
Η απάντηση του «Έλληνα» Αλεξάντερ Πέιν στο Φεστιβάλ Βενετίας για το Ισραήλ, δίνει μια καλή ευκαιρία να αξιολογήσουμε το πόσο «άσπρο ή μαύρο» βλέπουμε τα πράγματα.
Το Φεστιβάλ Βενετίας έκανε πρεμιέρα το βράδυ της Τετάρτης, με την άφιξη των μελών της κριτικής επιτροπής και συντελεστών ταινιών που θα προβληθούν τις επόμενες 10 ημέρες. Βρέθηκε όμως και απλός κόσμος, άσχετος με το σινεμά, για να διαδηλώσει υπέρ της Παλαιστίνης. Ήταν δεδομένο, επομένως, πως οι ρεπόρτερ θα ρωτήσουν τους διάσημους παρίσταντες για το ζήτημα. Ο ελληνικής καταγωγής Αλεξάντερ Πέιν πιάστηκε απροετοίμαστος, καθώς όταν ρωτήθηκε για το αν το σινεμά συνολικά πρέπει να μιλήσει πιο έντονα και να καταδικάσει το Ισραήλ, εκείνος απάντησε ότι «οι πολιτικές μου απόψεις είμαι σίγουρος ότι συμφωνούν με τους περισσότερους από εσάς, αλλά όσον αφορά στη σχέση μου με το φεστιβάλ και το τι κάνει η βιομηχανία, θα πρέπει να σκεφτώ για λίγο για να σας δώσω μια μετρημένη απάντηση».
Δεν άργησαν να δημιουργηθούν σκιές γύρω από την απάντησή του, γύρω από το ίδιο το Φεστιβάλ, προς το παρόν όχι εκτεταμένης κλίμακας ή απόλυτα καταδικαστικής, αλλά σίγουρα τέτοιου βαθμού ώστε να μπει κάποιος σε σκέψεις και να αναρωτηθεί αν είναι πια υποχρεωτικό να δηλώνουμε δημόσια το πού συντασσόμαστε σε κάθε ζήτημα όπως αυτό του Ισραήλ με την Παλαιστίνη.
Εδώ στην Ελλάδα το βιώσαμε πολύ έντονα στην περίοδο που ξεκίνησαν οι καταγγελίες για πρόσωπα του θεάτρου και της εν γένει showbiz. Για κοντά μια τριετία, η ελληνική τηλεόραση έστελνε ρεπόρτερ να ρωτήσουν ηθοποιούς και αν κάποιος δεν καταδίκαζε τον Φιλιππίδη, τον Κιμούλη κτλ., κρινόταν αυτόματα ως υποστηρικτής των πράξεων τους. Αν δεν είχες να μοιραστείς μια ιστορία που κάποιος από αυτούς να σε έχει βρίσει, χτυπήσει, παρενοχλήσει, καλύτερα να κρυβόσουν από τις κάμερες.
Η μη απάντηση για το Ισραήλ, ισοδυναμεί με απάντηση;
Η προβληματική γύρω από το αν πρέπει να μιλάμε δημόσια, να καταθέτουμε δημόσια τις απόψεις μας για σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, άρχισε μαζί με την επικράτηση των social media. Μια πρώιμη μορφή ήταν τα hashtags #JeSuis, #MeToo που έβαλαν κάτω από την ομπρέλα μιας δίεσης και μιας φράσης, μεγάλα κινήματα και επέτρεψαν σε κάποιους που δε θέλουν να εκφραστούν ανοιχτά, να «νίψουν τας χείρας τους» με ένα hashtag. Πια, ούτε αυτό είναι αρκετό. Μοιάζει σα να γίνεται αναγκαστικά για να φύγει από πάνω μας η υποψία ή η ταμπέλα.
Και όσο πιο μεγάλης έντασης είναι τα ζητήματα, τόσο πιο διχαστική γίνεται η αντιπαράθεση. Διότι, στην περίπτωση του Ισραήλ και της Παλαιστίνης, όλα είναι για τους περισσότερους ή άσπρα ή μαύρα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Και σε ανθρωπιστικό επίπεδο, δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Αλλά, δεν αντιλαμβανόμαστε, ότι διαφορετική είναι η γλώσσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος στο δικό του προφίλ στα social ή μιλώντας ως αυτόνομη ύπαρξη, και διαφορετική η γλώσσα και η τοποθέτηση όταν εκπροσωπεί έναν θεσμό, όταν δε λειτουργεί ως ο εαυτός του, αλλά με μια ιδιότητα για την οποία πληρώνεται και έχει συμφωνήσει να την έχει.
Πολύ συχνά βλέπω σχόλια ανθρώπων κάτω από αναρτήσεις μεγάλων μίντια στα social για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, να γράφουν τη λέξη «γενοκτονία». Κι αν οι New York Times ή το BBC επιλέξουν τη λέξη «πόλεμος», κατηγορούνται για προπαγάνδα και στρατευμένη δημοσιογραφία. Μπορεί και να είναι, δεν κρίνω αυτό. Λέω πως οφείλουμε πάντα να αναγνωρίζουμε πως δε βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση με εμάς, για να έχουν την ίδια ευκολία να απαντήσουν σε τέτοια ερωτήματα. Και υπάρχουν δομές που δεν είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε ή να κατανοήσουμε. Κι είναι άλλο το τι λέγεται δημόσια κι άλλο τι λέγεται σε συζητήσεις που δεν καταγράφονται. Αναρωτηθείτε πώς θα εκφραζόσασταν αν κάθε σας δήλωση έφτανε σε ένα ακροατήριο εκατομμυρίων.
Ο Αλεξάντερ Πέιν, για παράδειγμα, κινείται σε μια βιομηχανία για 30 χρόνια που έχει πάρα πολλούς Εβραίους. Κάποιοι είναι φίλοι του. Μια δική του δημόσια τοποθέτηση μπορεί να εκθέσει ή μπορεί να προκαλέσει αναίτιες εντάσεις. Επιπλέον, ρωτήθηκε ως επικεφαλής της επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας, όχι ως Αλεξάντερ Πέιν. Προφανώς, δεν έλαβε κάποια ενημέρωση από τη διοργάνωση για το πώς χειρίζεται τέτοιες ερωτήσεις και θέλησε να κάνει ένα follow up πριν απαντήσει. Η μη απάντηση, δε συνιστά απάντηση. Διότι αυτή η συνθήκη, σίγουρα οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Εξάλλου, δεν τον ρώτησαν αν στέκεται υπέρ της Παλαιστίνης ή υπέρ του Ισραήλ. Τον ρώτησαν κάτι που δεν είναι τόσο απλό, αν συμφωνεί με την ως τώρα στάση των συναδέλφων του ή αν θεωρεί πως πρέπει να αλλάξουν τακτική. Η οποιαδήποτε απάντηση έδινε, θα περιελάμβανε νέες ερωτήσεις.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Μια στιγμή, δεν ορίζει το όλον ενός ανθρώπου
Δεν είναι πάντα εύκολο για όλους να μιλούν με τον τρόπο που μιλάμε εγώ κι εσείς στα social media. Και, σίγουρα, αν κάποιος δεν εκφραστεί δημόσια, δε σημαίνει πως στηρίζει. Αυτό είναι που ξεχνάμε συχνά οι άνθρωποι. Πιστεύουμε πως μια στιγμή, μια δημόσια τοποθέτηση ή, εν προκειμένω, μη τοποθέτηση, χαρακτηρίζει απόλυτα κάποιον. Άσπρο ή μαύρο. Υπάρχει όμως και το ενδιάμεσο. Υπάρχει ένα έδαφος πάνω στο οποίο όλοι μας οφείλουμε να στεκόμαστε, αλλά υπάρχει και η θέση του καθενός, η άνεση που νιώθει, το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται.
Η «αδράνεια» του Αλεξάντερ Πέιν, πιθανώς, θα ξεχαστεί γρήγορα και στους κύκλους του σινεμά, ίσως και να μην απασχόλησε κανέναν. Μπορεί όμως να λειτουργήσει σαν μια υπενθύμιση πως η αδράνεια μιας στιγμής, δεν καθορίζει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου. Και το γράφω αυτό διότι το κοινό που διάβασε τις αναρτήσεις στα social, που έμαθε για αυτό το «I am not prepared», το ενόχλησε η απάντηση του Πέιν και βγήκε μια διάθεση ακύρωσης ή στιγματισμού.
Επομένως, το κατά τον Ντεκάρτ «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», γίνεται εδώ «δεν καταδικάζω, άρα υποστηρίζω»; Αποδεικνύεται πως δεν είναι κάθε περίπτωση ίδια και πως αξίζει να δίνουμε στους ανθρώπους τη θετική αμφιβολία και όχι την αρνητική αμφιβολία.




