Τι συμβαίνει με τις βασικές αιτίες της ελληνικής στεγαστικής κρίσης; (φωτογραφία: Archisearch.gr)

Πριν από λίγες ημέρες ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα νέο μέτρο στήριξης για τους ενοικιαστές: την ετήσια επιστροφή ενός ενοικίου. Πιο συγκεκριμένα, κάθε Νοέμβριο οι ενοικιαστές θα λαμβάνουν πίσω το 1/12 του ετήσιου δηλωθέντος ενοικίου τους, με ανώτατο ποσό στήριξης τα 800 ευρώ για την κύρια κατοικία, αυξανόμενο κατά 50 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο παιδί. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το μέτρο στοχεύει στην ανακούφιση των νοικοκυριών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης. Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια μείωση της τάξης του 8,3% στο ετήσιο κόστος στέγασης. Μολαταύτα, διερωτάται κανείς αν θα συνυπολογιστούν περιουσιακά κριτήρια στην απόφαση.

Διατυπώνω αντιδημοφιλή άποψη, το γνωρίζω, αλλά η Ελλάδα πλέον είναι η χώρα των δύο δωρεάν επιπλέον μισθών (κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενοι «χριστουγεννιάτικο» και «πασχαλινό δώρο») και του ενός δωρεάν ενοικίου.

Τι συμβαίνει, όμως, με τις βασικές αιτίες της ελληνικής στεγαστικής κρίσης; Την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, την ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τη στασιμότητα των μισθών;

Αυτά σκεφτόμουν περπατώντας στο κεντρικό Λονδίνο, κατά τους τακτικούς εαρινούς περιπάτους μου, κοιτάζοντας τις αγγελίες για σπίτια που δεν μπορώ ούτε να αγοράσω ούτε να νοικιάσω. Βλέποντας τις λευκές και κρεμ προσόψεις των όμορφων αυτών σπιτιών, αλλά και τις εργατικές κατοικίες που κατά τον κλασικό αγγλικό τρόπο συνυπάρχουν δίπλα τους, αναρωτήθηκα: είναι τελικά η Αθήνα φθηνή ή φτωχή; Πώς συγκρίνεται με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις και ποιο είναι το παράδοξο της «προσιτής» πόλης;

Στην Αθήνα του 2024–25, ο μέσος καθαρός μισθός για νέους επαγγελματίες κυμαίνεται γύρω στα 1.300 ευρώ, ενώ ένα απλό διαμέρισμα στο κέντρο, ας πούμε 40 με 60 τ.μ., ενοικιάζεται πλέον γύρω στα 600 με 700 ευρώ.

Πόσο κοστίζει να είσαι νέος στην Αθήνα; Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς και συζητήσεις με φίλους, αν είσαι μεταξύ 25 και 35, έχεις πτυχίο και δουλεύεις σε μία «καλή» θέση αρχικού ή μεσαίου επιπέδου, τότε μάλλον έχεις ήδη διαπιστώσει ότι η ενοικίαση ενός αξιοπρεπούς σπιτιού στο κέντρο της πόλης ισοδυναμεί με τον μισό σου μισθό – και βάλε.

Στην Αθήνα του 2024–25, ο μέσος καθαρός μισθός για νέους επαγγελματίες κυμαίνεται γύρω στα 1.300 ευρώ, ενώ ένα απλό διαμέρισμα στο κέντρο, ας πούμε 40 με 60 τ.μ., ενοικιάζεται πλέον γύρω στα 600 με 700 ευρώ. Πάνω από το 50% του εισοδήματος πηγαίνει απευθείας στο ενοίκιο. Και αυτό χωρίς τα πάγια έξοδα (ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, κοινόχρηστα, νερό, ίντερνετ). Πολύ πάνω από το διεθνώς αποδεκτό όριο του 30% που υποτίθεται πως θεωρείται «βιώσιμη» στέγαση (ας γελάσω — αριθμός σίγουρα υπολογισμένος από baby boomers).

Αν κάνουμε ένα zoom-out, στον ευρωπαϊκό χάρτη, η Αθήνα μοιάζει — στα χαρτιά τουλάχιστον — φθηνή. Οι τιμές ενοικίων είναι χαμηλότερες από το Λονδίνο, το Παρίσι ή τη Ρώμη. Στο Λονδίνο, ο μέσος μισθός είναι 3.800 ευρώ και το μέσο ενοίκιο 2.450 ευρώ: 64% του εισοδήματος. Λύση; Συγκατοίκηση. Στο Δουβλίνο, ο μέσος μισθός είναι 4.000 ευρώ και το ενοίκιο 2.600 ευρώ. Έλλειψη κατοικιών και αγορά απλησίαστη για τους κάτω των 35. Παρίσι; Κομψό αλλά ασφυκτικό: μισθός 3.000 ευρώ και ενοίκιο 2.250 – 75% του εισοδήματος. Και Ρώμη; 2.000 ευρώ μέσος μισθός, 1.350 ευρώ ενοίκιο: 67,5%.

Θα μου πείτε, κομίζεις γλαύκα εις Αθήνας. Το αναγνωρίζω: πρόκειται για ένα λογιστικό τέχνασμα. Εκεί που οι μισθοί ανεβαίνουν — έστω και αργά — στην Αθήνα παραμένουν στάσιμοι εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Το αποτέλεσμα; Ένα παράδοξο φτώχειας: μια πόλη που δεν είναι προσιτή για τους ίδιους της τους κατοίκους.

Στο Λονδίνο, ο μέσος μισθός είναι 3.800 ευρώ και το μέσο ενοίκιο 2.450 ευρώ: 64% του εισοδήματος.

Κάποτε το χάσμα εξισορροπούσε η οικογενειακή ιδιοκτησία. Σήμερα, αυτό φθίνει. Οι νέοι ούτε σπίτια κληρονομούν, ούτε μπορούν να αγοράσουν. Αντιθέτως, ανταγωνίζονται τουρίστες και Airbnb για τα ελάχιστα διαθέσιμα διαμερίσματα. Το φαινόμενο έχει όνομα: στεγαστικός αποκλεισμός της παραγωγικής γενιάς.

Το μοναδικό πλεονέκτημα της Αθήνας, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, είναι ότι — σε αντίθεση με πόλεις όπως το Λονδίνο — δεν υπάρχει οργανωμένη κρατική παροχή κοινωνικής στέγασης σε πρόσφυγες και μετανάστες στα κεντρικά τμήματα της πόλης. Αλλά αυτό από μόνο του δεν λύνει τίποτα.

Η Αθήνα δεν είναι η μόνη πρωτεύουσα που υποφέρει από υπερτουρισμό. Στη Βαρκελώνη, στη Βενετία, ακόμη και στη Λισαβόνα, οι κάτοικοι έχουν εξεγερθεί απέναντι στην τουριστική πίεση που μετατρέπει τις γειτονιές τους σε «θεματικά πάρκα διαμονής». Και έχουν ληφθεί μέτρα: Όρια στις βραχυχρόνιες μισθώσεις (Βαρκελώνη, Άμστερνταμ), δημοτικός έλεγχος στα ενοίκια (Βιέννη, Βερολίνο), κοινωνική στέγαση για νέους (Σκανδιναβικές χώρες).

Αντί να αναπαράγουμε τον μύθο της «προσιτής Αθήνας», ίσως ήρθε η ώρα να υιοθετήσουμε πολιτικές που αναγνωρίζουν την πραγματικότητα.

Δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Δεν είναι ζήτημα δεξιάς ή αριστεράς. Είναι ζήτημα ισότητας ευκαιριών. Αν ένας νέος δεν μπορεί να ζήσει κοντά στη δουλειά του, αν χρειάζεται να συγκατοικεί μέχρι τα 40 ή να αλλάζει σπίτι κάθε εξάμηνο (αμφότερα συχνά φαινόμενα στην Αγγλία), πώς να επενδύσει στη ζωή του; Στην καριέρα του; Στην οικογένειά του;

Αντί να αναπαράγουμε τον μύθο της «προσιτής Αθήνας», ίσως ήρθε η ώρα να υιοθετήσουμε πολιτικές που αναγνωρίζουν την πραγματικότητα: δημιουργία ειδικού ταμείου στέγασης για νέους εργαζομένους, αυστηρό έλεγχο στις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, αξιοποίηση των χιλιάδων κενών διαμερισμάτων που παραμένουν ανεκμετάλλευτα λόγω γραφειοκρατίας ή φορολογικών αντικινήτρων.

Η Αθήνα δεν χρειάζεται να γίνει η επόμενη «μελέτη περίπτωσης» αστικής έξωσης. Υπάρχει ακόμη (λίγος) χρόνος να επιλέξει τι πόλη θέλει να είναι: ένα φιλόξενο κέντρο για τους δικούς της ανθρώπους ή ένα σκηνικό προσωρινής διαμονής για τους περαστικούς.

 

Διαβάστε ακόμα: Είναι ακριβό το Μουσείο της Ακρόπολης; Εξαρτάται…

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top