Η «Βέρα» του Κεχαΐδη ‒και όσα λένε οι άντρες μεταξύ τους

Ο σκηνοθέτης (Νίκος Ορφανός) και οι τρεις πρωταγωνιστές (Πέτρος Αλατζάς, Βασίλης Βλάχος, Γιώργος Μωρογιάννης), της παράστασης «Βέρα» μιλούν για το στόρι και τους ρόλους του έργου τού Δημήτρη Κεχαΐδη, ιχνηλατούν τα όρια της ανδρικής φιλίας και αναζητούν αντανακλάσεις της Ελλάδας του εξήντα στην εποχή της Κρίσης.

Φωτογραφία : Βασιλική Σβώλου
Fashion Editor : Βίβιαν Ρουβέλα

0

Νίκος Ορφανός: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε τα έργα που ”έχτισαν” την ελληνική δραματουργία. Αυτή τη στιγμή έχουμε ένα χάσμα στην παραγωγή νέων θεατρικών έργων, άρα πρέπει να κρατάμε τη φλόγα του ελληνικού έργου ζωντανή». Γιλέκο Montedoro και πουκάμισο Maria Santangelo, όλα Mah Jong, παντελόνι Gant, παπιγιόν Zara, γυαλιά Persol, Luxottica.

Νίκος Ορφανός (ο σκηνοθέτης)

Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να ενοποιήσω τρεις διαφορετικές υποκριτικές τεχνικές των ηθοποιών σε έναν κοινό κώδικα, σύγχρονο και κατανοητό, με βάση ένα κείμενο άλλης εποχής. Ενώνουμε λοιπόν ένα ψηφιδωτό από μνήμες του παρελθόντος. Ψηφίδες που τις θέτει ο συγγραφέας, οι ηθοποιοί, η χρονική περίοδος. Όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε έτσι που να τα βλέπει κάποιος σήμερα φτιαγμένα ως σύγχρονο υλικό. Κατά κάποιον τρόπο φτιάχνουμε ένα παλιό φαγητό σε ένα σύγχρονο φούρνο χωρίς να αλλοιωθεί η γεύση του και να φανεί ξεπερασμένο.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε τα έργα που «έχτισαν» την ελληνική δραματουργία. Ο Κεχαΐδης ήταν ένας από τους συγγραφείς αυτούς, μαζί με τον Καμπανέλλη, τη Λούλα Αναγνωστάκη, τον Σκούρτη και κάποιος άλλους. Ωστόσο αυτή τη στιγμή έχουμε ένα χάσμα στην παραγωγή νέων θεατρικών έργων, άρα πρέπει να κρατάμε τη φλόγα του ελληνικού έργου ζωντανή. Στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη ξεκινάει μια νέα εποχή στο ελληνικό έργο, γιγαντώνεται στα μέσα του εξήντα μέχρι τα τέλη του εβδομήντα και μετά έχουμε πτώση. Δεν έχουμε έργα, ιστορίες που να μιλάνε για το σήμερα, τις κοινωνίες μας, τις πόλεις μας. Υπάρχει μια γενικότερη κρίση παγκοσμίως. Αυτό το αποδίδω στο ότι πολλοί θίασοι δεν προσανατολίστηκαν στην αναζήτηση νέων ελληνικών έργων και αυτό έπληξε το ίδιο το επάγγελμα του θεατρικού συγγραφέα.

Πριν την κρίση όλοι απορούσαμε, αναρωτιόμασταν τι παράγει αυτή η χώρα και δεν βρίσκαμε τίποτα. Μόνο καταναλώναμε, χωρίς να παράγουμε κάτι εξαγώγιμο και ανταγωνιστικό. Η Ελλάδα της «ευμάρειας» δεν ήταν λιγότερο φρικτή από αυτό που ζούμε τώρα. Μη μας ξεγελάει ότι τότε είχαμε πέντε φράγκα στην τσέπη. Δεν υπήρχε καμία πνευματικότητα, ήταν όλα χρεοκοπημένα, η παιδεία, τα σχολεία… Ζούσαμε με μια υποκριτική συμπεριφορά, κάναμε ότι περνούσαμε καλά, ενώ ήταν χάλια. Δεν υπήρχε καμία αξιοκρατία και το κράτος ήταν κουρέλι. Το «ιδεολόγημα» πατρίδα δεν υπήρχε πουθενά. Τι είχε αυτή η πατρίδα ως αξία για την οποία κάποιος έπρεπε να θυσιαστεί; Μη μιλήσουμε για τα βουνά και την ιστορία. Πρέπει να φτιάξουμε το παρόν μας!

Τα επόμενα σχέδιά μου; Ήδη ξεκινάω γυρίσματα στην επόμενη ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη που έχει τίτλο «Σεβαλιέ». Θα είναι εντελώς διαφορετική από όσες έχει κάνει. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να πω τίποτα παραπάνω…

7

Γιώργος Μωρογιάννης: «Οι συγκρούσεις μεταξύ των τριών φίλων του έργου του Κεχαΐδη είναι τόσο έντονες όσο ακριβώς για να μην κοπεί το νήμα της φιλίας…». Σακάκι Sartoria Partenopea και ζιβάγκο Rene Lezard, όλα Mah Jong.

Γιώργος Μωρογιάννης (Μήτσος)

Η «Βέρα» είναι το έργο μιας αντροπαρέας που συναντιέται μια περίεργη βραδιά, κατά την οποία έχει μεσολαβήσει και ο θάνατος ενός άλλου φίλου. Ο Κώστας και ο Μήτσος είναι ήδη πιωμένοι και αρχίζουν να συζητάνε για μια βέρα που αφορά τη Μαρία, μια κυρία ‒η οποία δεν εμφανίζεται ποτέ στο έργο. Εγώ υποδύομαι τον χρυσοχόο, που ισχυρίζεται ότι τη βέρα την έκλεψε η κυρία που του την παρήγγειλε. Αυτή η κυρία παίζει ένα φαντασιακό ρόλο και στους τρεις άντρες, είναι το πρόσωπο που περιμένουν στη μοναξιά και τη χαμοζωή τους.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των τριών φίλων του έργου είναι τόσο έντονες όσο ακριβώς για να μην κοπεί το νήμα της φιλίας. Εκεί είναι ίσως η διαφορά αντρών-γυναικών. Δεν ξέρω αν σε μια συντροφιά γυναικών που θα συζητούσε αυτά τα πράγματα μετά θα εξακολουθούσε να υπάρχει σχέση μεταξύ τους. Πιθανώς δεν θα είχαν το σθένος και την αγάπη να ξαναβρεθούν. Τώρα θα μου πεις τι αγάπη είναι αυτή μεταξύ φίλων; Από τη μια φαντάζει λυκοφιλία, από την άλλη σαν κάτι βαθύ, αφού υπάρχει συνέχεια.

Χωρίς τη γυναίκα ο άντρας είναι ένα τίποτα ‒ελπίζω να ισχύει το ίδιο και για τις γυναίκες. Δεν έχω ζήσει τέτοια μοναξιά ώστε να πω πώς είναι η ζωή χωρίς το άλλο φύλο, παρότι τώρα που μεγαλώνω προς τα εκεί οδηγώ τη ζωή μου.

Στο μόνο στοιχείο που μπορεί να ταιριάζω με τον Μήτσο είναι ηλικιακά και εμφανισιακά. Έχω αμφιβολίες για το χιούμορ του ήρωα, αν βγαίνει κάτι τέτοιο είναι από τις παγίδες που στήνει στον εαυτό του και στους άλλους. Εγώ δεν θα έπεφτα σε τέτοιες παγίδες.

8

Βασίλης Βλάχος: «Μέσα από τον Κεχαΐδη σκιαγραφούνται οι προπάτορές μας, που έχουν αφήσει ένα παρελθόν το οποίο εμείς συνεχίζουμε». Καζάκα και πουκάμισο Lacoste, παπιγιόν Zara.

Βασίλης Βλάχος (Προκόπης)

Ο Προκόπης έχει πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία, έχει ένα παλιό βιβλιοπωλείο είναι δειλός, κλειστός και ψάχνει το παρελθόν του. Μέσα από εκεί φτιάχνει ιστορίες και σενάρια. Συναντιέται με τους φίλους του και κάνουν αυτό το παιχνίδι. Είναι ένας ήρωας που προσπάθησε μέχρι ενός σημείου. Αναγνωρίσιμο άτομο της εποχής εκείνης. Ο παππούς μου, ας πούμε, ή ο θείος μου…

Το βράδυ στο οποίο αναφέρεται το έργο γίνεται κάτι τόσο οριακό που όλοι ξεφεύγουν, περνάνε την κόκκινη γραμμή. Με το πείραγμα ρίχνει λάσπη ο ένας στον άλλον με αφορμή τη Μαρία. Η οποία μπορεί να μην είναι το αιθέριο πλάσμα του έργου, αλλά μια απλή κυρία που δουλεύει στο γραφείο…

Μέσα από τον Κεχαΐδη σκιαγραφούνται οι προπάτορές μας, που έχουν αφήσει ένα παρελθόν το οποίο εμείς συνεχίζουμε. Με αφορμή το έργο κοιτάζουμε τους παλιούς. Πώς μίλαγαν, πώς συμπεριφέρονταν, τι εμμονές είχαν; Και αυτό ξεγυμνώνει την ελληνική επαρχία της εποχής εκείνης. Είναι γοητευτικό να γνωρίζεις, με τη γλώσσα του Κεχαΐδη, τις αντροπαρέες τότε, τα σχέδιά τους, αλλά και τη μοναξιά τους.

Θεωρητικά μετά από μεγάλες καταστροφές και έκπτωση αξιών, βγαίνουν πράγματα. Όμως σήμερα κάτι φταίει. Έχουμε άραγε στερέψει και πια δεν μας κάνει τίποτα εντύπωση; Τώρα επιδιδόμαστε σε αναπαραγωγές. Αλλά στην Ελλάδα έχουμε και κάποια γεροντολαγνεία, δεν αφήνουμε τους νέους. Υπάρχει το κατεστημένο που τραγουδάει και παίζει μέχρι τα ογδόντα. Τα βλέπει αυτά ο νέος, άνεργος ων, και λέει «εγώ πότε θα εκφραστώ;» Για αυτό και έχει γεμίσει όλη η Αθήνα μικρούς ναούς τέχνης ‒καλούς κακούς, δεν έχει σημασία!

6

Πέτρος Αλατζάς: «Δεν ξέρω αν η μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα μας έφερε μέχρι εδώ, δεν νομίζω ότι είναι μόνο αυτό…» Σακάκι Sartorio και μαντήλι Roda, όλα Mah Jong, ζιβάγκο Trussardi, γυαλιά Giorgio Armani, Ταρτάρας.

Πέτρος Αλατζάς (Κώστας)

Ο Κώστας ήταν παντρεμένος, έχει χωρίσει και στο μεταξύ έχει πεθάνει η γυναίκα του. Στο έργο αναφέρεται ότι μπορεί και να έκανε τα στραβά μάτια επί Κατοχής, επειδή η γυναίκα του πήγαινε με τον κατακτητή. Ίσως και αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που χώρισε. Έπειτα εξαφανίστηκε από τη Λάρισα, πήγε στην Αθήνα, έκανε διάφορες δουλειές και γύρισε μετά από χρόνια. Αυτό δείχνει ότι κάπου είχε λερωμένη τη φωλιά του, πως είχε τύψεις για ό,τι συνέβη.

Όταν πάει να γίνει κάτι, ο Κώστας το γυρνάει στην πλάκα, λειτουργεί αποσυμπιεστικά. Κι εγώ, ως Πέτρος, έχει τύχει να παίξω σε δύσκολες καταστάσεις τον κλόουν. Έπρεπε να το γειώσω.

Δεν ξέρω αν η μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα μας έφερε μέχρι εδώ, δεν νομίζω ότι είναι μόνο αυτό. Η νοοτροπία της υποτέλειας, ότι το κράτος είναι κάτι έξω από εμάς, το να καταδίδεις τον άλλον για να σώσεις το τομάρι σου, όλα αυτά κοινωνικά έχουν τις ρίζες τους αιώνες πίσω. Δεν καταφέραμε να σταθούμε ποτέ στα πόδια μας, να έχουμε δική μας ταυτότητα. Μονίμως χρωστούσαμε, ήμασταν εξαρτημένοι, θέλαμε την εύκολη λύση, να αντιγράφουμε. Δεν μπήκαμε στον κόπο να φτιάξουμε κάτι δικό μας.

2(1)

Από αριστερά: Βασίλης Βλάχος: Καζάκα, πουκάμισο και παντελόνι Lacoste, παπιγιόν Zara, παπούτσια Perla Pura. Γιώργος Μωρογιάννης: Σακάκι Sartoria Partenopea, ζιβάγκο και παντελόνι Rene Lezard, όλα Mah Jong, παπούτσια Perla Pura. Πέτρος Αλατζάς: Σακάκι Sartorio, παντελόνι Incotex, μαντήλι Roda, όλα Mah Jong, ζιβάγκο Trussardi, γυαλιά Giorgio Armani, Ταρτάρας, παπούτσια Perla Pura. Νίκος Ορφανός: Γιλέκο Montedoro και πουκάμισο Maria Santangelo, όλα Mah Jong, παντελόνι Gant, παπιγιόν Zara, γυαλιά Persol, Luxottica, παπούτσια Frau, Perla Pura. Ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική φιλοξενία την κυρία Μαίρη Μαυρή Βαβαγιάννη.

//«Βέρα», πολυχώρος «Αλεξάνδρεια», Σπάρτης 14, πλατεία Αμερικής, τηλ. 210 8673655. Παραστάσεις κάθε Σάββατο 21.00 και Κυριακή 18.30.

Δείτε επίσης

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro