικά, αν παίζεται έξι μήνες, δεν θα είμαι κάθε βράδυ εκεί! Είναι βέβαια πολύ δύσκολο να πεις ότι θα το έκανα τελείως διαφορετικά όταν το βλέπεις από μέσα, γιατί όταν παίζεται, είμαστε ακόμα μέσα. Μπορεί όμως να πεις ότι, να αυτό το σημείο θέλει λίγο ακόμα φροντίδα, ή αυτό θέλει ακόμα δουλειά, ή αυτό ακόμα δεν έχει πετύχει, αλλά όχι ότι θα αλλάξει 180 μοίρες. Γι’ αυτό και συνεχίζουμε να συζητάμε, να κάνουμε διορθώσεις.

– Θεωρείτε ότι ως σκηνοθέτιδα, όσον αφορά τη συμπεριφορά, είστε αυστηρή; Μπορείτε να το κρίνετε αυτό;
Νομίζω ότι σκηνοθέτης που δεν είναι αυστηρός, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ο σκηνοθέτης δεν είναι κάποιος που κάνει τις χάρες των άλλων. Αυτό έχει παρεξηγηθεί λίγο. Ο ηθοποιός πρέπει να νιώθει ότι υπάρχει ένα όραμα μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτύξει την ερμηνεία του. Πρέπει όμως να υπάρχει συγκεκριμένο πλαίσιο. Πρέπει να υπάρχουν κανόνες, όπως και έμπνευση, να υπάρχει ανοιχτό, ελεύθερο πεδίο, με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς όμως. Για μένα το ιδανικό είναι μία συμπόρευση με τους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους καλλιτεχνικούς συνεργάτες και μία διάπλαση του οράματος.

»Ανάλογα με την περίπτωση, κάποιες φορές μπορεί να προσέλθω στην πρόβα εξαρχής απολύτως συγκεκριμένη πάνω σε αυτό που ζητάω. Άλλες φορές μπορεί τα πράγματα να είναι λίγο πιο ανοιχτά – εξαρτάται, δεν υπάρχει κανόνας για μένα. Ίσα ίσα υπάρχουν και φορές, ακόμα και μέσα σε πολύ συγκεκριμένες κατευθύνσεις, όπου χρειάζονται οι προτάσεις από τους ηθοποιούς. Μέσα στο πλαίσιο που τους δίνω, όχι ό,τι να ‘ναι – έχει διαφορά αυτό. Δηλαδή ότι τα πράγματα θα γίνουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με συγκεκριμένους κανόνες εκφοράς του λόγου, με συγκεκριμένη αισθητική αντιμετώπιση, από εκεί και πέρα όμως ο ηθοποιός πρέπει να είναι ένα δημιουργικό κομμάτι και όχι ένα πιόνι. Εμένα αυτό με ευχαριστεί, αυτό μου αρέσει.

«Το εικαστικό στον ”Βόυτσεκ” έχει να κάνει με τη δραματουργία».

– Στην «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» αλλά και στον «Βόυτσεκ», που παρακολούθησα, ένιωσα σαν να υπάρχει μία πολύ δυνατή εικαστική άποψη και συνέχεια. Ενώ είναι τελείως διαφορετική η εικόνα, το εικαστικό είναι πολύ αναγνωρίσιμο. Θεωρείτε το εικαστικό πολύ σημαντικό κομμάτι μιας παράστασης;
Ναι, βέβαια. Γιατί το εικαστικό υποστηρίζει ολόκληρη την άποψη, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο. Ειδικά όταν πρόκειται να κάνω έναν Βόυτσεκ πιερότο, θλιμμένο κλόουν…

– Σας αρέσει αυτό το ύφος, η μεταμόρφωση;
Αυτό προήλθε από το έργο. Υπάρχουν δύο κεντρικές σκηνές, στο πανηγύρι και στο τσίρκο, μέσα από τις οποίες ξετυλίγεται όλη η σύλληψη ότι αυτό είναι το σκοτεινό τσίρκο του μυαλού του. Όλοι είχαν λίγα στοιχεία κλόουν, τσίρκου. Άλλος ήταν ο θηριοδαμαστής, άλλος ήταν ο πιερότος, κάποια ήταν το κορίτσι του τσίρκου. Αυτά όμως προέρχονται από το έργο, δεν είναι ότι επειδή μας αρέσει το μπλε, σήμερα θα τα κάνουμε όλα μπλε. Το εικαστικό έχει να κάνει με τη δραματουργία.

– Πιστεύω πάντως ότι η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» ήταν πάρα πολύ δύσκολη να σκηνοθετηθεί. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς καταφέρατε αυτό τον συγχρονισμό των ήχων με την αδιάκοπη κίνηση. Πόσο καιρό κάνατε πρόβες;
Τρεισήμισι μήνες, 7 ώρες την ημέρα. Είχαμε μία μαγική συνάντηση και συνεργασία με την Πατρίσια Απέργη, τη χορογράφο, τον Γιώργο Πούλιο που έκανε τη μουσική σύνθεση και τους ήχους, σε συνεργασία βέβαια με όλους. Αυτά τα πράγματα χτίζονται πάνω σε μία αρχική σύλληψη σιγά σιγά, όταν δίνεις τροφή στους συνεργάτες σου να εργαστούν. Είναι αυτό που έλεγα πριν. Εδώ ξεκίνησε όλη η κατεύθυνση κυρίως από τα κοστούμια, που μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό, χωρίς να μπορώ να πω αυτή τη στιγμή από πού και γιατί. Φυσικά μια μεγάλη μου έμπνευση ήταν το Triadisches Ballett του Όσκαρ Σλέμερ, του 1919, το οποίο έχει Bauhaus κοστούμια, με σχήματα τεράστια. Με αυτή τη σκέψη πήγα στη Βασιλική Σύρμα, την ενδυματολόγο, και της είπα, εγώ θέλω αυτό το έργο να το ανεβάσω με τέτοια φόρμα και με τέτοια κουστούμια. Αυτό ήταν το νούμερο 1 και μετά προστέθηκε η κίνηση.

«Κάνω αυστηρά μία με δύο σκηνοθεσίες τον χρόνο, όχι παραπάνω. Η επόμενή μου σκηνοθεσία είναι τον Δεκέμβριο του 2019».

– Ξεκίνησε δηλαδή ανάποδα…
Ναι. Είχα βρει το έργο βέβαια, αλλά πρώτα βρήκα τα κοστούμια, μετά αρχίσαμε να σκεφτόμαστε με την Εύα Μανιδάκη το σκηνικό, μετά μπήκε η κίνηση, για την οποία ερευνήσαμε πολλά διαφορετικά είδη για να καταλήξουμε. Μάλιστα οι ηθοποιοί εκπαιδεύτηκαν στο κλασικό μπαλέτο κανονικά για να μπορέσουν να κάνουν όλα αυτά που έκαναν και μετά μπήκε η μουσική και οι «ζωντανοί» ήχοι. Υπήρξε πάντως τρομερή πίστη από τους ηθοποιούς, τρομερός ενθουσιασμός, αφοσίωση και δόσιμο, προτάσεις και αυτοσχεδιασμοί και κέφι πολύ. Είναι σημαντικό. Δεν θα έβγαινε αυτό το αποτέλεσμα, αν δεν υπήρχε πίστη σε αυτή την κατεύθυνση και ακάματη εργασία.

«Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εξέλιξη στην τέχνη. Είναι δηλαδή πιο εξελιγμένος ο Μπετόβεν από τον Μπαχ επειδή είναι μεταγενέστερος;»

– Ποιο έργο σας δυσκόλεψε πιο πολύ, αυτό ή ο «Βόυτσεκ»;
Είναι δύσκολο να το πω… Νομίζω ο Σαίξπηρ – μόνο και μόνο το είδος αυτό της κωμωδίας, με πολλά στοιχεία φάρσας, φέρει μια τεράστια δυσκολία για το πώς θα το αντιμετωπίσεις. Ο «Βόυτσεκ» είχε μια ατμόσφαιρα πιο κοντά μου. Το έργο το λατρεύω από την εφηβεία μου. Το έχω στη βιβλιοθήκη μου και το διαβάζω ανά διαστήματα -τον «Άμλετ» κι αυτό. Είναι πάντως και τα δύο δυσκολότατα έργα.

– Κάνατε την «Κωμωδία» και μετά από λίγο ξεκίνησε το «Βόυτσεκ». Δεν χρειάζεστε και λίγο χρόνο, ειδικά ως σκηνοθέτης, από τη μία παράσταση στην άλλη;
Εγώ κάνω αυστηρά μία με δύο σκηνοθεσίες τον χρόνο, όχι παραπάνω. Η επόμενή μου σκηνοθεσία είναι τον Δεκέμβριο του 2019, δηλαδή σε δέκα μήνες. Για τις δύο αυτές σκηνοθεσίες, είχα έξι μήνες να τις προετοιμάσω. Η προηγούμενη πρεμιέρα μου, το «Ζ» στη Λυρική, ήταν τον περασμένο Μάρτιο. Όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι δεν έκανα τίποτα και ξεκίνησα τον Αύγουστο πρόβες για την «Κωμωδία» και μετά τον Νοέμβριο, πρόβες για τον «Βόιτσεκ».

– Τη θεατρική σκηνή της χώρας μας πώς τη βλέπετε, εξελίσσεται; Φέτος, ομολογουμένως, έχουμε δει πολύ ωραίες παραστάσεις…
Εγώ δεν είχα φέτος τον χρόνο να πάω να δω άλλες παραστάσεις. Να σας πω την αλήθεια, όμως, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εξέλιξη στην τέχνη. Είναι δηλαδή πιο εξελιγμένος ο Μπετόβεν από τον Μπαχ επειδή είναι μεταγενέστερος; Δεν μπορούμε να πούμε τέτοιο πράγμα.

– Δουλεύετε πιο εύκολα με μεγαλύτερους ή με μικρότερους, σε ηλικία, ηθοποιούς;
Συνεργάζομαι και με πολύ νέους ηθοποιούς και με πιο έμπειρους. Είχαμε μια υπέροχη συνεργασία με τον Γιάννη Φέρτη πέρυσι στην Επίδαυρο, στην «Άλκηστη» και μια εξίσου υπέροχη συνεργασία με παιδιά που τελείωσαν πέρυσι τη σχολή, που πήρα από οντισιόν. Έχει να κάνει με την ψυχική διαθεσιμότητα, πόσο ανοιχτός και γενναιόδωρος είναι κάποιος, πόσο θεωρεί ότι δεν τα ξέρει όλα και πόση διάθεση έχει να ξεβολευτεί από κατακτημένους τρόπους έκφρασης και να δοκιμάσει και κάτι άλλο. Αυτό με τα χρόνια είναι δυσκολότερο, αλλά έχω παρατηρήσει ότι δεν είναι γνώρισμα της ηλικίας, έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία. Δηλαδή μπορεί να είσαι κολλημένος και συντηρητικός στα 25 σου, χωρίς να χρειαστεί να φτάσεις στα 55.

«Νομίζω ο Σαίξπηρ με δυσκόλεψε πολύ. Μόνο και μόνο το είδος αυτό της κωμωδίας, με πολλά στοιχεία φάρσας, φέρει μια τεράστια δυσκολία».

– Με την ταπεινότητα δεν έχει να κάνει;
Όχι, με την εξυπνάδα θα έλεγα, για να είμαι ειλικρινής. Γιατί πρώτα είναι θέμα προσαρμοστικότητας, ευελιξίας και ευστροφίας και δεύτερον το να μπορεί να καταλάβει ότι ένα πλαίσιο ενδιαφέρον και καλλιτεχνικά πλούσιο μόνο σε καλό μπορεί να του βγει.

– Σας έχουν δυσκολέψει κάποιοι ηθοποιοί; Έχει τύχει να κάνετε μια επιλογή και στην πορεία να δείτε ότι δεν βγαίνει αυτό που θέλετε, αλλά να μην μπορείτε να κάνετε πίσω;
Βεβαίως, αλλά η εμπειρία σε μαθαίνει πάρα πολλά πράγματα. Δεν μπορείς πάντα να προφυλαχθείς, γιατί μπορεί κάποιος να είναι ένας υπέροχος ηθοποιός, που δεν είναι όμως στη φάση να συνεργαστεί ή μπορεί να μην ταιριάζουν τα χνώτα σας. Επειδή είναι ένα καλλιτεχνικό πεδίο αυτό, μπορεί να πρόκειται για δύο υπέροχους ανθρώπους σε άλλες συνθήκες, αλλά μαζί να μην ανθίζουν. Μου έχει συμβεί αυτό. Πρέπει να προσπαθήσεις να διαμορφώσεις την κατάσταση έτσι ώστε να γίνουν τα πράγματα όσο το δυνατόν καλύτερα. Πολλές φορές μπορεί να έρθεις και σε ρήξη, όταν βλέπεις ότι αυτό το πράγμα δεν λειτουργεί καθόλου και είναι εις βάρος όλου του αποτελέσματος. Υπάρχει και αυτή η πιθανότητα.

 

INFO
Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΩΝ
Νέο Θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου»
Προφήτη Δανιήλ 3-5 & Πλαταιών,Κεραμεικός
Τηλ.: 2110132002-5

ΒΟΫΤΣΕΚ
Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασ. Γεωργίου,Πειραιάς
Τηλ.: 2104143310-20

 

Διαβάστε ακόμα: Μαρία Ναυπλιώτου, η Μαρία συναντά τη Μαρία.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Ας το παραδεχθούμε: ο έρωτας περνάει, αλλά η καύλα ποτέ. Θα μας ακολουθεί πάντα. Σε κάθε υποψία γυμνού δέρματος, στη γυναικεία φούστα που σηκώνεται στον αέρα, στα τυχαία αγγίγματα στο τρένο.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Κανείς δεν ξέρει καλύτερα τους ποιητές από τους ίδιους: τον βέβαιο δρόμο τους, το πώς φεύγουνε μια μέρα, την ασχήμια που είναι η κόλασή τους... Αυτά είναι πέντε από τα ωραιότερα νεοελληνικά ποιήματα του είδους –με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ο Απόστολος Δοξιάδης θυμάται πώς μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Θεωρία των Συνόλων», που διάβασε στα 15 του, άγγιξε για πρώτη φορά το απόγειο της αίσθησης της υπερβατικής ομορφιάς των μαθηματικών και την υπόσχεση για την αποκάλυψη της πεμπτουσίας της αλήθειας.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, το άγχος της υποκριτικής, η έννοια της ομορφιάς και του δίπολου ευτυχία-δυστυχία. Ο Αλέκος Συσσοβίτης μιλάει στο Andro και την Μία Κόλλια και δεν κρύβεται.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top Andro