Πόσο πιθανό είναι ένα χτύπημα τζιχαντιστών στη χώρα μας;

Πολλοί πιστεύουν ότι λόγω των παραδοσιακά καλών σχέσεων της Ελλάδας με τον Αραβικό κόσμο, γλιτώνουμε έως τώρα κάποιο τρομοκρατικό χτύπημα. Ισχύει όμως αυτή η λογική; Αναλύει ο ερευνητής σε θέματα διεθνούς τρομοκρατίας, Γιάννης Μαντζίκος.

 

Όπως αποδείχτηκε ο Abdelhamid Abaaoud είχε νοικιάσει διαμέρισμα στο Παγκράτι και από εκεί φέρεται να διεύθυνε μέρος της επίθεσης στο Παρίσι το 2014. (Φωτογραφία: Independent)

Στα μέσα του Ιανουαρίου του 2015 τα ελληνικά μέσα ασχολούνταν μόνο με τις επερχόμενες εκλογές. Λογικό, στον ορίζοντα ερχόταν πολιτική αλλαγή. Αντίθετα οι ξένοι δημοσιογράφοι και δη οι ρεπόρτερ που ασχολούνται με την τρομοκρατία ποσώς ενδιαφέρονταν. Απόδειξη είναι ότι όταν μου στείλε email ο ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας, απεσταλμένος του CNN Tim Lister, με ρώτησε κοφτά χωρίς καμιά αναφορά σε πολιτικά: «Τι ξέρεις για τον Abaaoud και την Ελλάδα;». Δεν ήξερα τίποτα. Ο Tim όμως μου είπε ότι είχε πληροφορίες πως στην επίθεση του Παρισιού του 2014 που συμμετείχε ο Abaaoud υπήρχε κάπου και η Ελλάδα… Απόρησα. Όμως λίγες μέρες αργότερα… μπίνγκο!

Έσκασαν τα δημοσιεύματα για τον Abdelhamid Abaaoud τον «εγκέφαλο της επίθεσης» και την σχέση του με την Ελλάδα. Όπως αποδείχτηκε ο Abaaoud είχε νοικιάσει διαμέρισμα στο Παγκράτι και από εκεί φέρεται να διεύθυνε μέρος της επίθεσης. Όμως επίθεση στην Ελλάδα δεν έχει γίνει ακόμα.

Γιατί άραγε δεν έχουμε υποστεί τρομοκρατική επίθεση από Ισλαμιστές εξτρεμιστές; Είμαστε τυχεροί; Είμαστε καλά προετοιμασμένοι; Παίζει ρόλο ότι «είμαστε ιστορικά φίλοι» με τους Άραβες;

Κάποιες επιθέσεις δεν οργανώθηκαν από το Ισλαμικό Κράτος, αλλά από ανθρώπους που είχαν εμπνευστεί από αυτό. Μπορεί η διαφορά να φαντάζει ασήμαντη, αλλά δεν είναι. (Εικονογράφηση: Brittany England)

Μαθήματα από τους άλλους

Πρώτα από όλα μπορούμε να πάρουμε μαθήματα από τους άλλους; Δύσκολο, καθότι ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένες αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες δεν μπορούν να αποτρέψουν μια επίθεση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το περιβάλλον της τρομοκρατίας σήμερα. Αυτό μπορούν να μας το βεβαιώσουν Γάλλοι, Βρετανοί και προσφάτως Ισπανοί υπάλληλοι αυτών των υπηρεσιών.

Οι Γάλλοι για παράδειγμα, ήταν πρωτοπόροι στον πόλεμο εναντίον της Ισλαμιστικής τρομοκρατίας από τις αρχές του ’90, καθότι είχαν να αντιμετωπίσουν τους Αλγερινούς τρομοκράτες που δρούσαν στην χώρα ως μέλη της εξτρεμιστικής οργάνωσης Groupe Islamique Arme (GIA). Όταν δε μιλάμε για Αλγερινούς τρομοκράτες, αυτοί του Ισλαμικού Κράτους θεωρούνται πρόσκοποι μπροστά τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 όμως, οι Γαλλικές αρχές ήταν πια υποστελεχωμένες και χωρίς αρκετούς πόρους για να αντιμετωπίσουν την έλευση του Ισλαμικού Κράτους.

Οι Ισπανοί μετά την πιο αιματηρή επίθεση που έγινε σε Ευρωπαϊκό έδαφος στην Μαδρίτη το 2004, υπήρξαν πρωτοπόροι. Η επίθεση στην οποία μάλιστα είχε ανάμειξη και ο εγκέφαλος της πρόσφατης επίθεσης στην Βαρκελώνη, Ιμάμης του Ριπόλ, έγινε ως απάντηση στην εμπλοκή της Ισπανίας στον πόλεμο του Ιράκ και συγκεκριμένα για να πληγεί ο τότε πρωθυπουργός Jose Maria Aznar. Ξόδεψαν χρήματα, εξοπλίστηκαν και εκπαίδευσαν στελεχιακό δυναμικό. Έτσι από το 2004 και μετά δεν είχαν κανένα περιστατικό με εξαίρεση αυτό του περασμένου Αυγούστου στην Βαρκελώνη. Ενώ στην Ιταλία για παράδειγμα που δεν είχε κάποιο τρομοκρατικό χτύπημα μέχρι τώρα, αναφέρεται ότι η πολυετής μάχη εναντίον της Καμόρα στον Νότο, της Ιταλικής Μαφίας, έχει κάνει τις αρχές πιο ικανές.

Η μουσουλμανική κοινότητα της Θράκης λειτουργεί με τα δικά της ιδιότυπα χαρακτηριστικά αλλά δεν έχει δείξει σημάδια ριζοσπαστικοποίησης.

Η αλλαγή στην φύση της τρομοκρατίας

Αρκεί να σκεφτούμε την παρέα της Βαρκελώνης, ήταν ένας τοπικός πυρήνας φίλων, δεν τους ήξερε κανείς, δεν ήταν στα ραντάρ των υπηρεσιών μέχρι την μέρα της επίθεσης. Αν κάποιος κάνει «σιγή ασυρμάτου», όπως έκαναν οι της Βαρκελώνης και πρόκειται για μια τοπική ομάδα που λειτουργεί με όλους τους συνωμοτικούς κανόνες, ο εντοπισμός ήταν και είναι πολύ δύσκολος. Δεν θα ίσχυε το ίδιο αν η ίδια μικρή ομάδα διατηρούσε με το Ισλαμικό Κράτος ή την Αλ Καιντα ηλεκτρονική επικοινωνία, ακόμη και κρυπτογραφημένη ή υπάρχει μετακίνηση ανθρώπων. Αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά στην τρομοκρατία σήμερα.

Όσο παράξενο και αν φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις αυτό οφείλεται στο ότι κάποιες από τις επιθέσεις αυτές δεν οργανώθηκαν από το Ισλαμικό Κράτος, αλλά από ανθρώπους που είχαν εμπνευστεί από το Ισλαμικό Κράτος. Μπορεί η διαφορά να φαντάζει ασήμαντη, αλλά δεν είναι κάθε άλλο. Από την στιγμή που οι εν λόγω επιθέσεις είναι απλώς εμπνευσμένες από το ISIS και όχι οργανωμένες από αυτό, η επιχειρησιακή ικανότητα των ανθρώπων είναι πολύ μικρή. Αγνοούν για παράδειγμα τους τρόπους κατασκευής μιας βόμβας, δεν διαθέτουν εκπαίδευση στον χειρισμό των όπλων. Έτσι στην Βαρκελώνη για παράδειγμα τα πράγματα δεν πήγαν καλά και η ομάδα αναγκάστηκε να πάει σε σχέδιο Β’ γιατί την προηγούμενη μέρα είχε γίνει έκρηξη σε ένα κρησφύγετο τους.


Διαβάστε ακόμα: Όταν η τρομοκρατία ματώνει τον αθλητισμό


Η επιλογή του στόχου

Το Ισλαμικό Κράτος εν αντιθέσει με την Αλ Κάιντα δεν επιλέγει συμβολικούς στόχους, στόχους δηλαδή όπως το World Trade Center ή στρατιωτικούς στόχους. Το Ισλαμικό Κράτος επιλέγει «μαλακούς» στόχους με τρία βασικά κριτήρια. Το πρώτο είναι να τραβήξει την προσοχή των ΜΜΕ. Αυτό φάνηκε στην πρόσφατη επίθεση του Λας Βέγκας όπου έσπευσε να υιοθετήσει την επίθεση παρότι τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι ο δράστης Stephen Paddock δεν είχε καμία σχέση με εξτρεμιστική δράση.

Το δεύτερο κριτήριο επιλογής είναι αυτό της τοποθεσίας ώστε να επιφέρει το μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Το τρίτο κριτήριο αφορά το επιχειρησιακό σκέλος, δηλαδή αν υπάρχει ισλαμιστικός πυρήνας που μπορεί να κάνει το χτύπημα. Συχνά πυκνά αναφέρεται στα μέσα ενημέρωσης, ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Αθήνα που κινούνται στα όρια του εξτρεμισμού. Ακόμα όμως και αυτό δεν αποτελεί θέσφατο ότι θα γίνει επίθεση από τους συγκεκριμένους «υπόπτους». Όπως αναφέραμε η αλλαγή στην φύση της τρομοκρατίας κάνει τα πράγματα τόσο απρόβλεπτα. Ο Khalid Masood που επιτέθηκε στο Westminster την άνοιξη του 2017 ήταν μεν ύποπτος, τον γνώριζαν οι αρχές αλλά κανείς δεν περίμενε ότι θα μπορούσε να κάνει επίθεση και όμως έκανε.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμα δεύτερη γενιά μεταναστών από χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν που να έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί λόγω κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών ώστε το Ισλαμικό Κράτος να μπορέσει να τους δελεάσει. (Φωτογραφία: NBC News)

Είναι στόχος η Ελλάδα τελικά;

Σε αρκετούς συμπολίτες μας υπάρχει η πεποίθηση ή το αίσθημα ότι λόγω των όποιων σχέσεων της Ελλάδας με τον Αραβικό κόσμο θα την γλιτώσουμε ή την γλιτώνουμε. Αυτή η υπόθεση όμως είναι τουλάχιστον αφελής. Πρώτον, γιατί οι τζιχάντιστες δεν κάνουν καμιά διάκριση ανάμεσα σε ομόθρησκους τους, ούτε καν στους ακόλουθους του Σουνιτικού δόγματος πολύ περισσότερο στην καταγωγή. Δεύτερον, με βάση τα παραπάνω κριτήρια σίγουρα η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο εφόσον έχει πολλούς τουριστικούς προορισμούς που θα μπορούσαν να τραβήξουν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης παγκοσμίως.

Υπάρχει όμως μια βασική διαφορά που κάνει να μη ανησυχούμε τουλάχιστον τόσο όσο σε άλλες χώρες. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμα δεύτερη γενιά μεταναστών από χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν που να έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί λόγω κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών ώστε το Ισλαμικό Κράτος να μπορέσει να τους δελεάσει, όπως γίνεται σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Δεν υπάρχουν καν Μουσουλμανικά γκέτο (τουλάχιστον μέχρι τώρα) ώστε να διαμορφωθούν οι συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης. Αυτός είναι ένας λόγος που ανέφερε και ο Economist ότι η Ιταλία δεν έχει πληγεί από επιθέσεις. Οι γείτονες είχαν μόνο 76 μαχητές στο Ισλαμικό Κράτος την ώρα που η Γαλλία είχε 2.500.

Βέβαια, ένας άλλος τρόπος είναι να δελεαστούν μέσω της ενεργοποίησης των ανακλαστικών των ακροδεξιών ομάδων ή κομμάτων που στοχοποιούν τους Μουσουλμάνους, επικαλούμενοι το επιχείρημα ότι δεν μπορούν να ενσωματωθούν στις Δυτικές κοινωνίες. Έτσι εξηγείται εν μέρει η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων σε χώρες που δεν έχουν μεγάλα προβλήματα ενσωμάτωσης όπως η Φινλανδία και η Νορβηγία και το γεγονός ότι η Φινλανδία και η Δανία είχαν μεγάλο αριθμό μαχητών στο Ισλαμικό Κράτος αναλογικά με τον πληθυσμό τους. Επίσης, δεν φαίνεται με τα σημερινά δεδομένα ότι θα πρέπει να μας ανησυχεί το ζήτημα της Θράκης σε σχέση με το Ισλαμικό Κράτος. Η μουσουλμανική κοινότητα της Θράκης λειτουργεί με τα δικά της ιδιότυπα χαρακτηριστικά αλλά δεν έχει δείξει σημάδια ριζοσπαστικοποίησης καθότι εκκοσμικευμένη σε μεγάλο βαθμό.

Η ύπαρξη εκπαιδευμένου προσωπικού είναι βασική καθότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά της παραδοσιακής κατασκοπείας, όταν υπάρχουν «σιωπηλοί πύρινες» όπως στην Βαρκελώνη.

Πως αντιμετωπίζεται το ζήτημα από τις Ελληνικές αρχές;

Πόσο όμως είναι έτοιμες οι υπηρεσίες μας να αντιμετωπίσουν την απειλή; Η Ελληνική Αντιτρομοκρατική είναι η αλήθεια απέκτησε μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, τεχνογνωσία, δυναμικό και εξοπλισμό που αξιοποιείται ακόμα και σήμερα για την παρακολούθηση των υπόπτων. Όπως αναφέραμε τα ηλεκτρονικά μέσα βοηθούν μεν αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Στα θετικά μετρά και η εγχώρια εμπειρία από τις ακροαριστερές τρομοκρατικές οργανώσεις, χωρίς να αποτελεί βέβαια «μαξιλαράκι ασφαλείας».

Οι σύγχρονες μυστικές υπηρεσίες εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις παρακολουθήσεις στα ηλεκτρονικά μέσα. Η δυσκολία για τις Αρχές είναι ότι για πολλούς υπόπτους υπάρχουν πληροφορίες για εξτρεμιστική δράση, αλλά δεν υπάρχουν τα στοιχεία σε βάρος τους, προκειμένου να γίνουν συλλήψεις. Έτσι, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι (ελληνικές) αρχές είναι να τους θέσουν υπό διακριτική παρακολούθηση που και πάλι είναι αρκετά δύσκολο γιατί για κάθε ύποπτο απαιτείται μια ομάδα περίπου είκοσι ατόμων προκειμένου να τον έχουν υπό συνεχή παρακολούθηση ανά 24ώρο, πράγμα πρακτικά αδύνατο. Γιατί; Επειδή η οικονομική κρίση έπληξε και αυτόν τον τομέα αφού η ΕΥΠ δεν προσλαμβάνει ειδικό προσωπικό εδώ και αρκετά χρόνια, ενώ η Ελληνική Αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις μεταφέρει προσωπικό από την Δίωξη Ναρκωτικών στην Αντιτρομοκρατική για να καλύψει τρύπες μια πρακτική που έκανε και η Γαλλία για να μειώνει το κόστος. Η ύπαρξη εκπαιδευμένου προσωπικού είναι βασική καθότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά της παραδοσιακής κατασκοπείας, όταν υπάρχουν «σιωπηλοί πύρινες» όπως στην Βαρκελώνη.

Τέλος, η ανέγερση Ισλαμικού Τεμένους ενώ είναι θετικό βήμα δεν λύνει το πρόβλημα, δεν αποκλείει την ριζοσπαστικοποίηση και δη την αυτόνομη δράση κακόβουλων ιμάμηδων για τους οποίους θα πρέπει να υπάρξουν αυστηρότεροι νόμοι και κυρώσεις για τα λεγόμενα «κηρύγματα μίσους».

 

Διαβάστε ακόμα: Δανός τζιχαντιστής, διπλός πράκτορας – Η απίστευτη ιστορία του Μόρτεν Στορμ

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close