To Λεξικό

σαρακοστή (η) 1. περίοδος δίαιτας που βασίζεται στην ενδιαφέρουσα ιδέα πως το υπέρτατο ον, ελλείψει άλλων ενδιαφερόντων, νοιάζεται πολύ για τη διατροφή σου: ο Θεός βλέπει που δεν νηστεύεις τη σαρακοστή και θα σε τιμωρήσει ΣΥΝ ραμαζάνι 2. προετοιμασία για υπερβολική, στα όρια της χυδαιότητας, κρεατοφαγία: καλύτερα να κάνεις σαρακοστή σήμερα, γιατί αύριο θα πάμε για παϊδάκια, γουρουνοπούλα και κοκορέτσια στου Μπουρδοπίτουρα 3. ασθένεια της οποίας το βασικό σύμπτωμα είναι η μετάλλαξη, υγιών κατά τα άλλα, ανθρώπων σε βετζετέριαν: ο καημένος ο Θανάσης έπαθε σαρακοστή κι έχει να φάει κρέας δυο εβδομάδες.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro