Συνθήκη των Αθηνών: Όραμα ήταν και πάει;

Πού πάμε δέκα χρόνια μετά την Συνθήκη που πέρασε στην ιστορία ως η πράξη που έθεσε τυπικό τέλος στο διαχωρισμό Δύσης και Ανατολής στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση;

 

 

credit: Amio Cajander

credit: Amio Cajander

Καλό είναι να θυμόμαστε επετείους πρόσφατων θετικών γεγονότων που, με το να αφορούν την Ευρώπη, έχουν να κάνουν και μ’ εμάς. Όχι, δεν πρόκειται για την, αρκετά γνωστή, «Ημέρα της Ευρώπης» που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 9 Μαΐου. Πριν από δέκα χρόνια (16.4.2003) υπογραφόταν στην Αθήνα η Συνθήκη Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δέκα κρατών: Τσεχία, Εσθονία, Κύπρος, Λεττονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία. ΄Ηταν η μεγαλύτερη διεύρυνση της ΕΕ, ανεβάζοντας τα μέλη της από 15 σε 25, περιλαμβάνοντας μάλιστα οκτώ χώρες της Κεντρικής και «Ανατολικής» Ευρώπης, συνασπισμένα άλλοτε στο, σοβιετικής ηγεμονίας, αλήστου μνήμης Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Καλά, η Συνθήκη των Αθηνών δεν μπορεί να συγκριθεί σε σημασία με την αποκρυπτογράφηση δυο μέρες νωρίτερα του ανθρώπινου DNA, αλλά, όπως και να το κάνουμε, πέρασε στην ιστορία ως η πράξη που έθεσε τυπικό τέλος στο διαχωρισμό Δύσης και Ανατολής στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση. Για την Ελλάδα, που το α΄ εξάμηνο του 2003 ασκούσε την Προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών της (τότε) ΕΚ, πρόσθετη προστιθέμενη αξία είχε η προσχώρηση της Κύπρου, αποτέλεσμα μιας επίπονης διαπραγμάτευσης της ομάδας Σημίτη-Πάγκαλου-Κρανιδιώτη. Άλλο ζήτημα αν οι ελπίδες για «ευρωπαϊκή» λύση του Κυπριακού υπό όρους καλύτερους από τους προβλεπόμενους στο σχέδιο Ανάν (που οι ελληνοκύπριοι απέρριψαν με μεγάλη πλειοψηφία) δεν έχουν επαληθευτεί, ενώ σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία περνάει τη χειρότερη οικονομική κρίση της ιστορίας της.

Η μεγάλη διεύρυνση συμπληρώθηκε λίγο αργότερα με την προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, για να φτάσει ο αριθμός των κρατών-μελών της ΕΕ στα σημερινά 27, ενώ πολύ σύντομα ενεργοποιείται η προσχώρηση της Κροατίας ως 28ου μέλους. Στη σειρά περιμένουν η Τουρκία (που η υποψηφιότητά της δημιουργεί τις περισσότερες επιφυλάξεις λόγω, μεταξύ άλλων, του μεγέθους του πληθυσμού της, των θρησκευτικο-πολιτισμικών διαφορών με τον κύριο όγκο των κρατών-μελών, αλλά και της εκκρεμότητας του Κυπριακού), η ΠΓΔΜ (με προϋπόθεση την επίλυση της διαφοράς της με την Ελλάδα ως προς το όνομα), η Αλβανία και (μετά την εξομάλυνση των σχέσεων της με το Κόσοβο) η Σερβία.

Ή θα τραβήξουμε μπροστά, εμβαθύνοντας την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, ή ας προετοιμαζόμαστε για ενδεχόμενα σοβαρά πισωγυρίσματα.

Το πολιτικό όραμα των «πατέρων» της ευρωπαϊκής ενοποίησης που άρχισε να υλοποιείται τη δεκαετία του 1950 από τις έξι ιδρύτριες χώρες (Βέλγιο, Δ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία) με τη δημιουργία των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ) προχωράει με ρυθμούς άλλοτε ταχύτερους, άλλοτε βραδύτερους, με συνεχή την προσπάθεια αφομοίωσης των νεοεισερχόμενων με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις μελών. Ειδικά η μεγάλη διεύρυνση των 10+2, που είχε αφετηρία τη Συνθήκη των Αθηνών, δημιούργησε πολλά προβλήματα που σχετίζονται, όχι μόνο με τις δυσκολίες οικονομικής προσαρμογής των 10 τ. «ανατολικών» στους ρυθμούς της φιλελεύθερης οικονομίας μιας ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, αλλά και με ιδεολογικές/ιδεοληπτικές προσεγγίσεις ορισμένων από τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών αυτών, που φοβούνται μήπως «οι Βρυξέλλες» περιορίσουν υπερβολικά τη νεοαποκτηθείσα, μετά το 1990, εθνική τους κυριαρχία.

Χωρίς αμφιβολία η de facto διαμόρφωση από την αρχή του 21ου αιώνα μιας ΕΕ δύο ταχυτήτων –από τη μια οι 17 χώρες της Ευρωζώνης με τη νομισματική τους (αλλά όχι και οικονομική…) ένωση και από την άλλη οι υπόλοιπες 10, από τις οποίες μερικές οικονομικά ισχυρές (Η.Β., Δανία, Σουηδία) ενώ οι υπόλοιπες ευάλωτες– δεν συμβάλλει στην προώθηση του τελικού στόχου της πολιτικής ενοποίησης. Ο στόχος αυτός απομακρύνεται ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, που έχει πλήξει, τη μια μετά την άλλη, τις «νότιες» χώρες της Ευρωζώνης: Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρο, οι λαοί των περισσότερων από τις οποίες έχουν υποχρεωθεί σε δραματικές «μνημονιακές» μειώσεις των οικονομικών τους πόρων.

Ζούμε ήδη σε μια Ευρωζώνη δύο ταχυτήτων. Εκείνη των δανειστών και εκείνη των οφειλετών. Αρχίζουμε για άλλη μια φορά να μιλάμε για ενδεχόμενη αναθεώρηση των Συνθηκών (η τελευταία, της Λισαβόνας, δεν έχει συμπληρώσει ακόμα τέσσερα χρόνια εφαρμογής). Ορισμένοι απαισιοδοξούν ότι το ευρώ δεν θα αντέξει. Η αλήθεια είναι ότι χωρίς πολιτική και (τουλάχιστον) οικονομική ενοποίηση, ένα κοινό νόμισμα είναι αμφίβολο αν μπορεί να επιβιώσει. Επομένως, ή θα τραβήξουμε μπροστά, εμβαθύνοντας την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, ή ας προετοιμαζόμαστε για ενδεχόμενα σοβαρά πισωγυρίσματα.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top