Είναι συνετό να κρίνουμε τα πολιτικά πεπραγμένα του Ιωάννη Καποδίστρια με σημερινά μέτρα;

Κοντά 190 χρόνια από τη δολοφονία του, και με την επικαιρότητα να έχει κατακλυστεί από την έλευση του κορωνοϊού, αίφνης, μια σπίθα άναψε που προκάλεσε φωτιά στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Επέβαλε ο Ιωάννης Καποδίστριας δικτατορία;

Μια ανάρτηση στη σελίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» στο Facebook αποδείχθηκε ικανή να προκαλέσει πάθη και κόντρες. Εκεί αναφερόταν η θέση του πανεπιστημιακού και μέλους της Επιτροπής, Αριστείδη Χατζή, πως ο Καποδίστριας κήρυξε μία «εκσυγχρονιστική δικτατορία» απέναντι στην οποία «οι δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι Έλληνες δεν το έβαλαν κάτω». Παρέμβαση που είχε δημοσιευτεί και στο Αndro.

Για την ιστορία, πρέπει να αναφέρουμε ότι το άρθρο αυτό είχε εντελώς άλλη αφετηρία, και ότι δεν χαρακτήριζε ευθέως τον Ιωάννη Καποδίστρια δικτάτορα με την κοινή έννοια του όρου. Ωστόσο προκάλεσε εκρηκτικές αντιδράσεις.

Aπευθυνθήκαμε σε τρεις επιφανείς ιστορικούς και σε δύο αναγνωρισμένους συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας.

Ακολούθησε ένας ορυμαγδός αντεγκλήσεων, αντεπιχειρημάτων, έως και ύβρεων και απειλών κατά του Αριστείδη Χατζή και της Επιτροπής. Κάτι που δυστυχώς δείχνει πως ακόμη και για πρόσωπα που απέχουν πολύ από την εποχή μας, δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε ανοιχτά και με ψυχραιμία. Φευ, ο Καποδίστριας έπεσε θύμα στην εποχή του, αλλά, ως φαίνεται, μπορεί να πέσει και στη δική μας.

Εμείς απευθυνθήκαμε σε τρεις επιφανείς ιστορικούς (Θάνος Βερέμης, Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος και Λύντια Τρίχα), καθώς και σε δύο αναγνωρισμένους συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας (Καρολίνα Μέρμηγκα, Άρης Σφακιανάκης) για να επανεξετάσουμε το ζήτημα.

Όλες οι απόψεις, από διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν λίγο – πολύ στο ότι η διακυβέρνηση του Καποδίστρια ήταν αυταρχική, αλλά ότι δεν μπορεί -ή δεν ωφελεί- να χαρακτηριστεί κοινή δικτατορία. Ζητήσαμε την παρέμβαση και του Αριστείδη Χατζή τον οποίο τιμούμε, ο ίδιος ωστόσο δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στο θέμα.


 

«Ο Καποδίστριας ήταν οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας».

Θάνος Βερέμης: «Ήταν ο πιο ανιδιοτελής πρωθυπουργός που έχει δει η ιστορία της Ελλάδας».

Η λέξη «δικτάτορας» κουβαλάει μια δικιά της ιστορία στην πολιτική γενικότερα. Δεν σημαίνει δικτάτορας του 20ου αιώνα σαν τον Μεταξά, τον Σαλαζάρ ή τον Χόρτι. Είναι άλλο το περιεχόμενο και η σημασία του δικτάτορα στον 20ο αιώνα. Δεν πρέπει να γίνεται χρήση αυτού του όρου έξω από το ιστορικό του πλαίσιο.

Στον 19ο αιώνα και μάλιστα την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, η έννοια του δικτάτορα είναι πάρα πολύ δύσκολο να εξηγηθεί. Δεν υπήρχαν πραγματικά δημοκρατικές κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση του Εμφυλίου με τον Μαυροκορδάτο, τον Κωλέττη, τον Γεώργιο Κουντουριώτη της Ύδρας ήταν δημοκρατική; Δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά φιλελεύθερο καθεστώς. Ας πούμε πως ο Μαυροκορδάτος ήταν πλησιέστερος στη φιλελεύθερη ιδεολογία εκείνης της εποχής, αλλά δεν εξελέγη πραγματικά. Με τη δύναμη των όπλων της Ρούμελης και με τη συμπαιγνία της Ύδρας που είχε τη δύναμη της θάλασσας, μπόρεσε να καταλάβει την εξουσία.

«Ο Καποδίστριας έκανε καλή χρήση των εξουσιών του. Δεν ήταν τύραννος που έβαζε τους αντιπάλους του στις φυλακές».

Ο Καποδίστριας, πράγματι, δεν ήταν φιλελεύθερος. Δεν ενδιαφερόταν για τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία της Αγγλίας, όπως οι Μαυροκορδάτοι. Ήταν οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας. Ένα δεσποτικό σύστημα, αυταρχικό, αλλά πεφωτισμένο που ασχολείται με το καλό του λαού. Γι’ αυτό και οι αγρότες τον αγαπούσαν και τον έκλαψαν γνήσια. Τους είχε υποσχεθεί διανομή της γης και το πίστευε.

Ήταν ένας πολύ πετυχημένος πολιτικός στο μικρό διάστημα που του δόθηκε. Από την άλλη, ήταν ένας πολύ συντηρητικός άνθρωπος. Δεν πολυπίστευε στη δημοκρατία. Πίστευε στη δεσποτεία του Αλεξάνδρου Α’. Ο Καποδίστριας έγινε κυβερνήτης γιατί τον κάλεσε η πατρίδα. Τι θα πει κυβερνήτης; Ολίγον πρωθυπουργός, ολίγον Πρόεδρος της Δημοκρατίας διότι δεν υπήρχε βασιλιάς ακόμη. Αρα, ήταν αρχηγός της κυβέρνησης και του κράτους εν μέρει, έστω και προσωρινά. Εκανε καλή χρήση των εξουσιών του. Δεν ήταν τύραννος που έβαζε τους αντιπάλους του στις φυλακές. Απόδειξη ότι τον σκότωσαν ένα πρωί δίχως να λάβει μέτρα για να σώσει τον εαυτό του. Είχε έναν μονόχειρα σωματοφύλακα!

Εκ του αποτελέσματος, ο Καποδίστριας ήταν ένας σπουδαίος έλληνας πολιτικός. Ήταν ο πιο ανιδιοτελής πρωθυπουργός που έχει δει η ιστορία της Ελλάδας. Οχι μόνο δεν έκλεψε, αλλά έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε στο κράτος, το υπηρέτησε. Δεν ήταν δημοκράτης, αυτό είναι γεγονός. Ηταν, όμως, καλός διαχειριστής των συμφερόντων της πλειοψηφίας που ήταν οι αργότες. Δεν αγαπούσε καθόλου τους προκρίτους κι εκεί ενόπλους αγωνιστές.

 

//Ο Θάνος Βερέμης είναι ιστορικός και συγγραφέας. Αντιπρόεδρος Δ.Σ. ΕΛΙΑΜΕΠ, Ομότιμος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιστορία, Διεθνείς Σχέσεις.


«Έχοντας εργασθεί στην υπηρεσία του τσάρου, είχε διαμορφώσει απολυταρχική ιδεολογία και αυταρχικό χαρακτήρα», αναφέρει η Λύντια Τρίχα.

Λύντια Τρίχα: «Η αυταρχικότητά του ήταν ενδεχομένως μονόδρομος».

Είτε χρησιμοποιήσουμε τον όρο δικτάτορας είτε όχι, το γεγονός είναι ότι ο Καποδίστριας μπορεί να θεμελίωσε την οργάνωση ενός ουσιαστικά ανύπαρκτου κράτους, κυβέρνησε όμως τη χώρα απολυταρχικά.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα είχε καθολική αποδοχή καθώς οι Έλληνες τον είδαν ως λύση για τη σωτηρία της Επανάστασης, που βρισκόταν τότε σε απελπιστική κατάσταση. Έτσι αποδέχθηκαν χωρίς αντιρρήσεις την οικειοθελή διάλυση της Βουλής και την ανάληψη όλων των αρμοδιοτήτων της από τον Καποδίστρια, παρότι αυτό ήταν αντισυνταγματικό. Ανέμεναν βέβαια ότι θα συγκληθεί αμέσως Εθνική Συνέλευση, που θα ψήφιζε νέο Σύνταγμα. Εκείνος, όμως, προτίμησε να εγκαταστήσει πρώτα έναν ελεγχόμενο κρατικό μηχανισμό.

«Η απαξιωτική συμπεριφορά του προς όλους σχεδόν τους σημαντικούς Έλληνες, οδήγησε σταδιακά σε μια συνεχώς αυξανόμενη αντιπολίτευση».

Έχοντας εργασθεί στην υπηρεσία του τσάρου, είχε διαμορφώσει απολυταρχική ιδεολογία και αυταρχικό χαρακτήρα. Δεν ήταν έτοιμος να κυβερνήσει δημοκρατικά τους Έλληνες, τους οποίους θεωρούσε ανώριμους να αποκτήσουν Σύνταγμα, και η διακυβέρνησή του εξελίχθηκε σύντομα σε άκρως απολυταρχική. Η αυταρχικότητα ήταν ενδεχομένως μονόδρομος για να μπορέσει να επιβληθεί στους ετερόκλητους και απείθαρχους πολιτικούς και στρατιωτικούς, που θεωρούσαν ότι οι πολιτικές διαφορές λύνονται με τα όπλα. Η απαξιωτική, όμως, συμπεριφορά του ιδίου προς όλους σχεδόν τους σημαντικούς Έλληνες και η εξαιρετικά αυταρχική άσκηση της εξουσίας εκ μέρους των αδελφών του, που δεν είχαν επιλεγεί από την Εθνική Συνέλευση και που δεν είχαν ούτε τα προσόντα ούτε τις ικανότητές του, οδήγησαν σταδιακά σε μια συνεχώς αυξανόμενη αντιπολίτευση.

Οι λόγοι για τους οποίους εντάχθηκαν στην αντιπολίτευση οι εκ πεποιθήσεως συνταγματικοί, όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Τρικούπης, είναι αυτοί ακριβώς που αποδεικνύουν ότι η διακυβέρνησή του δεν ήταν δημοκρατική. Διαφωνούσαν κυρίως με την κατάργηση της εκλογής των δημογερόντων από τον λαό, την πλήρη εξάρτηση των δικαστηρίων από την κυβέρνηση, την παραβίαση σημαντικών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία του ατόμου και η ασφάλεια της περιουσίας του, την ασυδοσία των κυβερνητικών υπαλλήλων, την τροποποίηση με ψήφισμα της συνταγματικής διάταξης περί ελευθεροτυπίας, την μη τήρηση πολλών αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης και γενικότερα την κυβερνητική απομάκρυνση από τις καθιερωμένες συνταγματικές αρχές.

 

//Η Λύντια Τρίχα είναι ιστορικός και συγγραφέας. Είναι αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Παιδείας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.


 

«Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχε αποδεχθεί την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας όταν του προσφέρθηκε το 1820», σημειώνει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος.

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος: «Είναι επιπόλαιο και αποπροσανατολιστικό να μιλάμε για δικτάτορα».

Για τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μπορούν να μιλήσουν άλλοι πολύ αρμοδιότεροι από μένα, με πρώτο τον Χρήστο Λούκο. Έχω όμως την εντύπωση ότι είναι επιπόλαιο και αποπροσανατολιστικό να μιλάμε για «δικτάτορα». Επιπλέον είναι αναχρονισμός. Ο Καποδίστριας είχε παραμείνει στο πολιτικό υπόδειγμα της «φωτισμένης δεσποτείας» και αυτό προσπάθησε να εφαρμόσει. Ήταν όμως πολύ αργά γι’ αυτό. Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχε αποδεχθεί την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας όταν του προσφέρθηκε το 1820. Ασφαλώς πολύ διαφορετικά.

 

// Ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι πολιτικός επιστήμονας, ιστορικός και συγγραφέας. 


 

«Τα ιστορικά πρόσωπα έχουν πολλές ζωές· την πραγματική, δηλαδή τη βιωμένη, και όλες τις άλλες που θα φτιάξουν οι άλλοι για αυτούς», αναφέρει η Καρολίνα Μέρμηγκα.

Kαρολίνα Μέρμηγκα: «Η εξαπόλυση εντυπωσιακών εφέ από την επιτροπή 2021 είναι, το λιγότερο, προβληματική».

Δεν είμαι ιστορικός ούτε πολιτικός. Δουλειά μου είναι, ας το πούμε έτσι, οι λέξεις. Που έχουν φτερά αλλά και βαρίδια. Που τσακίζουν κόκαλα και –κυρίως- απλώνονται σαν φωτιά σε ξερόχορτα και καίνε όσα είναι κρίμα να καούν.

Η ερώτηση «Ήταν δικτάτορας ο Καποδίστριας;» περιέχει μόνο δυο λέξεις και κανένα ερωτηματικό: περιέχει το όνομα Καποδίστριας, δηλαδή το όνομα κάποιου γενικώς «γνωστού» που είναι, για τη συντριπτική πλειοψηφία όλων μας, παντελώς άγνωστος, και το ουσιαστικό Δικτάτορας που λειτουργεί αυτόματα ως σάλπιγγα πολέμου, ως το σύνθημα για να ξεσύρουμε τα δημοκρατικά σπαθιά μας.  Μόνο αυτές οι δυο λέξεις ακούστηκαν, και αρκούν για να πιάσει η φωτιά και να λαμπαδιάσει και να υψωθεί μέχρι τα ουράνια –εκεί όπου κατοικεί, ελπίζω, ο ανυπεράσπιστος αλλά και απρόσβλητος πια Κυβερνήτης.

Τα ιστορικά πρόσωπα έχουν πολλές ζωές· την πραγματική, δηλαδή τη βιωμένη, και όλες τις άλλες που θα φτιάξουν οι άλλοι για αυτούς. Ανήκω σε εκείνους τους άλλους, καθώς έγραψα ένα μυθιστόρημα για τον Καποδίστρια: τον μελέτησα, τον φαντάστηκα, τον είδα μέσα από τα δικά μου μάτια, τον έκανα ήρωα του βιβλίου μου. Αλλά και οι ιστορικοί «φτιάχνουν» τα ιστορικά πρόσωπα με το δικό τους τρόπο, καθώς και εκείνοι τα ερμηνεύουν μέσα από τη δική τους ματιά, τις δικές τους γνώσεις και γνώμες, πεποιθήσεις και προκαταλήψεις. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία και η Ιστορία κάπου συναντώνται, αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι μόνον οι ιστορικοί όχι μόνο  δικαιούνται (όπως οι λογοτέχνες) αλλά και οφείλουν να μας δίνουν τις δικές τους ερμηνείες. Γιατί είναι καλό για μια χώρα, για ένα κράτος του 21ου αιώνα, να «βασανίζει» την Ιστορία του ακούγοντας τους ιστορικούς του να ψάχνουν, να ερευνούν, να αμφισβητούν.

«Η λέξη ”δικτάτορας” σε σχέση με το κυβερνητικό έργο του Καποδίστρια δεν είναι ούτε συνεκτική ούτε σοβαρή».

Είναι καλή η πολυφωνία, είναι απαραίτητη. Όμως άλλο είναι η άποψη του κάθε ιστορικού και άλλο η επίσημη πλατφόρμα μιας θεσμικής Επιτροπής στην οποία έχει ανατεθεί από το ίδιο το κράτος μια επετειακή εκδήλωση με σκοπό –με ποιον αλήθεια σκοπό; Η απάντηση σε αυτό δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά νομίζω πως μπορούμε να συμφωνήσουμε πως γενικά καλό είναι οι εθνικές επέτειοι να δρουν συνεκτικά. Πράγμα που σημαίνει θαρραλέα αλλά όχι επιπόλαια, προσεκτικά, μετά λόγου γνώσεως. Σοβαρά. Η λέξη «δικτάτορας» σε σχέση με το κυβερνητικό έργο του Καποδίστρια δεν είναι ούτε συνεκτική ούτε σοβαρή. Η εξαπόλυση εντυπωσιακών εφέ από την επίσημη πλατφόρμα μιας επίσημης επιτροπής είναι, το λιγότερο, προβληματική.

Γιατί είναι το εύφλεκτο υλικό που βάζει εκείνη την  φωτιά να κάψει όσα είναι κρίμα να καούν –να κάψει δηλαδή όχι βέβαια τον ίδιο τον Καποδίστρια (που όσο ζούσε πήρε όλη την ευγνωμοσύνη του κράτους που εν πολλοίς δημιούργησε συμπυκνωμένη μέσα σε μια σφαίρα) αλλά εκείνο το σπάνιο και πολύτιμο δομικό υλικό που χρειάζεται κάθε κράτος και, υποθέτω, καλείται να ισχυροποιήσει η εν λόγω επιτροπή: την ταυτότητά μας. Το ποιοι είμαστε· από πού και πώς γίναμε ό,τι γίναμε, πώς φτάσαμε ως εδώ, ποια ήταν τα λάθη και ποια τα σωστά, ποιοι εργάστηκαν για την πατρίδα και ποιοι για πάρτη τους, τι χρωστάμε σε ποιον, ποιους οφείλουμε να μνημονεύουμε με ευγνωμοσύνη.

Αυτό που τώρα θα άξιζε να φωτίσουμε θολώνει, γιατί στους διαδικτυακούς διαδρόμους αλλά και στα αληθινά πεζοδρόμια σέρνεται αυτή η λέξη που ελάχιστοι θα εξετάσουν στην ουσία της, τυλιγμένη γύρω από το όνομα αυτού του ανθρώπου που ελάχιστοι θα μάθουν τι πραγματικά έκανε –και γιατί το έκανε, και πώς, και πότε. Δικτάτορας ο Καποδίστριας. Δυο λέξεις που οι νέοι, οι ανιστόρητοι (και γιατί είναι υποχρεωμένος κάποιος να γνωρίζει;), οι αφοσιωμένοι στην Προκρούστεια εφαρμογή μιας δικής τους πολεμικής, οι υπερασπιστές ιδεών ωραίων που όμως για να γίνουν πράξη χρειάζονται έργο άχαρο που κάποιος πρέπει πάντα να κάνει, τις πιπιλούν και τις εξαπολύουν για να σφηνωθούν γρήγορα και τελειωτικά με τη συμπύκνωση μιας σφαίρας.

Οι λέξεις έχουν βάρος.  Στήνουν και γκρεμίζουν νομικούς πλανήτες και συνταγματικούς γαλαξίες, πολιτικές υπάρξεις και ανυπαρξίες, δημοσιογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά σύμπαντα και ολοκαυτώματα. Όσο κι αν ζούμε στην εποχή της λεκτικής πλημμυρίδας όπου η εμβέλεια των λέξεων του καθενός έχει εκατονταπλασιαστεί (ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό) οι λέξεις συνεχίζουν να φέρουν το ειδικό βάρος και τη συγκεκριμένη ευθύνη εκείνου που τις χρησιμοποιεί. Γιατί αν εγώ γράψω την άποψή μου για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να γίνονται εγχειρήσεις εγκεφάλου, η άποψή μου δεν θα αλλάξει τον ρου της Ιατρικής· αν όμως μια Κρατική Επιτροπή διορισμένη για μια εθνική επέτειο αναπαράγει (υιοθετεί;) μιαν άποψη για κάποιον που αποτέλεσε φέροντα οργανισμό της οικοδομής του συγκεκριμένου έθνους, το βάρος είναι ειδικό, και συγκεκριμένο, και τεράστιο.

Δεν είμαι ιστορικός και θα αφήσω άλλους να απαντήσουν τα πώς και πότε και γιατί. Τους έχω εμπιστοσύνη, γιατί είναι η δουλειά τους. Η δική μου η δουλειά, η λογοτεχνία, συλλαμβάνει τον άνθρωπο σαν στιγμή και σαν αιωνιότητα -και αυτό προσπάθησα να κάνω. Ο Καποδίστριας έζησε τη στιγμή του και μετά πέρασε σε μιαν αιωνιότητα, εισιτήριο για την οποία υπήρξε, πιστεύω ολόψυχα, η ίδια του η ζωή –δηλαδή το έργο του. Έγραψα γι’ αυτόν όπως εγώ τον κατάλαβα  προσέχοντας όσο μπόρεσα τις λέξεις, γιατί η στιγμή είναι του ενός που έζησε αλλά η αιωνιότητα είναι όλων εμάς που αντλούμε απ’ εκείνη τη ζωή. Και απ’  εκείνη τη ζωή, αν σκύψουμε πάνω της προσεκτικά, μπορούμε να κερδίσουμε υπερηφάνεια, γνώση, ελπίδα και όραμα. Αν πάλι την κακομεταχειριστούμε, την αγνοήσουμε ή τη λερώσουμε, μπορούμε μόνο να χάσουμε.

 

//Η Καρολίνα Μέρμηγκα είναι συγγραφέας. Έχει γράψει μεταξύ άλλων το βιβλίο «Κάτι κρυφό μυστήριο» (εκδ. Μελάνι) για τον Ιωάννη Καποδίστρια.

 


 

«Ο Καποδίστριας στάθηκε ο πρώτος –και ίσως τελευταίος- έλληνας πολιτικός που βγήκε ζημιωμένος από το αξίωμά του».

Άρης Σφακιανάκης: «Ο Καποδίστριας δεν ήρθε με στρατό για να επιβάλλει τυραννία, όπως έκανε ο Όθων με τα βαυαρικά του στρατεύματα».

«Δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω στην Ελλάδα το γηραλέον σαρκίον μου». Αυτή ήταν η απάντηση του Καποδίστρια στην αυτοκράτειρα πασών των Ρωσιών όταν τον παρακάλεσε να μείνει στο υπουργείο Εξωτερικών της Πετρούπολης.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1828, έφτανε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα κατόπιν προσκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως της Τροιζήνας για να κυβερνήσει τον τόπο. Ήταν τότε 52 χρονών. Στα 56 του θα έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος έξω από το ναό του αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.
Ήταν μια ρομαντική ψυχή με το μυαλό ενός διπλωμάτη και το σώμα ενός εργένη.

Από το 1821 που ξεκίνησε η Επανάσταση, το έθνος πολεμούσε αφενός τους Τούρκους και αφετέρου τον εαυτό του. Είχε ήδη εμπλακεί σε δυο εμφυλίους πολέμους –έναν ανάμεσα σε στρατιωτικούς και κοτζαμπάσηδες κι έναν μεταξύ Πελοποννησίων και Ρουμελιωτών. Είχε επίσης καταφέρει να κατασπαταλήσει δυο εθνικά δάνεια, να εξοργίσει τις υποτιθέμενες Προστάτιδες Δυνάμεις και να απελπίσει τους φιλέλληνες. Κι ύστερα από εφτά χρόνια αγώνων να έχει απελευθερώσει μόνο τον Μοριά και δυο τρία νησιά του Αργοσαρωνικού. Μάλιστα, ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου, είχε ανακαταλάβει τη μισή Πελοπόννησο κι ήταν έτοιμος να μπουκάρει και στ’ Ανάπλι.

«Δεν δέχτηκε ποτέ τον μισθό που του είχε ορίσει η Εθνοσυνέλευση –μάλιστα έβαζε διαρκώς από την τσέπη του».

Τότε και μόνο τότε αναγκάστηκαν οι Έλληνες να συνάξουν εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα, να φτιάξουν καινούργιο Σύνταγμα και να ορίσουν Κυβερνήτη τον Καποδίστρια με 7ετή θητεία. Πήραν μ’ άλλα λόγια οι Έλληνες κι όχι ο Καποδίστριας το ακραιφνώς δημοκρατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου και το έκαναν πιο αυταρχικό. Έβλεπαν από την εμπειρία τους ότι η πολλή δημοκρατία μάλλον κακό παρά καλό έκανε στον τόπο.

Μόλις έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, κατάλαβε κι εκείνος πως για να βάλει κάποια τάξη στο χάος που επικρατούσε έπρεπε να πάρει ακόμη περισσότερες εξουσίες στα χέρια του και την άποψή του αυτή υιοθέτησε και η Βουλή των Ελλήνων. Δεν ήρθε με στρατό στην χώρα ο Καποδίστριας για να επιβάλλει τυραννία –πράγμα που έκανε αργότερα ο Όθων με τα βαυαρικά του στρατεύματα, και που κάνει κάθε χούντα στον πλανήτη.

Έλαβε, είναι η αλήθεια πολλές εξουσίες στα χέρια του, μα δεν γινόταν αλλιώς. Στην αναρχία που τυραννούσε τον τόπο δεν χωρούσαν επερωτήσεις στη Βουλή, επιτροπές επί επιτροπών, κωλυσιεργίες κι ενστάσεις. Αρκούσε εκείνος που θα αναλάμβανε τούτη την ενός ανδρός αρχή να αγαπούσε τον τόπο του. Σε αυτό έπεσαν διάνα οι Έλληνες όταν επέλεξαν για Κυβερνήτη τον Καποδίστρια. Υπήρξε ο κατ’ εξοχήν φιλέλληνας –και παρέμεινε τέτοιος ακόμη κι όταν γνώρισε από κοντά τους Έλληνες.

Δεν δέχτηκε ποτέ τον μισθό που του είχε ορίσει η Εθνοσυνέλευση –μάλιστα έβαζε διαρκώς από την τσέπη του. Στάθηκε ο πρώτος –και ίσως τελευταίος- έλληνας πολιτικός που βγήκε ζημιωμένος από το αξίωμά του. Έλαβε βέβαια μια σφαίρα στο κεφάλι και μια μαχαιριά στα πλευρά μα δεν ξέρω αν αυτά λογαριάζονται για επενδύσεις. Στερήθηκε ευρωπαϊκές θέσεις, στερήθηκε τους φίλους του, στερήθηκε την μοναδική του αγαπημένη γιατί είχε στο μυαλό του μονάχα έναν στόχο: να βοηθήσει την πατρίδα.

Δούλευε νυχθημερόν στο φτωχικό του κατάλυμα ώστε να φτιάξει σχολεία, να στήσει Ορφανοτροφείο στην Αίγινα, να οργανώσει τον στρατό, να κόψει νόμισμα εθνικό, να καταδιώξει την λυμαινόμενη τις θάλασσες πειρατεία, να καταπολεμήσει την ληστεία, να πάρει υγειονομικά μέτρα στην επιδημία της πανώλης, να αναστήσει το δημόσιο ταμείο που το βρήκε να περιέχει ένα μόνο νόμισμα κι αυτό κίβδηλο. Διοργάνωσε τα δικαστήρια, φρόντισε τους πρόσφυγες της Κρήτης και της Αττικής, προσπάθησε να αναδιανείμει την εθνική γη. Έκανε κι άλλα πολλά, μα δεν χωράνε εδώ.

Τρία χρόνια κυβερνούσε όταν έμαθε πως οργάνωναν την δολοφονία του. Αποφάσισε να πιεί το πικρό ποτήρι ως το τέλος. Άγγελοι θανάτου οι δυο Μαυρομιχάληδες, πρωτεργάτες του λαοφιλούς κινήματος Δεν πληρώνω-δεν πληρώνω (οι Μανιάτες είχαν αλλεργία με την εφορία). Του στήσανε καρτέρι ανόσιο, στο κατώφλι της εκκλησιάς. «Σκότωσα τον τύραννο!» φώναξε ο Μπεηζαντές.

Οι “τυραννοκτόνοι” εκείνοι έπεσαν στην οργή του όχλου κι ο ένας λιντσαρίστηκε επί τόπου από το πλήθος ενώ ο άλλος εκτελέστηκε ύστερα από απόφαση του στρατοδικείου. Πάνω στους τάφους τους έριχναν για καιρό οι Ναυπλιώτες τα σκουπίδια τους. Οι σύγχρονοι “τυραννοκτόνοι” ας ριχτούν στο ανάθεμα των Ελλήνων που γνωρίζουν καλά ποιος είναι τύραννος και ποιος όχι.

 

//Ο Άρης Σφακιανάκης είναι συγγραφέας. Έχει γράψει μεταξύ άλλων το βιβλίο «Η σκιά του Κυβερνήτη» για τη δολοφονία του Καποδίστρια.

 

 

Διαβάστε ακόμα – Κώστας Μ. Σταματόπουλος: «Η βασιλική οικογένεια ήταν πάντα κεντρώα».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top