To Λεξικό

μπόινγκ (το) 1. αυτό που εξαφανίστηκε: τη μια μέρα ήμασταν όλοι μαζί και την άλλη ο παππούς έγινε μπόινγκ και τρέχαμε να τον βρούμε ΣΥΝ λιαντίνι 2. συζήτηση στην οποία συμμετέχουν άσχετοι με το αντικείμενο: ελάτε να κάνουμε ένα μπόινγκ και να μιλήσουμε για τις εξελίξεις στην Ουκρανία ΣΥΝ παράθυρο 3. άποψη άσχετου για ειδικό θέμα: ο Πρετεντέρης είχε καλεσμένους τον Μιχελάκη, την Κανέλλη και τον Κατρούγκαλο και επί μία ώρα έλεγε ο καθένας το μπόινγκ του για το χαμένο αεροπλάνο ΣΥΝ το μακρύ και το κοντό 4. θέμα που ευνοεί την ανάπτυξη θεωριών συνομωσίας: τα μόνο θέματα που με ενδιαφέρουν είναι τα μπόινγκ: εξωγήινοι, τρομοκρατία, ακραία καιρικά φαινόμενα, σεισμοί και τέτοια ΣΥΝ αεροψεκασμοί.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro