Ο δημόσιος διάλογος γύρω από την τραγωδία των Τεμπών κατά τη διάρκεια των δύο ετών που έχουν μεσολαβήσει, περιορίστηκε στο αυτονόητο πάνδημο αίτημα για δικαιοσύνη και σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει και πάλι ανήμπορη να βρει έμπνευση στον πόνο της.
Ο σιδηρόδρομος θα μπορούσε να αποτελεί το σύμβολο του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού, καθώς η μηχανή εσωτερικής καύσης και η δημιουργία του τρένου ταυτίστηκαν όσο τίποτα με το πέρασμα στη βιομηχανική εποχή, τόσο ως καθαυτό τεχνολογική εξέλιξη όσο και μέσω της τεράστιας επίδρασης που είχαν στις μεταφορές και μετακινήσεις, αυξάνοντας εκθετικά τις δυνατότητες του εμπορίου και της επικοινωνίας.

Η Ελλάδα με τους περιθωριακούς σιδηροδρόμους της αποτελεί θλιβερή εξαίρεση στον βιομηχανικό κόσμο, γράφει στο Andro ο Σωτήριος Φ. Δρόκαλος (φωτογραφία: Sooc).
Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη η κεντρική θέση των τρένων και των σταθμών τους στον αναπτυγμένο βιομηχανικό κόσμο. Ιδίως στις ευρωπαϊκές χώρες ή την Ιαπωνία, όπου οι αποστάσεις δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να το καθιστούν θεωρητικά ασύμφορο σε σχέση με το αεροπλάνο όσον αφορά τις μετακινήσεις ατόμων, το τρένο είναι χωρίς αμφιβολία το βασικότερο μέσο μετακίνησης μεταξύ πόλεων. Οι δε σιδηροδρομικοί σταθμοί είναι από τα σημαντικότερα σημεία των πόλεων και φιλοξενούν καταστήματα, βιβλιοπωλεία, εστιατόρια και μπαρ.
Η Ελλάδα με τους περιθωριακούς σιδηροδρόμους της αποτελεί θλιβερή εξαίρεση. Το μέγεθος αυτής της εξαίρεσης γίνεται προφανές αν παρατηρήσουμε ότι ο ελληνικός σιδηρόδρομος είναι όχι μόνο πολύ μικρότερος από εκείνους πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά ακόμη και από εκείνους βαλκανικών χωρών που επί δεκαετίες υπήρξαν κατά πολύ φτωχότερες από την Ελλάδα.
Το να καταγγέλουμε το ελλαδικό κράτος και το πολιτικό του προσωπικό είναι απαραίτητο, όμως όχι αρκετό. Οφείλει κανείς να παραδεχτεί ότι συνολικά η ελληνική κοινωνία συνέπλευσε σταθερά με τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις των πολιτικών της ταγών. Όχι μόνο γιατί η ίδια τους ανέδειξε και τους έθεσε τα αιτήματα που εκείνοι έσπευδαν να ικανοποιήσουν ώστε να παραμείνουν στη θέση τους -μεταξύ των οποίων δεν υπήρξε ποτέ ένας σύγχρονος σιδηρόδρομος. Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το ότι με τις κατευθύνσεις αυτές συνέπλευσε επίσης η μεγάλη πλειοψηφία των νεοελλήνων δημοσιολόγων και καλλιτεχνών, δηλαδή εκείνων των κατηγοριών που εκφράζουν σκέψεις, συναισθήματα και οράματα της κοινωνίας πέραν της άμεσης πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης.

Στην Ελλάδα εξακολουθούμε να επικαλούμαστε τους νοητούς ήλιους της δικαιοσύνης όπως του -αγαπημένου κατά τα άλλα- Ελύτη και να προσπερνάμε την χειροπιαστή πρόοδο.
Η νεοελληνική λογοτεχνία και τέχνη ως κλάδοι, συνετέλεσαν στη διατήρηση της χώρας σε κατάσταση ημίκλειστου φέουδου το οποίο μπορούν να λυμαίνονται φράξιες και οπαδοί τους, χωρίς να ανοίγεται στην εξέλιξη του ανεπτυγμένου κόσμου και πόσο μάλλον να πρωτοπορεί. Όχι μόνο συνέπλευσαν με τις κεντρικές επιλογές του πολιτικού προσωπικού, αλλά επιπλέον όποτε του άσκησαν κριτική αυτή έτεινε να ενισχύει περαιτέρω την κατεύθυνση αυτών των επιλογών, αντί να την αντιμάχεται.
Πράγματι, η νεοελληνική λογοτεχνία και τέχνη διατήρησαν κατά κανόνα μια παθητική και φοβική προσέγγιση της πραγματικότητας και του σύγχρονου κόσμου, εκλαμβανόμενη την τεχνολογία και τη βιομηχανία περίπου σαν απειλή. Ή υιοθέτησαν ένα επιφανειακό «μοντέρνο» ύφος αντιλαμβανόμενοι τη σύγχρονη τεχνολογία ως κάτι που απλώς παράγεται κάπου αλλού και ποτέ ως δυναμικό αίτημα, ως διεκδικητική φιλοδοξία συμμετοχής και πρωτοπορίας σε αυτή την παραγωγή.
Τη δεκαετία του 1990, την εποχή που διαμορφωνόταν ο σημερινός ψηφιακός κόσμος, οι μαθητές στα ελληνικά σχολεία έγραφαν εκθέσεις πάνω σε αποσπάσματα λογοτεχνών που δεν αναφέρονταν στις θαυμαστές δυνατότητες και ευκαιρίες των νέων τεχνολογιών και βιομηχανιών, αλλά διαμαρτύρονταν ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έγινε «προέκταση της μηχανής».
Προηγουμένως, η νεοελληνική λογοτεχνία και μουσική είχαν σφραγιστεί από παραπονεμένα λόγια και απορίες όπως εκείνες του Βάρναλη σχετικά με το αν «φταίει το κακό το ριζικό μας», επικλήσεις σε νοητούς ήλιους της δικαιοσύνης όπως του Ελύτη και μελλοντοφοβία. Εν ολίγοις, σφραγίστηκε από μια ηττοπαθή και μίζερη διάθεση έναντι της πραγματικότητας, σε πλήρη αντίθεση με κεντρικά καλλιτεχνικά ρεύματα μιας εποχής όπου, παράλληλα με την ανάπτυξη της πληροφορικής και της ρομποτικής, θριάμβευε η ηλεκτρονική μουσική και η επιστημονική φαντασία στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.

Η τεχνολογία αιχμής της Ferrari (ή της Lamborghini κ.ο.κ.) αποτέλεσε ένα από τα πολλά παγκόσμια διαβατήρια της Ιταλίας, πλάι στην αναγέννηση ή στη γαστρονομία.
Ο ιταλικός Φουτουρισμός είναι μια πολύ ενδεικτική αντίθετη περίπτωση. Ως χώρα με εδραιωμένη αστική τάξη και κουλτούρα μεν, αλλά απομακρυσμένη από την αρχική βιομηχανική επανάσταση σχεδόν όσο και η Ελλάδα, η Ιταλία των αρχών του 20ου αιώνα κατέθεσε το αίτημα για τεχνολογική πρόοδο με τον πιο ενθουσιώδη και επιθετικό τρόπο. Πέραν των υπερβολών και ακροτήτων του, ο φουτουρισμός επί της ουσίας υπήρξε ο πιο δυναμικός υποστηρικτής των νέων τεχνολογιών και του μελλοντικού κόσμου της ταχύτητας, των φώτων, των αεροσκαφών και των σπορ αυτοκινήτων στον χώρο της τέχνης.
Μελετώντας τον φουτουρισμό σε αντιπαραβολή με τα ελληνικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα, καταλαβαίνει κανείς καλύτερα γιατί η Ferrari, η Lamborghini και η Maserati συνοδεύουν ως κλασικά ιταλικά προϊόντα παλαιότερα πολιτισμικά στοιχεία, όπως τα σπαγγέτι, ενώ αντίθετα η αυτοκινητοβιομηχανία που προσπάθησε να αναδυθεί στη σύγχρονη Ελλάδα καταποντίστηκε από τις κρατικές πολιτικές, και κανένα προϊόν υψηλής τεχνολογίας δεν ήρθε ακόμη να προστεθεί στο Greek yogurt ως κλασικό ελληνικό προϊόν στη διεθνή αγορά.
Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα νοούνταν και νοείται ως καταναγκαστική και βαριεστημένη παρακολούθηση καινοτομιών που πραγματοποιούνται αλλού και όχι ως πηγαίο και συναρπαστικό πάθος, φιλοδοξία πρωτοπορίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο μοναδικοί σπουδαίοι Έλληνες καλλιτέχνες που υπήρξαν όχι απλώς μέτοχοι αλλά θεμελιωτές πρωτοποριακών προσεγγίσεων στη μουσική με χρήση νέων τεχνολογιών, υπήρξαν αποστασιοποιημένοι από τη σύγχρονη Ελλάδα: τόσο ο Ιάννης Ξενάκης όσο και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου παρέμειναν μακριά από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα όσο αντίθετα ήταν κοντά στην αρχαία ελληνική παράδοση.

Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, όντας εκτός Ελλάδας, θεμελίωσε μια πρωτοποριακή προσέγγιση στη μουσική.
Για τις πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες του νεώτερου και σύγχρονου κόσμου, η αρχαιοελληνική κοσμολογία, μεταφυσική, λογική και αισθητική, όπως και η μυθολογία, είναι πάντα μεταξύ των πλέον κεντρικών αναφορών, καθώς ανοίγουν το νου και τα συναισθήματα στην αρμονία του σύμπαντος, τη μουσική των ουρανίων σφαιρών, προτρέποντας στην ενεργητική και φιλόδοξη ανάπτυξη του ανθρώπινου νοητικού και σωματικού δυναμικού.
Δεν θα κατηγορήσουμε πάλι τη βυζαντινή και τουρκοκρατούμενη Ρωμιοσύνη, που σε ορισμένες περιπτώσεις είχε επίσης αξιοθαύμαστα επιτεύγματα, τα οποία θα μπορούσαν να μας διδάξουν και να μας εμπνεύσουν. Χωρίς να παραβλέπουμε την τραυματική επίδραση της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ολέθριας δεκαετίας του 1940, η νεοελληνική τέχνη και διανόηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της άνευ δικαιολογιών για το γεγονός πως τη χωρίζει άβυσσος από το πάθος της περιπέτειας και της ανακάλυψης, την πλατωνική αισθητική, το αστικό θράσος, τα διαστημόπλοια και τους υπερταχείς σιδηροδρόμους. Ενώ παραμένει αντίθετα καρφωμένη στη νοσταλγία της αγρολογοτεχνίας για τις κοπέλες με το γιασεμί και τις πλεξούδες που φέρνουν νερό με στάμνες στους ώμους.
Απαιτείται η ανάδειξη λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων που θα βοηθήσουν τη νεοελληνική κοινωνία να ξεπεράσει αυτή τη μίζερη νοητική και ψυχολογική κατάσταση, προωθώντας με κατάφαση και χαρά την τεχνολογική πρόοδο και τη γενικότερη ισχυροποίηση της χώρας. Οι κοινωνίες δεν εξελίσσονται μόνο χάρη στις πολιτικές ηγεσίες, τους επιχειρηματίες και την επαγγελματική ακαδημαϊκή διανόηση. Η τέχνη και η ευρύτερη λαϊκή κουλτούρα έχουν επίσης πολύ μεγάλη βαρύτητα.

«Θα’ πρεπε να υπάρχει πάντα κάποιος σ’ επιφυλακή για τα τρένα», έγραφε ο Ουμπέρτο Έκο.
Οι νέες γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών, δημοσιολόγων και pop artists -που συμπεριλαμβάνουν YouTubers, podcasters, TikTokers, bloggers, influencers- πρέπει να εμβαθύνουν στις φανταστικές δυνατότητες που προσφέρει η πληροφορική, η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη, και να τις υμνήσουν. Αφήνοντας πίσω τους τις αντιαναπτυξιακές φοβίες, τον θρηνητικό λυρισμό, τα θολά όνειρα για έναν ασαφή «καλύτερο κόσμο» ή, με άλλους όρους, την κλάψα που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κουλτούρα.
Τώρα που η αμερικανική υπερδύναμη δείχνει να επιστρέφει θριαμβευτικά στο μοτίβο «το μέλλον μας είναι τα άστρα» μετά από δεκαετίες αδιέξοδων ομφαλοσκοπήσεων και υπό τον δυνητικά ευεργετικό κινεζικό ανταγωνισμό, η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί να έχει μία ακόμη ευκαιρία για να αναδειχθεί ως σημαίνων παράγοντας της υπό διαμόρφωσης νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων. Αρκεί να πάψει να είναι τεχνοφοβική.
Αντί επιλόγου, θυμάμαι πάντα εδώ και πάνω από 20 χρόνια, μια φράση του Ουμπέρτο Έκο από το «Εκκρεμές του Φουκώ»: «Πίστευα κι εγώ ότι μια κοινωνία ισότητας βρισκόταν προ των πυλών, όμως έλεγα ότι στην κοινωνία αυτή θα έπρεπε, για παράδειγμα, να λειτουργούν τα τρένα (καλύτερα από πριν), και οι ξεβράκωτοι που με περιέβαλαν δεν κάθονταν να μάθουν πώς τροφοδοτείται ο λέβητας με κάρβουνο, πώς δουλεύουν τα κλειδιά των γραμμών, πώς γίνεται ο πίνακας των δρομολογίων. Θα’ πρεπε να υπάρχει πάντα κάποιος σ’ επιφυλακή για τα τρένα». (σ. 85 στην ελληνική έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, 2000).
// Ο Σωτήριος Φ. Δρόκαλος είναι διεθνολόγος και ιστορικός. Βιβλία και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στην ελληνική, ιταλική και αγγλική γλώσσα. Περισσότερα στο προσωπικό του website.
Διαβάστε ακόμα: Tο πάνδημο πλήθος είναι ισχυρότερο από τους μπαχαλάκηδες και τη λήθη.





