Διαφορετικοί επαίτες στην Αθήνα

Οι επαγγελματικές κατηγορίες προϋποθέτουν αστική ωριμότητα. Όχι μόνο οι επαγγελματίες επαίτες, αλλά κάθε ομάδα είναι φυσικό να μην έχει γνωρίσματα που ξέρουμε από κοινωνίες αναπτυγμένες.

 

Συζητούσαμε με έναν φίλο πόσο η αθρόα είσοδος Ρουμάνων επαιτών στην Ελλάδα εμπλούτισε τη φυσιογνωμική ποικιλία αυτής της τάξεως. Οι δικοί μας δεν έχουν τα κλασικά χαρακτηριστικά, εκείνα που παραπέμπουν στην παλιά λογοτεχνία, στην «Παναγία των Παρισίων», για παράδειγμα, με την «Αυλή των θαυμάτων». Θυμάμαι τον αποκρουστικό εσμό των επαιτών που συλλαμβάνει τον Γκρεγκουάρ, όταν μπαίνει στους παρισινούς υπονόμους. Μάταια προσπαθεί να τους πείσει: «Ένας ποιητής σαν κι εμένα εύκολα γίνεται αλήτης και ζητιάνος. Πάρτε με μαζί σας, σας παρακαλώ». Αποσπασματική μνήμη, περισσότερο από την ταινία του Ντίτερλε παρά από το ίδιο το βιβλίο. Ο συνομιλητής μου, γελώντας, μου λέει πως ούτε επαίτες περιωπής δεν έχει παραγάγει αυτός ο τόπος και με κάνει να συνδέσω τη φράση του με ένα παλιό γεγονός.

photo-10

Σαν από σελίδα του Ουγκώ…

Περί το 1880, δεν είμαι βέβαιος πότε ήταν ακριβώς, ο σπουδαίος Βυζαντινολόγος Καρλ Κρουμπάχερ επισκέφτηκε τη χώρα μας. Ανάμεσα στους τόπους που είδε ήταν και οι φυλακές, στις οποίες παρατήρησε ότι οι περισσότεροι από τους κρατουμένους, μεταξύ τους και εκείνοι που εξέτιαν ποινές για βαριά εγκλήματα, είχαν πρόσωπα άκακα και συνεσταλμένα. Δύσκολα έβλεπες τους χαρακτηριστικούς αχρείους τύπους που έχει κανείς στο μυαλό του. Ο Γερμανός επισκέπτης συζητά για αυτό το θέμα με τον πεζογράφο Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος κάνει μιαν οξυδερκή και ορθότατη παρατήρηση. Ας την ακούσουμε. Αφορά την τότε, αλλά και τη σύγχρονη εικόνα μας.

Ο Βικέλας καταλαβαίνει και ξέρει ότι οι επαγγελματικές κατηγορίες, η ποικιλία του ανθρώπινου τύπου, προϋποθέτουν την αστική ωριμότητα, τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας, τη διάκριση, που είναι αποτέλεσμα ζυμώσεων αιώνων. Μόνον έτσι ένα στρώμα αποκτά χαρακτήρα αναγνωρίσιμο και χτίζει το πρόσωπό του. Όχι μόνο, λοιπόν, οι επαγγελματίες επαίτες, αλλά και κάθε άλλη τάξη ή ομάδα είναι φυσικό να μην έχει τα γνωρίσματα που ξέρουμε από κοινωνίες αναπτυγμένες. Σε μια χώρα καινούργια, είναι φυσικό να λείπει, από τους συγγραφείς μέχρι τους μανάβηδες, το ιστορικό βάθος, η αύρα του αρχέτυπου και το λούστρο του, που φτιάχνει την ιδιαιτερότητα και τους μύθους.

Οι δικοί μας επαίτες δεν έχουν τα κλασικά χαρακτηριστικά, εκείνα που παραπέμπουν στην παλιά λογοτεχνία, στην «Παναγία των Παρισίων», για παράδειγμα, με την «Αυλή των θαυμάτων».

Επιστρέφω στο θέμα της αρχής. Παρατηρώ ότι ένας νεωτερισμός στην εισαχθείσα επαιτεία, μια νέα εικόνα της θέλω να πω, είναι ο σκύλος μπροστά ή δίπλα στον επαίτη. Δεν αντικαθιστά το νήπιο ή το παιδί στην αγκαλιά («μήνυμα» ακαταμάχητο), αλλά σημαδεύει κι αυτός παρεμφερή στόχο, δημιουργώντας παρόμοια αντανακλαστικά. Ο σκύλος δεν είναι ο τρόπος να σου αποσπάσει το βλέμμα και την προσοχή, όπως ας πούμε ένα αποκαλυπτικό καρέ. Είναι δόλωμα προστιθέμενης ευαισθησίας -και, βέβαια, παλαιότατη τεχνική τής «Διεθνούς των επαιτών».

Θυμάμαι πάντα ένα πραγματικό περιστατικό σχετικό με την επαιτεία. Συνδέεται με τα τερτίπια του λόγου και την «ψυχογνωσία του στόχου», όπως λένε οι ειδικοί των μέσων. Σε έναν νεοϋορκέζικο δρόμο επαιτούσε κάποιος, με την ίδια πάντοτε πινακίδα μπροστά του: «Είμαι φτωχός». Η πολύωρη παραμονή του ελάχιστα του απέφερε. Ώσπου, κάποτε, ένας διαφημιστής, που περνούσε από εκεί κάθε μέρα, αποφάσισε να του αφήσει μιαν ιδέα του, ένα σλόγκαν που προέκτεινε την παλιά φράση. Την έγραψε στο γραφείο του και την άφησε πλάι στον επαίτη. «Είμαι φτωχός, και είναι άνοιξη». Μόνο τις πρώτες μέρες συγκέντρωσε όσα δεν είχε μπορέσει επί μήνες.

Σκέπτομαι πόσο μου άρεσε (γι’ αυτό τη θυμάμαι) η ιστορία του σλόγκαν, που έκανε τους περαστικούς να νιώσουν άβολα για την καλή τους μοίρα. Η φράση τού διαφημιστή επικυρώνει το αιώνιο ενοχικό μας αίσθημα απέναντι στον κόσμο. Ιδού γιατί οι διακεκριμένες θέσεις των επαιτών είναι εκεί όπου η διάθεση αυτή οξύνεται. Στις πόρτες των σουπερμάρκετ (καταναλωτική ενοχή), έξω από εκκλησίες (ηθική ενοχή), στις εισόδους των κοιμητηρίων (συζυγική και θυγατρική ενοχή).

Ο Κώστας Μαυρουδής είναι ποιητής και, από το 1978, εκδότης του περιοδικού «Το Δέντρο».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top