Ο Αλέξης Τσίπρας ποντάρει στην «Ολική Απώλεια Μνήμης»

Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να γίνει ξανά «συγγραφέας» του μέλλοντος της Ελλάδας. Αυτή τη φορά δεν έχει σύμμαχο την παλλαϊκή συμπάθεια για το άγνωστο, αλλά αντίπαλό του τη συλλογική μνήμη.

Στις χώρες της Δύσης υπάρχει μια μακρά και σχεδόν «ιερή» πολιτική παράδοση: οι ηγέτες, μόλις αποχωρήσουν από την εξουσία, επιστρέφουν με ένα βιβλίο ή και περισσότερα. Όχι απλώς με ένα κείμενο αναμνήσεων, αλλά με μια προσπάθεια αποτύπωσης της προσωπικής τους εκδοχής της πολιτικής ιστορίας. Από τον Χάρολντ Μακμίλαν και τον Τόνι Μπλερ έως τον Ντέιβιντ Κάμερον και –πιο πρόσφατα– τον Μπόρις Τζόνσον, η Βρετανία ιδιαίτερα έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη παράδοση πολιτικής αυτοβιογραφίας: απομνημονεύματα ογκώδη (έξι τόμοι στην περίπτωση του Μακμίλαν!), συχνά υπερβολικά (βλ. Μπόρις), άλλοτε εξομολογητικά (Κάμερον) και άλλοτε απροκάλυπτα απολογητικά (Μπλερ). Στον αγγλοσαξονικό κόσμο θεωρείται σχεδόν υποχρέωση, αν θέλετε μια στιγμή κάθαρσης, ένας απολογισμός, μια προσπάθεια να ελεγχθεί η μνήμη πριν αυτή κριθεί από την Ιστορία.

Στην Ελλάδα, η παράδοση αυτή παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Μόλις δύο πρωθυπουργοί στη σύγχρονη πολιτική ιστορία τόλμησαν να καταθέσουν ένα ολοκληρωμένο έργο αποτίμησης: ο αείμνηστος Κώστας Σημίτης στο βιβλίο του Δρόμοι Ζωής (2015) και, τώρα, ο Αλέξης Τσίπρας με την έκδοση της Ιθάκης. Και η δημοσίευση του βιβλίου του τελευταίου, πέρα από πολιτικό (και εκδοτικό) γεγονός, έχει λειτουργήσει σαν επιταχυντής συζήτησης: για το παρελθόν, για την αλήθεια, για το εναλλακτικό μέλλον που φαντάζεται για τον εαυτό του. Εδώ και εβδομάδες γράφονται κριτικές, αντιρρήσεις, επιδοκιμασίες από θαυμαστές και συνοδοιπόρους και αποδοκιμασίες από εχθρούς και παλαιούς συντρόφους. Γράφονται ακόμη και τα αντίθετα των παραπάνω, όπως πάντα συμβαίνει όταν ένα πολιτικό πρόσωπο έντονης φόρτισης επιχειρεί να επανεμφανιστεί στο προσκήνιο.

Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να αντιλαμβάνεται το βιβλίο του ως μια στιγμή επιστροφής, και μάλιστα όχι μόνο στο δημόσιο διάλογο αλλά ενδεχομένως και στην πολιτική πρωτοκαθεδρία. Εγώ θα τολμήσω να το ονομάσω «εγχείρημα Τσόρτσιλ», μια σύγκριση που ο ίδιος ασφαλώς δεν γνωρίζω αν απορρίπτει ή επιδοκιμάζει – αν και θα έσπευδα να προσθέσω «τηρουμένων των ασύμμετρων αναλογιών». Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έγραψε την ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανάμεσα στην πρώτη (1940-1945) και τη δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία (1951-1955), θέλοντας να καθορίσει εκείνος την ερμηνεία των γεγονότων που βίωσε ως πρωταγωνιστής.

Ήταν ήδη ένας μύθος που ήθελε να επιμεληθεί τον μύθο του: «Η Ιστορία θα μου φερθεί με καλοσύνη, διότι σκοπεύω να την γράψω ο ίδιος», είπε κάποτε ο Βρετανός πολιτικός. Ένας άλλος Τιτάνας του 20ου αιώνα, ο Σαρλ ντε Γκώλ, διαμόρφωσε τον μύθο της Αντίστασης μέσα από τα Mémoires de guerre  προτού ανακληθεί το 1958 για να ιδρύσει και να προεδρεύσει της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Αυτοί όμως αποτελούν περιπτώσεις εξαιρετικές, όχι μόνο λόγω του ειδικού τους βάρους, αλλά διότι επέστρεψαν όχι επειδή έγραψαν επιτυχημένα βιβλία, αλλά επειδή η εθνική συγκυρία τους ξαναζήτησε.

Οι δημοσκοπήσεις συγκλίνουν σε ένα ψυχρό νούμερο: περίπου 7 στους 10 Έλληνες δεν έχουν θετική εικόνα για τον Αλέξη Τσίπρα.
Ο Αλέξης Τσίπρας ποντάρει στην «Ολική Απώλεια Μνήμης»

Ο Τσίπρας φαίνεται να επιχειρεί κάτι παρόμοιο: γράφει την ιστορία στην οποία έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο: την Ελλάδα της Κρίσης, του 2008 έως το συγκλονιστικό 2015 και εντεύθεν. (Φωτογραφία: SOOC)

«Ο Τσίπρας θα χάνει ξανά και ξανά έως ότου κερδίσει»

Ο Τσίπρας φαίνεται να επιχειρεί κάτι παρόμοιο: γράφει την ιστορία στην οποία έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο: την Ελλάδα της Κρίσης, του 2008 έως το συγκλονιστικό 2015 και εντεύθεν. Μόνο που εδώ η στόχευση μοιάζει διττή. Από τη μία, να καταγραφεί «η δική του αλήθεια», όπως συχνά λέγεται σήμερα, σε γεγονότα που έχουν ήδη αποκτήσει σχεδόν μυθικό χαρακτήρα. Από την άλλη, να ανοίξει ένας διάδρομος επιστροφής. Σαν μια δημόσια ομολογία με στοιχεία εξήγησης, υπεράσπισης, αλλά και αυτοπροβολής. Κάπως έτσι λειτουργούν οι πολιτικές αυτοβιογραφίες: είναι ταυτόχρονα μνημεία και όπλα.

Το ερώτημα, φυσικά, δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να επιστρέψει. Αυτό είναι μάλλον αυτονόητο. Ούτε αν θα βρει χώρο σε ένα ευρύτερο κεντροαριστερό οικοσύστημα· οι πιθανότητες συγκλίνουν στο «ναι» και, πράγματι, το 2026 φαίνεται μια ρεαλιστική στιγμή για επιστροφή σε ηγετική θέση κόμματος. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Και εκεί η απάντηση γίνεται δυσκολότερη.

Όπως έχει παρατηρήσει ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες, ο καθηγητής Μαραντζίδης, «ο Τσίπρας θα χάνει ξανά και ξανά έως ότου κερδίσει». Η φράση ακούστηκε αισιόδοξη, μπορεί όμως να διαβαστεί και αντίστροφα: ο Τσίπρας θα χάνει έως ότου φύγει από τη σκηνή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ή έως ότου το ΠΑΣΟΚ αποδεχθεί μια οιονεί συμμαχία που θα θυμίζει γαλλικού τύπου δημοκρατικό μέτωπο. Η πρώτη προϋπόθεση είναι αρκετή για κυβερνητική εναλλαγή, η δεύτερη ίσως απαραίτητη για επιστροφή του ίδιου. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική αριθμητική είναι αμείλικτη και προς το παρόν αδιάφορη στα λογοτεχνικά σχέδια ενός πολιτικού που θέλει να αναδιαπραγματευθεί τη μνήμη των πολιτών.

Υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο που συχνά παραλείπεται. Οι φίλοι και υποστηρικτές του πρώην πρωθυπουργού τονίζουν διαρκώς την εικόνα του στο εξωτερικό. Είναι αλήθεια πως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου η ελληνική πολιτική αποτελεί ενδιαφέρον μόνο ενός στενού κύκλου διανοουμένων και ειδικών, οι πρώην ηγέτες συχνά απολαμβάνουν αύρα αξιοπιστίας, σχεδόν αυθεντίας. Σε πανεπιστήμια, διεθνή fora ή think tanks, ο Τσίπρας προβάλλει ακόμη ενδιαφέρον. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη – κάτι που έχει ήδη επισημανθεί και σε αυτή τη στήλη. Μόνο που η διεθνής καλή φήμη, όσο λαμπρή και αν είναι, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη μάχη στην Α’ Αθήνας ή σε μια μονοεδρική περιφέρεια. Εκεί μιλά η μνήμη, η ανάμνηση, ο συναισθηματικός λογαριασμός.

Μένει να φανεί αν ο Τσίπρας μπορεί να πείσει ότι έχει μάθει, ότι έχει μεταμορφωθεί, ότι μπορεί να ηγηθεί σε μια πολύ αλλιώτικη εποχή από το 2015.
Ο Αλέξης Τσίπρας ποντάρει στην «Ολική Απώλεια Μνήμης»

Ο Αλέξης Τσίπρας βγήκε από τις σκιές 2 ετών, κρατώντας στο χέρι του την πένα με την οποία γράφει το παρελθόν του. Το ερώτημα είναι ποιος –και πόσοι– θα του εμπιστευθούν ξανά να γράψει το μέλλον.

Ένα ακόμα τζογάρισμα από τον Τσίπρα

Και εδώ είναι που ο Τσίπρας συναντά το όριό του. Οι δημοσκοπήσεις, από διαφορετικές εταιρείες και μεθοδολογίες, συγκλίνουν σε ένα ψυχρό νούμερο: περίπου επτά στους δέκα Έλληνες δεν έχουν θετική εικόνα για τον πρώην πρωθυπουργό. Το ποσοστό αυτό παραμένει πεισματικά σταθερό, αν όχι ενισχυμένο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Είναι σαν η αναβίωση του 2015 να ενεργοποιεί μνήμες που πολλοί προτιμούσαν να μείνουν θαμμένες. Οι εικόνες του δημοψηφίσματος, οι κλειστές τράπεζες, η θυελλώδης διαπραγμάτευση, όλα επέστρεψαν με οξύτητα. Ίσως επειδή ο χρόνος, αντί να επουλώσει, παγίωσε το τραύμα.

Και όμως: η καταγραφή της ιστορίας από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της έχει μια διακριτική δύναμη. Όχι πάντα πολιτική, αλλά συχνά πολιτισμική. Οι αυτοβιογραφίες λειτουργούν σαν πύλες για να ξαναδιαβαστεί ένα γεγονός. Μένει να φανεί αν ο Τσίπρας μπορεί να πείσει όχι απλώς ότι θέλει να επιστρέψει, αλλά ότι έχει μάθει, ότι έχει μεταμορφωθεί, ότι μπορεί να ηγηθεί σε μια εποχή διαφορετική από εκείνη του θυμού και της οργής. Η πολιτική δεν απαιτεί μόνο μνήμη, κάποιες φορές απαιτεί και λήθη. Και ίσως εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη πρόκληση.

Το βιβλίο, λοιπόν, είναι μια κίνηση υψηλού ρίσκου. Αν η μνήμη ξυπνήσει με συμπάθεια, ίσως βρει χώρο να σταθεί ξανά. Αν όμως ξυπνήσει με οργή ή δυσπιστία, τότε ίσως λειτουργήσει ως υπενθύμιση ενός κύκλου που πολλοί θεωρούν ήδη κλειστό. Η Ιστορία θα αποφασίσει αργότερα. Οι αναγνώστες, πολύ νωρίτερα.

Μέχρι τότε, ο Αλέξης Τσίπρας κρατά στο χέρι του την πένα με την οποία γράφει το παρελθόν του. Το ερώτημα είναι ποιος –και πόσοι– θα του εμπιστευθούν ξανά να γράψει το μέλλον.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top