Η Αθήνα των δύο άκρων: Gentrification VS Υποβάθμιση

Το ερώτημα ποια δεν είναι σε ποια Αθήνα ζούμε, αλλά σε ποια Αθήνα θέλουμε να ζήσουμε και σε ποια εν τέλει θα αναγκαστούμε να ζήσουμε.

Ο καθένας μας στον κόσμο, ζει σε ένα δικό του κόσμο, στη δική του φούσκα. Η γνώση του και οι εμπειρίες του διαμορφώνουν την αντίληψή του για το όλον. Κι αυτό από μόνο του καθιστά προβληματική τη σχέση που έχουμε με την πραγματικότητα. Γιατί η δική μας πραγματικότητα συμβαίνει σε μια διαφορετική διάσταση από την πραγματικότητα όλων των άλλων. Αυτό είναι που μας κάνει μοναδικούς. Πρώτα, είναι όσα συμβαίνουν σπίτι μας. Μετά, ενωνόμαστε με μια μικρή ομάδα για όσα συμβαίνουν στην πολυκατοικία. Μετά με μια μεγαλύτερη ομάδα για όσα συμβαίνουν στη γειτονιά και μετά με μια μεγαλύτερη για όσα συμβαίνουν στην πόλη, τη χώρα κοκ. Και ταυτόχρονα είμαστε σε κοινότητες με βάση άλλα ενδιαφέροντα.

Αυτός ο πρόλογος γράφεται για να καταλήξει στο ότι ζούμε κάτι άλλο από αυτό που ζουν οι περισσότεροι. Με λίγους μπορούμε να βρούμε απόλυτα κοινό τόπο. Ας πιάσουμε την Αθήνα, που αυτή μας απασχολεί σε αυτό το κομμάτι. Η Αθήνα που ξέρω εγώ είναι βασισμένη στη ζωή μου για 35 έτη στη Γούβα και το Παγκράτι, στο ότι βγαίνω στο Σύνταγμα, το Κολωνάκι, τα Ιλίσια, τον Νέο Κόσμο, στις διαδρομές που ακολουθώ και στις εικόνες που έχω από αυτές τις διαδρομές.

Αν κληθώ να απαριθμήσω τα αρνητικά της πόλης που τα βιώνω στην καθημερινότητά μου και όχι αυτά που έχω μόνο ακούσει, θα καταλήξω να μιλάω για το gentrification, για το υψηλό κόστος ζωής, για τα ζητήματα στα ΜΜΜ, για το πρόβλημα με τα σκουπίδια, για την έλλειψη σωστής αστυνόμευσης, για την έλλειψη πάρκινγκ, για την υπερβολή στα ΙΧ και ίσως να αναφέρω ότι σε κάποια σημεία έχει κάμποσους αστέγους ή ότι έχει πολλές αδέσποτες γάτες.

Είναι αυτή όλη η εικόνα; Όχι. Η Αθήνα είναι άσχημη (και έχει και κάποιες ομορφές) και για άλλους λόγους που εγώ τους ξεχνάω γιατί δεν τους συναντώ στην καθημερινότητά μου. Αν ρωτήσουμε έναν άνθρωπο που έμενε όλη του τη ζωή στη Γλυφάδα και τη Βούλα, θα σου πει την περικύκλωση από resorts και 5άστερα που έχουν ένα κάρο εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τα διεθνή πορτοφόλια. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να σου πει ότι θα αντέξει όλα τα δεινά όσο μπορεί να βγαίνει στο μπαλκόνι του να βλέπει τη θάλασσα. Ή ένας Κολωνακιώτης θα σου πει το ίδιο αλλά για την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό.

Αν ρωτήσουμε για παράδειγμα έναν άνθρωπο που ζει στην πλατεία Βικτωρίας, στα Πατήσια, στους Άγιους Ανάργυρους, θα δώσει μια διαφορετική απάντηση, προτάσσοντας την αίσθηση του φόβου που μπορεί να έχει ζώντας σε περιοχές με υψηλή εγκληματικότητα. Μια συνάδελφος έπεσε μαζί με τη μητέρα της θύμα ακραίας βίας πριν λίγα 24ωρα στη Βικτώρια. Μπορώ να εικάσω, χωρίς να είναι εκτός τόπου και χρόνου η εικασία, ότι είναι ένα από τα πολλά περιστατικά.

Έχουν μαζευτεί πολλά στην Αθήνα που την καθιστούν άσχημη όχι πια μόνο στις αισθήσεις, αλλά και στα συναισθήματα.

Αθήνα μεταξύ δύο δεινών που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα

Επειδή εγώ έχω συνειδητά αποφύγει τα σημεία της πόλης που θα μπορούσαν να αποβούν επικίνδυνα για μένα, δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν. Κι αντίστοιχα, ότι κάποιος ζει σε περιοχές με μεγάλη ανασφάλεια, δε σημαίνει πως το gentrification δεν είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για την Αθήνα.

Είτε όμως μιλάμε για την υποβάθμιση μιας γειτονιάς, συνειδητή ή ασυνείδητη (στην Αθήνα δεν είμαι βέβαιος πως δεν ισχύει το πρώτο, καθώς η δουλειά που έχει κάνει ο δήμαρχος κ. Δούκας είναι κακή) η κατάληξη είναι η ίδια: ο θάνατος της. Η εξώθηση των ανθρώπων που διαμόρφωσαν την ψυχή της μακριά από αυτή. Στη μία περίπτωση λόγω του φόβου, στην άλλη λόγω του υψηλού κόστους ζωής που απορρέει από τα ενοίκια και άλλες παραμέτρους.

Έχουν μαζευτεί πολλά στην Αθήνα που την καθιστούν άσχημη όχι πια μόνο στις αισθήσεις, αλλά και στα συναισθήματα. Δεν είναι μια ενοχλητική πόλη μόνο στην όραση, με τα τόσα κτήρια δίχως ταυτότητα που γέμισε, εις βάρος των μποέμ κτηρίων της, ούτε στην όσφρηση λόγω του ότι τα καλοκαίρια βρωμάει σε πολλά σημεία. Είναι ενοχλητική γιατί δε μας επιτρέπει να χαρούμε, να σχεδιάσουμε. Από το πουθενά θα αγοράσει το σπίτι το οποίο νοικιάζεις ένας Κινέζος, Λιβανέζος, Τούρκος, Ισραηλινός, Βρετανός και θα σου αυξήσει το ενοίκιο 200 ευρώ ή θα σου ζητήσει να φύγεις εντός μήνα γιατί θα το κάνει Airbnb.

Κάπως έτσι, γειτονιές απόκτουν κακόφημο όνομα ή γίνονται απρόσιτες για τον μικρο-μεσοαστό και μόνο όσοι συνεχίζουν από πείσμα και τρέλα σε αυτές, μένουν να κρατάνε αναμμένη τη φλόγα τους. Μια φλόγα όμως που έχει μικρύνει, που αργοσβήνει και αρκεί ένα φύσημα για να σβήσει εντελώς.

Κι αφού τόσοι δήμαρχοι απέτυχαν, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε μήπως δεν είναι ζήτημα των προσώπων, αλλά υπάρχει κάποιος «αόρατος» εχθρός.

Η σφύρα και ο άκμονας για την Αθήνα είναι η Υπεραναβάθμιση και η Υποβάθμιση που υφίστανται οι γειτονιές της στο ιστορικό κέντρο και στα πέριξ, στα βόρεια και τα νότια προάστια.

Μπορεί, λοιπόν, να ζούμε σε μια διαφορετική Αθήνα εσείς κι εγώ, με βάση τις προσλαμβάνουσές μας, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: νιώθουμε άβολα ζώντας εδώ, ταυτόχρονα εγκλωβισμένοι γιατί δε μας πάει η καρδιά να την αφήσουμε και ανησυχούμε πως δε θα υπάρχει τίποτα να μας συνδέει με τη γειτονιά μας στο μέλλον.

Γιατί την ώρα που στη Βαρκελώνη θα έχουν καταργηθεί ως το 2028 κοντά 10.000 σπίτια βραχυχρόνιας μίσθωσης στο κέντρο της πόλης, εμείς βάζουμε περιορισμούς με παραθυράκια που τα έχουμε ορθάνοιχτα για τις ξένες επενδύσεις.

Κι αφού τόσοι δήμαρχοι απέτυχαν, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε μήπως δεν είναι ζήτημα των προσώπων, μήπως η ανημπόρια του Χάρη Δούκα, του Κώστα Μπακογιάννη πριν, δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής κι ανικανότητας, αλλά προϊόν αδυναμίας του αξιώματος, της θεσμού που υπηρετούν.

Το ερώτημα πια δεν είναι σε ποια Αθήνα ζούμε. Είναι σε ποια Αθήνα θα ζήσουμε…

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top