
Δεν θα υπάρξει λύση στο δημογραφικό χωρίς ενσωμάτωση των μεταναστών.
Το πιο σοβαρό εθνικό θέμα, με αμυντικές, οικονομικές, ασφαλιστικές και κοινωνικές προεκτάσεις είναι το δημογραφικό (αναλύθηκε κι εδώ). Με απλά λόγια, χωρίς νέους έλληνες, στο μέλλον δεν θα υπάρχουμε καν ως χώρα για να τσακωνόμαστε για όλα τα άλλα θέματα που μας αρέσουν.
Έπρεπε να το τουιτάρει ο Ίλον Μασκ (μίλησε για τον «θάνατο της Ελλάδας» – the death of Greece) για να σχολιαστεί ευρέως το υπαρξιακό αυτό ζήτημα, αλλά έστω κι έτσι, ας ξυπνήσουμε επιτέλους.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να πακετάρει τις φοροελαφρύνσεις που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ ως μέτρα κατά της υπογεννητικότητας και λύση στο δημογραφικό. Το να γεννάνε περισσότερο οι Έλληνες είναι προφανώς το ευκταίο, αλλά πόσο να βελτιωθούν τα νούμερα; 10%; Μπορεί και να μειωθούν κι άλλο τα επόμενα χρόνια.
Άρα, η μόνη σίγουρη λύση είναι η ενσωμάτωση των μεταναστών. Υπάρχει λίστα αναμονής ανθρώπων, νέων ως επί το πλείστον, που θέλουν να γίνουν Έλληνες. Τους θέλουμε; Εγώ θα έλεγα πως η ερώτηση πρέπει να διατυπωθεί λίγο διαφορετικά: Τους χρειαζόμαστε;

Υπάρχει λίστα αναμονής ανθρώπων, νέων ως επί το πλείστον, που θέλουν να γίνουν Έλληνες. Τους θέλουμε; Εγώ θα έλεγα πως η ερώτηση πρέπει να διατυπωθεί λίγο διαφορετικά: Τους χρειαζόμαστε; Η απάντηση είναι ναι.
Μόνο έτσι λύνεται το δημογραφικό πρόβλημα
Η απάντηση είναι «ναι, τους χρειαζόμαστε». Όπως τους χρειαστήκαμε και κατά το παρελθόν. Όπως χρειαστήκαμε, τηρουμένων των αναλογιών φυσικά και ας μην οργιστούν οι πατριδοκάπηλοι, τους Μικρασιάτες και Πόντιους πρόσφυγες που στέριωσαν τον σύγχρονο ελληνισμό στη Μακεδονία και όχι μόνο.
Ναι, εκείνοι ήταν ήδη Έλληνες. Δεν είχαν ζήσει όμως ποτέ σε ελληνικό κράτος. Ήταν τότε ένα κοινωνικό πείραμα που συνάντησε πολλές αντιδράσεις. Τουρκόσπορους τους έλεγαν οι γηγενείς, ενώ τα ανέκδοτα με τους Πόντιους ήταν το νούμερο ένα καλαμπούρι ως τη δεκαετία του ’90.
Αργότερα, ήρθαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες βορειοηπειρώτες και φυσικά Αλβανοί. Επίσης δεν έγιναν δεκτοί με χαρά, για να το θέσουμε επιεικώς. Κι όμως, όποιος έχει αμφιβολίες για τη δυνατότητα αφομοίωσης των ξένων δεν έχει παρά να δει τους Αλβανοέλληνες δεύτερης γενιάς που είναι εκατό τοις εκατό αφομοιωμένοι και μπράβο τους, γιατί το κατάφεραν έχοντας αρχικά απέναντι τους το κράτος και την κοινωνία.
Σήμερα, πολλοί λένε ότι «φτάνει»: Δεν θέλουμε άλλους και δεν θέλουμε αλλόχρωμους και αλλόθρησκους. Πρώτον, δεν φτάνει, διότι δεν φτάνουμε εμείς. Λιγοστεύουμε. Δεύτερον, το να πεις ότι δεν θέλω μαύρους ή μουσουλμάνους αλλά θέλω Ισραηλινούς ή Κινέζους που αγοράζουν χρυσή βίζα, είναι ρατσισμός.
Τι να κάνουμε; Όσο και αν αυτό στενοχωρεί κάποιους, το να διαλέγεις τον ξένο με βάση το χρώμα του ή τη θρησκεία του είναι ο ορισμός του ρατσισμού. Διαλέγεις ράτσα βρε παιδί μου, αυτή τη θέλω, την άλλη που είναι κατώτερη δεν τη θέλω.
Προφανώς, αυτή την εθνική απόφαση για το μέλλον τη χώρας δεν μπορούμε να την αφήσουμε στους μισαλλόδοξους και στους ρατσιστές, όπως καμία μεγάλη εθνική προοδευτική τομή δεν έγινε ποτέ από τα φοβικά αντιδραστικά στρώματα της κοινωνίας.

Σήμερα, το να έρχονται παιδάκια από ξένες χώρες ή να γεννιούνται στην Ελλάδα από ξένους γονείς και μετά να πηγαίνουν στο ελληνικό σχολείο και να γίνονται Έλληνες, είναι και εθνική, εκτός από ανθρωπιστική, ανάγκη.
Πρέπει να «επενδύσουμε» στους μετανάστες
Σήμερα, με δεδομένο το υπ’αριθμόν ένα πρόβλημα της υπογεννητικότητας, το να έρχονται παιδάκια από ξένες χώρες ή να γεννιούνται στην Ελλάδα από ξένους γονείς και μετά να πηγαίνουν στο ελληνικό σχολείο και να γίνονται Έλληνες, είναι εθνική ανάγκη.
Διότι προφανώς δεν μιλάμε απλά για εργατικά χέρια αλλά για ισότιμους πολίτες. Για να είναι ισότιμοι πολίτες με πλήρη δικαιώματα πρέπει να έχουν και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Και για να τις εκπληρώνουν με υπερηφάνεια, με οικονομική δυνατότητα και όχι από φόβο, πρέπει να νιώθουν πρώτα οι ίδιοι Έλληνες.
Να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική ζωή και με τη σειρά τους να την εμπλουτίζουν με την δική τους κουλτούρα: η κοινωνία μας και η κουλτούρα μας ήταν πάντα ανοικτές σε ξένες επιρροές, από την ανατολή, απο τα βαλκάνια, από τη δυτική Ευρώπη, από τον Ελληνισμό της διασποράς, από τον τουρισμό και από την παγκόσμια ποπ κουλτούρα που καταναλώνουμε βουλιμικά.
Πρέπει λοιπόν το κράτος και η κοινωνία να επενδύσουν στο παιδί που γεννιέται και μεγαλώνει εδώ ώστε να μιλάει ελληνικά, να γνωρίζει την ελληνική ιστορία και να θέλει να πρωταγωνιστήσει στην οικονομική, πολιτιστική και μεθαύριο και πολιτική (ετοιμαστείτε και γι’ αυτό) ζωή.
Ποιος είναι τελικά ο Πατριώτης;
Πρέπει να καμαρώνουμε και όχι να θυμώνουμε όταν βλέπουμε τέτοια διαφορετικά ελληνόπουλα να προοδεύουν. Πρέπει να τους λέμε ένα μεγάλο μπράβο.
Πρέπει οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι, να ξεμπροστιάζουν τους ψεύτες λαϊκιστές πολιτικούς που τάζουν ανέφικτα πράγματα περι στεγανοποίησης των συνόρων, απώθησης των μεταναστών και προστασίας και φούντωσης, ως δια μαγείας, της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας και μόνον αυτής.
Οι πολιτικοί αυτοί είναι απατεώνες που παίζουν με τον πόνο του απλού κόσμου και καλλιεργούν πονηρά τον κοινωνικό αυτοματισμό, βάζοντας τους λιγότερο μορφωμένους και σε οικονομική δυσχέρεια Έλληνες να αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους σε ακόμα φτωχότερους και ανυπεράσπιστους ξένους.
Εν τέλει, πρέπει να νοηματοδοτήσουμε ξανά ή ορθότερα να επικαιροποιήσουμε κάποιες έννοιες όπως η φιλοπατρία. Πατριώτης σήμερα δεν είναι αυτός που θέλει να διώξει τους ξένους αλλά εκείνος που έχει την τόλμη να τους βοηθήσει για να γίνουν κι αυτοί Έλληνες.
* Φωτογραφίες: SOOC




