
Για έναν Έλληνα, το Ιράν δεν είναι απλώς ένα μακρινό γεωπολιτικό σύμπτωμα της Μέσης Ανατολής. Είναι ένας παλιός συνομιλητής της ιστορίας μας.
Το Ιράν δεν είναι μια χώρα που μπαίνει εύκολα σε κατηγορίες. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι στην Τεχεράνη, βλέπεις τον τρόπο που κοιτάζει η Ευρώπη και η Αμερική: με μια παράξενη αμηχανία, σαν να μην είναι σίγουρες τι ακριβώς έχουν μπροστά τους. Μια κοινωνία που διαμαρτύρεται; Ένα καθεστώς που τρίζει; Ένα ακόμα επεισόδιο σε μια διαρκή ένταση που θα ξεφουσκώσει όπως τόσες άλλες; Και σε αυτή την αμηχανία υπάρχει πάντα μια υπόγεια σύγχυση: είναι το Ιράν κράτος, είναι το Ιράν πολιτισμός, είναι το Ιράν θρησκεία, είναι το Ιράν μνήμη; Στην πραγματικότητα είναι όλα μαζί, γι’ αυτό και κάθε κρίση εκεί παίρνει διαστάσεις δυσανάλογες με τα στενά όρια της επικαιρότητας.
Για έναν Έλληνα, ωστόσο, το Ιράν έχει κάτι ακόμη: δεν είναι απλώς ένα μακρινό γεωπολιτικό σύμπτωμα της Μέσης Ανατολής. Είναι ένας παλιός συνομιλητής της ιστορίας μας. Μερικές φορές αντίπαλος, άλλες φορές κάτι σαν καθρέφτης, αλλά πάντως σταθερή παρουσία στο φόντο της ελληνικής μνήμης. Έχουμε μάθει να μιλάμε γι’ αυτό από πολύ νωρίς, πριν ακόμη μάθουμε να διαβάζουμε τους χάρτες. Με έναν τρόπο σχεδόν παράδοξο: η πρώτη μεγάλη ιστορία όπου η Ελλάδα «συστήνεται» στον εαυτό της, είναι μια ιστορία πολέμου με την Περσία. Κι όμως, αν το σκεφτείτε πιο ψύχραιμα, η σχέση μας με την Περσία δεν είναι απλώς εκείνη η ηρωική στιγμή των Θερμοπυλών ή της Σαλαμίνας. Είναι μια σχέση αιώνων που δεν έληξε ποτέ, που απλώς άλλαξε μορφές.
Η αρχαία Περσία, πριν γίνει μύθος, ήταν αυτοκρατορία διοίκησης. Όχι «Ανατολή» με τη φολκλορική έννοια του όρου, αλλά κράτος: δρόμοι, φορολογικές περιφέρειες, δίκτυα εξουσίας, διοικητική λογική, ένα σύστημα που μπορούσε να κρατάει μαζί λαούς και τόπους που δεν είχαν καμία φυσική ενότητα. Αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που ξεχνάμε όταν μιλάμε για την περσική αυτοκρατορία με όρους σχολικής αφήγησης. Οι Έλληνες την αντιμετώπισαν ως απειλή, ναι, αλλά τη θαύμασαν κιόλας, ακόμη κι όταν δεν το παραδέχονταν. Σε ορισμένες στιγμές, την κοίταξαν με τον τρόμο που προκαλεί ένα μοντέλο πολιτικής οργάνωσης πολύ πιο ισχυρό από το δικό σου.
Διαβάστε ακόμη: Μια Ελληνίδα στο Ιράν
Το ενδιαφέρον είναι πως οι Έλληνες δεν συγκρούστηκαν με την Περσία ως πολιτισμός απέναντι σε πολιτισμό. Συγκρούστηκαν ως μικρές, ανταγωνιστικές πόλεις απέναντι σε ένα τεράστιο κράτος που σκεφτόταν αυτοκρατορικά. Και μέσα από αυτή τη σύγκρουση έφτιαξαν τον εαυτό τους. Το εμείς γεννήθηκε απέναντι σε εκείνο το Εκείνοι. Είναι ένα από τα μεγάλα ιστορικά παράδοξα: ο περσικός κίνδυνος λειτούργησε σαν μαμή της ελληνικής αυτοσυνείδησης. Παράλληλα όμως, υπάρχει και κάτι που αποσιωπάται εύκολα: η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ απομονωμένη από τον περσικό κόσμο. Οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας ζούσαν ήδη μέσα στη σφαίρα της αυτοκρατορίας. Πολλοί Έλληνες ήξεραν από κοντά τι σημαίνει Περσία.
Όταν αργότερα έρχεται ο Αλέξανδρος, το δημοφιλές σχήμα είναι πως η Ελλάδα νίκησε. Αυτό είναι μισή αλήθεια. Ο Αλέξανδρος δεν διαλύει ολοκληρωτικά την Περσία αλλά την μετασχηματίζει, χρησιμοποιώντας τα υλικά του. Ο ελληνιστικός κόσμος που γεννιέται δεν είναι απλώς ελληνικός, είναι ένα υβρίδιο, μια μεγάλη ζώνη ανάμειξης. Οι ελληνικές πόλεις απλώνονται, η ελληνική γλώσσα γίνεται κοινή, αλλά η αίσθηση της αυτοκρατορίας, οι τελετουργίες της εξουσίας, η διοικητική λογική, έχουν βαθιά περσική καταγωγή. Ακόμη και η εικόνα του βασιλιά, του ηγεμόνα-κοσμοκράτορα, μοιάζει περισσότερο με αυτό που εξουδετέρωσε παρά με αυτό που κληρονόμησε.
Η μεγάλη τομή του 1979
Κι ύστερα, καθώς περνούν οι αιώνες και η Ρώμη στήνει το δικό της σύστημα, το Ιράν επιστρέφει πάλι ως μεγάλος αντίπαλος, αυτή τη φορά όχι απέναντι σε πόλεις, αλλά απέναντι σε αυτοκρατορία. Οι Πάρθοι και αργότερα οι Σασσανίδες υπήρξαν κάτι που ο ρωμαϊκός κόσμος έπρεπε να πάρει πολύ στα σοβαρά, ακριβώς επειδή δεν ήταν ένας ακόμη λαός στην περιφέρεια. Ήταν συγκροτημένο κράτος, πολιτισμός, μεγάλη δύναμη. Και όταν το Βυζάντιο παίρνει τη σκυτάλη, η σχέση γίνεται σχεδόν μόνιμη: πολέμοι, διαπραγματεύσεις, πρεσβείες, ανταλλαγές αιχμαλώτων, σύνορα που αλλάζουν, ανακωχές που σπάνε. Ο βυζαντινοπερσικός ανταγωνισμός είναι ένας από τους βασικούς άξονες της ύστερης αρχαιότητας.
Μόνο που αυτή η μακρά αντιπαλότητα δεν ακύρωνε την αλληλεπίδραση. Το Βυζάντιο παρατηρεί τον περσικό κόσμο με ένα είδος αναγκαστικού σεβασμού. Και η Περσία, με τη σειρά της, βλέπει τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία όχι ως βαρβάρους αλλά ως ανταγωνιστή με αντίστοιχη ιστορική βαρύτητα. Είναι ίσως η στιγμή που μπορείς να καταλάβεις καλύτερα γιατί το Ιράν ακόμη και σήμερα συμπεριφέρεται σαν χώρα που δεν αποδέχεται εύκολα να παίζει δεύτερο ρόλο. Είναι η μνήμη μιας αυτοκρατορίας που έμαθε να βλέπει τη γεωπολιτική ως σκηνή μεγάλων δυνάμεων, όχι ως περιφέρεια.
Διαβάστε ακόμη: Για το Ιράν σιωπή
Στους νεότερους χρόνους, η σχέση Ελλάδας και Ιράν παύει να είναι άμεση. Δεν έχουμε πια ελληνικούς στρατούς απέναντι σε περσικούς, ούτε βυζαντινές εκστρατείες στην Ανατολή. Αλλά οι δύο κόσμοι συνεχίζουν να κινούνται μέσα στο ίδιο ευρύτερο σύστημα, κυρίως λόγω της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Ιράν των Σαφαβιδών, σιιτικό και αντίπαλο της οθωμανικής σουνιτικής τάξης, γίνεται ένας μεγάλος παίκτης στο ίδιο γεωπολιτικό θέατρο όπου κινείται και ο ελληνικός κόσμος, έστω ως υποτελής. Η Ανατολή δεν ήταν ποτέ σταθερή. Κι αυτό το ήξεραν όσοι ζούσαν μέσα της.
Από εκεί και πέρα, φτάνουμε στη σύγχρονη εποχή. Επίσημες διπλωματικές σχέσεις, εμπορικές επαφές, ναυτιλία, ενέργεια. Όμως η μεγάλη τομή έρχεται το 1979. Η Ισλαμική Επανάσταση δεν αλλάζει απλώς το πολίτευμα. Αλλάζει τη γλώσσα με την οποία το Ιράν μιλά στον κόσμο και μιλά στον εαυτό του. Από κράτος γίνεται ιδεολογία. Ή, για να το πούμε καλύτερα, από κράτος-πολιτισμός γίνεται κράτος-αποστολή. Και έτσι περνά στο επίκεντρο της σύγκρουσης με τη Δύση.
Ιράν, μια παλιά καρδιά του κόσμου
Και φτάνουμε στο σήμερα. Όταν βλέπεις τους δρόμους της Τεχεράνης να γεμίζουν ξανά, η πρώτη παγίδα είναι να μιλήσεις σαν να πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Αυτό είναι το κλισέ που βολεύει γιατί σε απαλλάσσει από την υποχρέωση να καταλάβεις. Η αλήθεια είναι πως το Ιράν δεν είναι μια κλασική κοινωνία που τυχαίνει να έχει προβλήματα. Είναι ένα από τα ελάχιστα κράτη στον κόσμο όπου η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία και στο καθεστώς έχει γίνει σχεδόν μεταφυσική. Το ιρανικό κράτος παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας μιας απόλυτης αλήθειας. Η ιρανική κοινωνία, από την άλλη, είναι αστική, μορφωμένη, αντιφατική, συχνά κουρασμένη, αλλά και γεμάτη ενέργεια. Υπάρχει μια χώρα που ζει, και μια εξουσία που επιμένει να ελέγχει αυτό που ζει σαν να είναι έγκλημα.
Εκεί μπαίνει και η ελληνική ευαισθησία. Γιατί στην Ελλάδα, όσο κι αν διαφωνούμε, έχουμε μια εμπειρία του τι σημαίνει πολιτική κοινωνία. Ξέρουμε διαισθητικά πως άλλο το κράτος, άλλο οι άνθρωποι. Και ίσως γι’ αυτό, όταν κοιτάζουμε το Ιράν, δεν πρέπει να το κοιτάζουμε μόνο με τους τίτλους των ειδήσεων (διαδηλώσεις, καταστολή, θεοκρατία). Πρέπει να το κοιτάζουμε ως έναν λαό με ιστορικό βάθος, εγκλωβισμένο σε ένα σύστημα που δεν αντέχει να επιτρέψει την κανονική έκφραση μιας κοινωνίας.
Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό σε αυτή την ιστορία. Εμείς μάθαμε να σκεφτόμαστε την Περσία ως τον άλλο που μας απείλησε. Και όμως, δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια μετά, αυτό που φαίνεται να απειλεί περισσότερο το Ιράν δεν είναι οι ξένοι. Είναι η ίδια η εσωτερική του σύγκρουση: ανάμεσα σε μια εξουσία που θέλει να σταματήσει τον χρόνο και σε μια κοινωνία που απλώς θέλει να ζήσει μέσα στον χρόνο.
Και αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από αυτή τη μακριά ιστορία ελληνοϊρανικών συναντήσεων, είναι αυτό: το Ιράν ποτέ δεν ήταν περιφέρεια. Ποτέ δεν ήταν απλώς μια χώρα της περιοχής. Είναι παλιά καρδιά του κόσμου. Γι’ αυτό και όταν βράζει η Τεχεράνη, δεν βλέπετε μόνο ένα δελτίο ειδήσεων. Βλέπετε ένα ρήγμα πάνω σε έναν πολιτισμό που κουβαλά αιώνες και, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους πολιτισμούς, αρνείται να πεθάνει σιωπηλά.




