
Πολλοί έσπευσαν να κάτσου στο πλάι του Καβάφη. Όλοι τους συμπεριφέρθηκαν άψογα. Μπορεί να κρατήσει αυτός ο σεβασμός προς την τέχνη και προς το σύμβολο που συνιστά αυτό το γλυπτό;
Υπάρχει πολύ συχνά το debate στην τέχνη για το πώς αυτή καλείται να απευθυνθεί στην επόμενη γενιά, στους νεότερους, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει και να ανανεώνεται. Συχνά, στους παλιούς, στους παραδοσιακούς, τα νέα μέσα, οι νέοι τρόποι της τέχνης ξενίζουν και ξινίζουν. Κι αυτό οδηγεί σε μια ωραία αντιπαράθεση γύρω από το πόσο η τέχνη, όταν απορροφά τους μοντερνισμούς, παραμένει ατόφια ή ευτελίζεται. Μια τέτοια συζήτηση έχει αρχίσει γύρω από το γλυπτό του Πραξιτέλη Τζανουλίνου, που έφερε τον Κωνσταντίνο Καβάφη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Από την περασμένη Τετάρτη, όταν και παρουσιάστηκε το γλυπτό, πλήθος κόσμου έχει συγκεντρωθεί για να κάτσει στο ανάκλιντρο-παγκάκι, δίπλα στο άγαλμα του Αλεξανδρινού ποιητή, και να βγάλει φωτογραφία μαζί του. Πολύ γρήγορα, αυτό το γλυπτό έγινε αξιοθέατο και παίρνει την αξία που έχουν σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις αντίστοιχα αξιοθέατα, όπως ο Κάφκα στην Πράγα, o Πεσσόα στη Λισαβόνα ή η Βιρτζίνια Γουλφ στο Ρίτσμοντ, είναι δηλαδή μια επόμενη τουριστική ατραξιόν.
Προς τι όμως η αμφιβολά και η αντιπαράθεση; Μα ως προς τον σεβασμό που θα δείξει ο κόσμος προς το γλυπτό. Έχουμε συνηθίσει στο παρελθόν να υπερβαίνει ο κόσμος αυτό το όριο και να αρχίζει να θεωρεί πως κάτι του ανήκει. Σε ένα μουσείο, μια γκαλερί, που υπάρχει η ένδειξη «Do not touch» ή «Do not cross that line», ο κόσμος συμμορφώνεται όχι από μόνος του, αλλά υπό τον φόβο πως θα έχει κάποια ποινή. Όταν ο γλυπτός Καβάφης είναι ελεύθερος σε έναν πεζόδρομο, υπάρχει μια θολή γραμμή που δεν είναι απίθανο να την υπερβεί κάποιος. Σίγουρα, στην πορεία θα μετρηθεί η συμπεριφορά του κόσμου και θα είναι πιο ελεγχόμενη η κατάσταση, αλλά και πάλι, τίθεται το ερώτημα του τι μήνυμα στέλνει στον κάθε περαστικό η ευκολία πρόσβασης σε αυτό το γλυπτό.
Δεν είναι ένα ρητορικό ερώτημα, δεν υπάρχει δηλαδή αναμφίβολη απάντηση. Από τη μία, αυτή η προσβασιμότητα προς το έργο, το απομυθοποιεί, απομυθοποιεί την τέχνη και αφαιρεί συνήθως από τη σημασία του, τη σπουδαιότητά του. Από την άλλη, κάποιες φορές, η τέχνη δε μπορεί να είναι «μην αγγίζετε». Για να εντυπωθεί στον άλλο, χρειάζεται η αφή, χρειάζεται η φυσική επαφή. Είναι ο λόγος που κάποιος δε νιώθει δέος όταν βλέπει σε μια οθόνη την Καπέλα Σιστίνα, αλλά τον συνεπαίρνει το μυστήριο όταν βρεθεί στο Βατικανό και τη δει. Το εκ του σύνεγγυς έχει πάντα ένα μεγαλύτερο αποτύπωμα στην ψυχή μας.
Το γλυπτό κάνει τον Καβάφη «σύγχρονο»
Είναι μια πραγματική ευλογία να βλέπεις ότι κάποιος δεν έχει καθόλου ιδέα ποιος ήταν ο Καβάφης και μέσα από αυτό το άγαλμα να εξοικειώνεται, να αισθάνεται πως αυτό το ανθρώπινο σχήμα από μέταλλα είναι «άνθρωπος» και να νιώθει την ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί του, να αναζητήσει τη ζωή και το έργο του. Εύκολα όμως αυτή η ανάγκη μπορεί να γίνει κοροϊδία, ειδικά αν μιλάμε για παιδιά 15-20 ετών που δεν αντιλαμβάνονται εύκολα το συμβολισμό ενός τέτοιου έργου. Άλλωστε, σήμερα δεν αναζητούμε την ποίηση, αναζητούμε τα εύπεπτα, τα ινσταγκραμικά τσιτάτα του κάθε Δεγαμινιώτη, αυτά που αρέσουν στον αλγόριθμο.
Θα έχετε δει σίγουρα βίντεο από αντίστοιχα γλυπτά που είναι τοποθετημένα στους δρόμους, σε δημόσια θέα, όπου όσοι πάνε να τα φωτογραφίσουν, να ξεφεύγουν, να τα ακουμπάνε με απρεπή τρόπο.
Πέραν της αφής, χτυπάει επίσης εμάς τους πιο παλιούς λίγο στο μάτι η εικόνα της selfie με τον Καβάφη. Το να κάτσεις δίπλα του στο ανάκλιντρο και να τον κάνεις στόρι ή ποστ στο Instagram. Κάπως νιώθουμε σα να γίνεται μια ασέβεια ή σα να υποβαθμίζεται η τέχνη στην προσπάθειά της να συνδεθεί με το σήμερα, με τον σύγχρονο αποδέκτη του μηνύματος της. Σα να εισέρχεται μια καβαφική ύλη στον ορίζοντα γεγονότων μιας μαύρης τρύπας που λέγεται «φασεϊσμός». Και σα να φυλλορροεί κάπως το μυστήριο που περιβάλλει τη ζωή του Καβάφη.
Μας έγραψαν αρκετοί στην ανάρτησή μας στο Instagram εδώ, ότι είναι θέμα χρόνου να το καταστρέψουν το γλυπτό. Με σιγουριά. Σα να είναι μέρος της διαδικασίας. Αυτή η σιγουριά σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είμαστε σήμερα τόσο αδιάφοροι προς την αξία ενός πράγματος, ώστε να μη θέλουμε να του συμπεριφερθούμε με σεβασμό, αλλά με μια αλαφρότητα που οδηγεί στην αλλοίωσή του, στην αλλοίωση της ουσίας του. Προς ώρας, ο ποιητής δεν έχει παράπονο. Τον Καβάφη τον έχουν επισκεφθεί πολλοί και έκατσαν στο πλάι του με σεβασμό. Κι έβγαλαν και selfie. Αυτή είναι η εποχή μας. O tempora o mores.
Αλλά είναι μέσα από αυτή την ελευθερία που θα μάθουμε αν μπορούμε να συμμορφωθούμε εκ των έσω ή αν θέλουμε ένα Αόρατο Χέρι της εξουσίας για να μας φοβίζει.




