Η γοητεία του Κρεμλίνου ή πόση Ρωσία χωρά στη Βουλή

Σχεδόν τρία μακρά χρόνια μετά από την εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξακολουθεί να στέκεται διχασμένη απέναντι στη Ρωσία. Κι αυτός ο διχασμός δεν έχει φύγει κι από το ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Η σκιά του Πούτιν ανθίσταται.

Και κάπως έτσι το θέατρο του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας φαίνεται πως ρίχνει την αυλαία του, προς το παρόν τουλάχιστον. Η διεθνής κοινή γνώμη, τόσο επίπονα γνωστή για την διάσπαση προσοχής της, θα στρέψει τα μάτια της ξανά σε ένα άλλο μέτωπο πολεμικών επιχειρήσεων, στην Ουκρανία. Ο Πρόεδρος Τραμπ περιχαρής ήδη δήλωσε πως τώρα ήρθε η ώρα για την επίτευξη ειρήνης και εκεί.

Σχεδόν τρία μακρά χρόνια μετά από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξακολουθεί να στέκεται διχασμένη απέναντι στη Μόσχα: άλλοτε επιδεικνύει καχυποψία ίσως και εχθρότητα, άλλοτε μία κάποια αμφιθυμία και σε ορισμένες γωνιές του Νότου, μία ιδιότυπο…κατανόηση. Οι Έλληνες, σύμφωνα με τις διαθέσιμες έρευνες κοινής γνώμης, αντιμετωπίζουν τον πόλεμο με ανάμεικτα συναισθήματα. Για παράδειγμα, ενώ η πλειονότητα καταδικάζει τη ρωσική εισβολή, ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων απορρίπτει τη στρατιωτική εμπλοκή της Δύσης και επιθυμεί η χώρα να διατηρήσει μία πιο «ουδέτερη» στάση.

Σε έρευνα του Euronews τον Μάρτιο του 2024, μόλις το 17% των Ελλήνων θεωρούρσε ότι η στήριξη προς την Ουκρανία έπρεπε να αποτελεί ευρωπαϊκή προτεραιότητα. Άλλη δημοσκόπηση της Καθημερινής δείχνει πως τρεις στους τέσσερις Έλληνες θα προτιμούσαν μία πολιτική αποστασιοποίησης. Πίσω απ’ αυτούς τους αριθμούς κρύβεται κάτι βαθύτερο: ένα παλιό, σχεδόν προνεωτερικό μείγμα αντιδυτικισμού, ρομαντικής ρωσοφιλίας και ενός ενστίκτου εθνικής και θρησκευτικής αυτάρκειας, που δύσκολα εξαλείφεται.

Η σχέση των Ελλήνων με τη Ρωσία ανάγεται στον 18ο και στον 19ο αιώνα, όταν η ορθοδοξία, ο σλαβικός δεσμός και το αντιτουρκικό συναίσθημα δημιούργησαν μία σταθερή συναισθηματική υποδομή. Αρκεί κανείς να θυμηθεί το Ρωσικό Κόμμα της οθωνικής περιόδου. Αυτή η παράδοση έπειτα ενισχύθηκε από την εξάπλωση του κομμουνισμού στην πρώην τσαρική αυτοκρατορία. Για τους Αριστερούς, η Ρωσία θυμίζει τον Κομμουνισμό. Για τους Δεξιούς, την Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη. Μείγμα απαράμιλλο και ιδιαίτερα επικίνδυνο. Σήμερα, αυτές οι υπόγειες διαθέσεις που σπάνια παίρνουν τη μορφή κάποιας δημόσιας και συνεκτικής ρωσικής γραμμής αγγίζουν διαφορετικά κομμάτια του πολιτικού φάσματος: από την αριστερά ως την εθνικιστική δεξιά.

ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Νίκη είναι 4 κόμματα της Βουλής με στάση που επιδέχεται πολλών ερμηνειών απέναντι στη Ρωσία και τον Πούτιν.

Φωτογραφία από την επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Άγιο Όρος στις 28 Μαΐου του 2016. Η θρησκευτική σύνδεση της Ελλάδας με τη Ρωσία, κάνει αναπόφευκτη τη διατήρηση της επιρροής του σε πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας. (Φωτογραφία: SOOC)

Ποια κόμματα κλείνουν το μάτι στη Ρωσία και τον Βλαδίμηρο

Ας πάρουμε τα πράγματα από τα αριστερά προς τα δεξιά και ας αναλύσουμε τις αποχρώσεις αυτή της συμπάθειας εντός της ελληνικής Βουλής. Το ΚΚΕ για παράδειγμα ενώ απορρίπτει κατηγορηματικά τον πόλεμο, το πράττει όχι στο όνομα της ουκρανικής ελευθερίας, αλλά σε σχέση με τη σύγκρουση δύο «ιμπεριαλιστικών» μπλοκ. Στην ανάλυση του Περισσού, η Ρωσία και το ΝΑΤΟ είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και καμία δεν δικαιούται την ηθική ανωτερότητα. Αυτή η ουδετεροφανής στάση, «ούτε Παπάγος, ούτε Πλαστήρας», αν και ιδεολογικά συνεπής, δύναται να ερμηνευτεί ως πολιτική ισοτιμίας απέναντι στον επιτιθέμενο και στο θύμα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, προσπάθησε αρχικά να κρατήσει μία ισορροπία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας και σε μία πιο «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική, που κατέληξε στις υποκλίσεις του υπουργού Λαφαζάνη μπροστά στη ρωσική αντιπροσωπία. Μετά από το 2022, τα διάφορα στελέχη της Κουμουνδούρου καταδίκασαν μεν την εισβολή, αλλά επέμειναν στην ανάγκη «διπλωματικής λύσης» και στον περιορισμό της αποστολής όπλων στην Ουκρανία. Στην πράξη δηλαδή εξέφρασαν μία κριτική του πολέμου με σαφή αντινατοϊκή γεύση, που διαφοροποιεί μεν το κόμμα από την ρωσοφιλία, αλλά αφήνει χώρο σε ερμηνείες περί «κατανόησης» των ρωσικών κινήτρων, όσο θολά και ανοίκεια και αν φαντάζουν στην ελληνική συνείδηση.

Και στα δεξιά; Εκεί η Ελληνική Λύση, το κόμμα του Κυριάκου Βελόπουλου αποτελεί ίσως την πιο καθαρή κοινοβουλευτική φωνή συμπάθειας προς τη Μόσχα. Από τα πρώτα στάδια της εισβολής, το κόμμα κατήγγειλε την «στρατιωτικοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και επέκρινε σφόδρα της κυρώσεις κατά της Ρωσίας ως επιζήμιες για τα ελληνικά συμφέροντα. Η ρητορική αυτή, συχνά συνδυασμένη με θεωρίες περί «παρακμής της Δύσης», τοποθετεί το κόμμα στην ευρωπαϊκή οικογένεια των εθνολαϊκιστικών κινημάτων που βλέπουν τον Πρόεδρο Πούτιν ως σύμβολο συντηρητικής ισχύος.

Τέλος, η Νίκη και άλλες μικρότερες δυνάμεις του δεξιού φάσματος αναπαράγουν, σε πιο ήπιους τόνους, το ίδιο μοτίβο: την επίκληση της Ορθόδοξης αδελφοσύνης, τη δυσπιστία προς τις Βρυξέλλες και μία έμμεση εξιδανίκευση της ρωσικής «πνευματικότητα». Αν δεν είναι ανοικτά φιλορωσικές, είναι τουλάχιστον σκεπτικές απέναντι στην Ευρώπη που «ξεχνά τις αξίες της».

Η παρουσία φιλορωσικών ρευμάτων στη Βουλή αντικατοπτρίζει μία υπόγεια κρίση εμπιστοσύνης: την κόπωση και απογοήτευση από τη Δύση.

Η ελληνική ρωσοφιλία έχει λιγότερο σχέση με γεωστρατηγικά συμφέροντα και περισσότερο με την ψυχολογία και την ταυτότητα των Ελλήνων. Στο συλλογικό φαντασιακό, η Ρωσία εμφανίζεται ως ο «ισχυρός ξάδελφος» που αντιστέκεται στη Δύση, διατηρεί την πίστη, την παράδοση και την ιεραρχία, όσα θεωρούνται ότι η Ευρώπη έχει απωλέσει. Σε αυτή την ανάγνωση το αίσθημα διαπερνά και τον λαϊκό λόγο: στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε εκκλησιαστικούς κύκλους, ακόμη και σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης, ο Πούτιν παρουσιάζεται όχι ως αυταρχικός ηγέτης, αλλά ως αρχέτυπο του «προστάτη του έθνους». Η επιμονή αυτής της εικόνας αποκαλύπτει κάτι ανησυχητικό για τη δημοκρατική μας κουλτούρα: τη δυσκολία να διακρίνουμε ανάμεσα στην πίστη και στη χειραγώγηση, ανάμεσα στην ηθική δύναμη και στον πολιτικό αυταρχισμό.

Τελικά, η παρουσία φιλορωσικών ρευμάτων στη Βουλή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα «στρέφεται προς την Ανατολή». Αντικατοπτρίζει όμως μία υπόγεια κρίση εμπιστοσύνης: την κόπωση από τη Δύση, την απογοήτευση που βιώνει τμήμα του πληθυσμού από τις υποσχέσεις της παγκοσμιοποίησης και την επιθυμία για σταθερότητα.

Η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τα όρια της και η Ελλάδα δείχνει να ταλαντεύεται ανάμεσα στη στρατηγική της θέση και στη συναισθηματικής της κληρονομιά. Και ίσως αυτή η αμφιθυμία να λέει περισσότερα για εμάς, παρά για τη Ρωσία.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top