Γιατί ξέρουμε τόσα λίγα για το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης;

    Ο Αρχαιολόγος – Ιστορικός Παναγιώτης Καμπάνης μας ξεναγεί στο ΜΒΠ της Θεσσαλονίκης, που το 2005 βραβεύτηκε ως το καλύτερο μουσείο της Ευρώπης αλλά ελάχιστοι έμαθαν για αυτό.

     

    Η κύρια είσοδος του Μουσείου. (Όλες οι φωτογραφίες είναι του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης)

    Πέρασε ένας αιώνας από τότε που οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν ότι έφτασε η ώρα της απελευθέρωσης και της Θεσσαλονίκης, καθώς και όλης σχεδόν της Βόρειας Ελλάδας. Η οθωμανική αυτοκρατορία δεν ικανοποιούσε άλλο τα συμφέροντα της Δύσης και έτσι αποφάσισαν το νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος να επεκταθεί προς το Βορρά. Όχι όμως μέχρι τα Στενά του Βοσπόρου. Αυτά μαζί με την Κωνσταντινούπολη τα άφησαν για αργότερα, μιας και δεν εμπιστευόταν ακόμη την ικανότητα των Νεοελλήνων στη διαχείρισή τους. Πρόκειται ίσως για την μοναδική περίπτωση που ένας λαός απελευθερώνεται αφήνοντας υπό κατοχή την πολιτική και θρησκευτική πρωτεύουσά του.

    Ήταν ανήμερα της γιορτής του αγίου Δημητρίου, 26 Οκτωβρίου του 1912, όταν ο Χασάν Ταχσίν Πασάς, ένα σκοτεινό και μάλλον άγνωστο πρόσωπο της Ιστορίας, με την χαρακτηριστική ιστορική του φράση: «Μια Θεσσαλονίκη υπάρχει κύριοι κι αυτή την παρέδωσα στους Έλληνες. Δεύτερη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει για να την παραδώσω σε εσάς (δηλ. τους Βούλγαρους που ήταν και σύμμαχοι των Τούρκων). Από τους Έλληνες την πήραμε και σε αυτούς την παραδίδουμε», παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στις ελληνικές δυνάμεις.

    Το 1913 ένα χρόνο μετά, όταν η Θεσσαλονίκη έψαχνε ακόμη να βρει τη νέα της ταυτότητα μέσα στο Ελληνικό Κράτος, κάποιοι αποφάσισαν ότι από τα πρώτα πράγματα που έπρεπε να γίνουν στην πόλη ήταν η ίδρυση ενός Βυζαντινού Μουσείου. Άλλωστε μόνη χωρίς την Βασιλεύουσα της, δικαιούταν αλλά και υποχρεούταν να αναλάβει για μια ακόμη φορά το ρόλο της Συμβασιλεύουσας.

    Σκίτσο του αρχιτέκτονα Κ. Κρόκου για το αίθριο του Μουσείου.

    Η πρώτη απόφαση να ιδρυθεί «Κεντρικόν Βυζαντινόν Μουσείον» στη Θεσσαλονίκη περιέχεται σε διάταγμα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Στέφανου Δραγούμη (22/8/1913), όπου ορίζεται ότι το Μουσείο θα εγκατασταθεί στο ναό της Αχειροποιήτου. Την ιδέα αυτή στήριξαν σθεναρά ο Μητροπολίτης Γεννάδιος και ο καθηγητής βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας Αδαμάντιος Αδαμαντίου, ο οποίος άρχισε να συγκεντρώνει από όλες τις γειτονιές της πόλης τα εγκαταλειμμένα και διασκορπισμένα λείψανα του βυζαντινού παρελθόντος της.

    Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 1914, με βασιλικό διάταγμα και συνοπτικές διαδικασίες ιδρύεται στην Αθήνα το «Χριστιανικόν και Βυζαντινόν Μουσείον». Δυο Μουσεία με το ίδιο αντικείμενο για ένα μικρό κράτος ήταν πλέον πολλά. Το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθούν οι συγκεντρωθείσες αρχαιότητες στην Αθήνα για την καλύτερη προστασία τους και την έκθεσή τους στο υπό ίδρυση Μουσείο. Εκείνο που ξενίζει φυσικά είναι η «προστασία» τους. Από ποιον άραγε; Από τον ελεύθερο ελληνικό λαό; Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς και κανείς δεν τα είχε πειράξει. Τώρα κινδύνευαν ξαφνικά; Το νέο αθηνοκεντρικό ελληνικό κράτος, όπως το ζήσαμε μέσα στον 20ο αιώνα είχε αρχίσει να λειτουργεί. Και όπως έγραψε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης «…και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης».

    10η αίθουσα του Μουσείου / «Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο».

    Εξήντα τρία χρόνια πέρασαν και το 1977 ο τότε Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής προκήρυξε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την ίδρυση του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Το Μάρτιο του 1989 αφού θεμελιώθηκε από την Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, η οποία δυστυχώς «έφυγε» λίγους μήνες πριν από τα επίσημα εγκαίνιά του, το 1994, ξεκίνησαν οι εργασίες ανέγερσης σε σχέδια του πολυβραβευμένου και αδικοχαμένου αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου. Η πρώτη μεγάλη έκθεση που πραγματοποιήθηκε και χαράχθηκε για πάντα στη μνήμη των επισκεπτών, ήταν «Οι θησαυροί του Αγίου Όρους» το 1997.

    Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ιδρύθηκε για να αποτελέσει κέντρο έρευνας, διαφύλαξης και μελέτης των στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού. Η λάμψη του πολιτισμού αυτού, που έζησε πάνω από χίλια χρόνια και πέρασε τα σύνορα της αυτοκρατορίας στην Ανατολή και στη Δύση, γοήτευσε και θάμπωσε τους σύγχρονους λαούς που άρχισαν να συρρέουν προς αυτήν άλλοτε ως εχθροί και άλλοτε ως φίλοι. Λίγοι βέβαια είχαν την απαιτούμενη παιδεία για να εκτιμήσουν την ποιότητά του, όλοι όμως διδάχθηκαν από αυτόν.

    Ασημένια λειψανοθήκη με σκηνές από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη. 4ος αι.

    Η χιλιόχρονη ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας διαχωρίζεται σε τρεις περιόδους: την πρωτοβυζαντινή (4ος-7ος αι.), τη μεσοβυζαντινή (8ος-12ος αι.) και την υστεροβυζαντινή (13ος-15ος αι.). Ο καθιερωμένος αυτός διαχωρισμός είναι συμβατικός, με στόχο να βοηθήσει τους ειδικούς στη μελέτη τους. Την αρχή της βυζαντινής ιστορίας δε τη σηματοδοτεί κάποια ιστορική τομή, όπως για παράδειγμα κάποια επανάσταση. Η μετάβαση από το ρωμαϊκό στο βυζαντινό κόσμο έγινε αργά και σταδιακά. Μάλιστα, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι πολίτες της αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους και το κράτος τους «βασιλεία των Ρωμαίων»: οι όροι «Βυζάντιο» και «Βυζαντινός» καθιερώθηκαν μόλις το 19ο αιώνα από τους ερευνητές.

    Το 2005 το ΜΒΠ βραβεύθηκε ως το καλύτερο μουσείο της Ευρώπης, μια διάκριση που μέχρι στιγμής δεν κατόρθωσε κανένα άλλο ελληνικό μουσείο να λάβει.

    Το ΜΒΠ διαρθρώνεται σε έντεκα θεματικές αίθουσες, όπου με διάφορες υποενότητες, έχει ως στόχο να προβάλλει αποκλειστικά την καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν και δημιούργησαν, ο καθένας από τη δική του θέση στη ζωή, το παγκόσμιο αυτό θαύμα, όχι όπως την κατέγραψαν οι διάφοροι ιστορικοί του παρελθόντος και του παρόντος, αλλά όπως αυτή παρουσιάζεται «γυμνή μέσα στο μεγαλείο της» μέσα από την αρχαιολογική σκαπάνη. Συνήθως τα Μουσεία επικεντρώνονται στην τέχνη και ιδιαίτερα στους ισχυρούς άρχοντες, βασιλείς και αυτοκράτορες, ως μοναδικούς δημιουργούς των πολιτισμών. Το ανώνυμο ανθρώπινο δυναμικό, στο οποίο ανήκουμε οι περισσότεροι, αποτελούμε το λίπασμα της Ιστορίας. Εδώ βρίσκεται και η ειδοποιός διαφορά με τα υπόλοιπα Μουσεία. Το ΜΒΠ με μια ιδιαίτερη και πολύ καινοτόμα μουσειολογική μελέτη και μουσειογραφική εφαρμογή, αντιμετωπίζει τα εκθέματα ως αντικείμενα τα οποία μεταφέρουν μέσα στους αιώνες πληροφορίες των άγνωστων και ανώνυμων προγόνων μας.

    11η αίθουσα του Μουσείου / «Από την ανασκαφή στο Μουσείο».

    Ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε τα αρχαία αντικείμενα ως έργα τέχνης, ακόμη και αυτά τα οποία αντικειμενικά χαρακτηρίζονται έτσι. Η αρχαιολατρία, όπου κάθε τι το παλιό αποτελεί και ένα έργο θαυμασμού και ιδιαίτερης προσοχής, σπάνιο και μοναδικό, τη χαρίσαμε σε άλλους. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που «υστερούμε» σε βιτρίνες. Μια βιτρίνα ανάμεσα στο θεατή και στο αντικείμενο δημιουργεί μια απόσταση η οποία τελικά δεν προστατεύει, αλλά λειτουργεί εις βάρος των ίδιων των εκθεμάτων, κάνοντάς τα απρόσιτα.

    Όταν πριν 25 χρόνια υπογράφτηκε η ιδρυτική πράξη του Μουσείου, αναφέρθηκε ρητά ότι ο βασικός προμηθευτής αρχαίων του Μουσείου θα ήταν η πρώην 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και νυν Εφορεία Πόλης Θεσσαλονίκης, καθώς και οι αρχαιολογικές υπηρεσίες των όμορων Νομών. Τα τελευταία χρόνια που η ανασκαφική έρευνα στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε μια τεράστια δραστηριότητα κυρίως λόγω των εργασιών του Μετρό, όλοι αναμέναμε πως ήρθε η κατάλληλη στιγμή να ανανεωθεί το εκθεσιακό υλικό του Μουσείου. Του κάκου όμως. Προσωπικές διαφορές, αλαζονείες, πολιτικά μπερδέματα κ.λ.π. είχαν ως αποτέλεσμα πάνω από 500.000 αντικείμενα (τα περισσότερα σύμφωνα με τους ανασκαφείς, μοναδικά) να βρουν προσωρινή στέγη μέσα σε πρόχειρα καταλύματα που διέθεσε η Εταιρεία Αττικό Μετρό, με όποιους κινδύνους συνεπάγεται αυτή η ενέργεια και όχι στις φιλόξενες και άκρως ασφαλείς αποθήκες του ΜΒΠ. Νέοι καιροί, νέα ήθη.

    Ομοίωμα βυζαντινού πλοίου φορτωμένο με μεσοβυζαντινούς αμφορείς (12ος αι.)

    Υπάρχει και μια άλλη πλευρά του Μουσείου: οι αποθήκες και τα εργαστήρια συντήρησης των αρχαιολογικών ευρημάτων και έργων τέχνης, τα οποία αποτελούν την αθέατη για τους επισκέπτες όψη του. Η εύρυθμη λειτουργία ενός Μουσείου βασίζεται στην καλή οργάνωσή τους. Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ευτύχησε από τον αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό από τον Κυριάκο Κρόκο να διαθέτει αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους περίπου 5.000 τ.μ., το διπλάσιο δηλαδή των εκθεσιακών του χώρων. Ένας πιο ιδιαίτερος τρόπος αποθήκευσης υιοθετήθηκε για την αποθήκευση αμφορέων που το Μουσείο διαθέτει σε μεγάλο αριθμό. Σ’ ένα ομοίωμα πλοίου που κατασκευάστηκε με χορηγία της Εταιρείας ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΒΕΣ, οι αμφορείς τοποθετήθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο με τον τρόπο που στοιβάζονταν στα αμπάρια των εμπορικών πλοίων κατά την αρχαιότητα. Δυστυχώς όμως η πρωτότυπη αυτή κατασκευή με τον έντονα εκπαιδευτικό της χαρακτήρα, στέκει ως άλλο ναυάγιο στις σκοτεινές αποθήκες του μουσείου, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να την επισκεφθεί και να θαυμάσει το κοινό.

    Το βραβείο του Συμβουλίου της Ευρώπης για το καλύτερο Μουσείο του 2005.

    Το 2005 το ΜΒΠ βραβεύθηκε ως το καλύτερο μουσείο της Ευρώπης, μια διάκριση που μέχρι στιγμής δεν κατόρθωσε κανένα άλλο ελληνικό μουσείο να λάβει. Η επιτυχία δεν ανήκε σε έναν μόνο αλλά ήταν συλλογική και ανήκε σε όλους τους εργαζόμενους όλων των ειδικοτήτων. Η επιλογή του βασίστηκε στην «τέλεια ισορροπία» ανάμεσα σε διαφορετικούς τομείς, όπως η συντήρηση και η διατήρηση των αρχαίων αντικειμένων, η έρευνα, η εκπαίδευση, αλλά και η παρουσίαση των εκθεμάτων με τρόπο εμπεριστατωμένο και ταυτόχρονα ψυχαγωγικό.

    Η ανακοίνωση της βράβευσης έγινε το Φθινόπωρο του 2004, την περίοδο που η Ελλάδα ζούσε στον απόηχο των Ολυμπιακών αγώνων και το χειροκρότημα χάθηκε μέσα στις πολύβουες εκδηλώσεις χαράς για την κατάκτηση του Euro. Η παράδοση του Βραβείου στο Στρασβούργο έγινε την Άνοιξη του 2005, αλλά και πάλι μας «κέρδισε» ο νεοελληνικός πολιτισμός. Η Έλενα Παπαρίζου είχε κερδίσει στο διαγωνισμό της Eurovision. Ο ελεύθερος και δημοκρατικός τύπος που πάντα στηρίζει τον πολιτισμό δεν μας ανέφερε ούτε στα ψιλά γράμματα. Οι ορκισμένοι φίλοι όμως του Μουσείου το χάρηκαν ιδιαίτερα και υποδέχτηκαν με μεγάλη συγκίνηση το ειδώλιο του Jοan Mirό, «Γυναίκα με τα ωραία στήθη» (1969), που αποτελεί το βραβείο και κάθε χρόνο αλλάζει τόπο διαμονής.

    //Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος – Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του ΑΠΘ.

     

    Διαβάστε ακόμα: Φωτογραφίζοντας εγκαταλελειμμένα κτίρια μιας άλλης Ελλάδας

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Πιο δημοφιλή

    Πού να πάτε όταν ο ήλιος είναι «γονατιστός»; Πού θα φάτε πεντανόστιμα; Ποιες παραλίες να προτιμήσετε; Η συγγραφέας Κατερίνα Έσσλιν μάς ξεναγεί στην αγαπημένη της Ιθάκη.

    Andro Ο Άνδρας από την αρχή

    Το σπίτι του βρετανού φιλέλληνα και συγγραφέα άνοιξε ξανά για το κοινό έπειτα από εργασίες που πραγματοποίησε το Μουσείο Μπενάκη. Από το 2020 θα διατίθεται και για ενοικίαση για 90 ημέρες ανά έτος.

    Andro Ο Άνδρας από την αρχή

    Είκοσι χρόνια από τη στιγμή που φωτογραφήθηκε για το εμβληματικό περιοδικό World of Interiors, το Marco Polo στην Παλαιά Πόλη του νησιού παραμένει σταυροδρόμι πολιτισμών κι ένα τουριστικό τοπόσημο. Εδώ και καιρό είναι και ένα σημείο γαστρονομικού ταξιδιού.

    Andro Ο Άνδρας από την αρχή

    O Aύγουστος που μόλις ξεκίνησε ας είναι ο μήνας μας. Να τον χαρούμε με τη ψυχή μας. Ο Νίκος Νυφούδης ομνύει στη μαγεία του και τον υποδέχεται με προσμονή.

    Andro Ο Άνδρας από την αρχή
    Button to top

    Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

    The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

    Close

    Andro