«Νησιώτες γιατί δεν αντιστέκεστε;»: Η αθηναϊκή «ασθένεια» που «σκοτώνει» το ελληνικό καλοκαίρι για το χρήμα

Όταν το καλοκαίρι εκφυλίζεται μέσα στον πακτωλό της αφθονίας των πάντων, είναι η στιγμή που χάνεται η αυθεντικότητα των τόπων. (Photo credits: David Tkocz/Unsplash)

Το καλοκαίρι είναι, εύλογα, συνδεδεμένο με το απέραντο γαλάντιο, με την ανεμελιά, με το φευγιό από τη ρουτίνα, με την απελευθέρωση. Πόσοι όμως συνειδητοποιούμε πως το καλοκαίρι έχει μια άλλη αξία, τέτοια που να μας κάνει reset στον τρόπο με τον οποίο ζούμε και να μας δείχνει τι είναι επιτέλους αυτό που αξίζει στη ζωή;

Βρέθηκαν πριν μερικές μέρες στη Λίμνη Ευβοίας, που δεν είναι νησί, αλλά είναι από τους τόπους που ζουν διαφορετικά το καλοκαίρι και τον χειμώνα, λόγω της αύξησης της επίσκεψης των τουριστών. Το ίδιο και πιο έντονα συμβαίνει στα νησιά, δη στις Κυκλάδες όπου συρρέει πλήθος κόσμου σε πολλά νησιά και βλέπουν τον μόνιμο πληθυσμό τους να υποδέχεται τριπλάσιες και τετραπλάσιες ποσότητες.

Κατάλαβα αυτές τις ημέρες εκεί ότι το καλοκαίρι δεν είναι όλα τα παραπάνω. Είναι αυτά, μα πάνω από αυτά, εκείνο που γοητεύει όλους εμάς που ζούμε σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, σε μεγάλα αστικά κέντρα, με μεγάλους πληθυσμούς, είναι ο αποχωρισμός της πληθώρας και η επιστροφή στα λίγα, στην ολιγάρκεια, στην αυτάρκεια με όσα μας δίνονται.

Ειδικά όσοι ζούμε στην Αθήνα, αυτό στο οποίο έχουμε μάθει, είναι το διαρκές κυνήγι του περισσότερου. Πιο, πιο, πιο. Αυτό θέλουμε. Πάντα το παραπάνω. Κοιτάμε κάτι που έχει ο δίπλα και επειδή εμείς δεν το έχουμε, θεωρούμε πως αυτός έχει όλα όσα έχουμε εμείς συν αυτό το ένα. Οπότε βάζουμε στόχο της ζωής μας να πάμε στο συν ένα και να έχουμε και ένα ακόμα για να τον ξεπεράσουμε. Στην εποχή της σύγκρισης των ζωών μας στα social media, η αίσθηση του «πολύ» είναι πανταχού παρούσα και πνιγηρή.

Σκεφτείτε πόσες ταινίες έχουμε διαθέσιμες στις πλατφόρμες και τα σινεμά. Πόσες σειρές. Πόσα μπαρ. Πόσα εστιατόρια. Πόσα σούπερ μάρκετ. Δεν υπάρχει κάτι που να μην το έχουμε σε αποχαυνωτική αφθονία. Ξαφνικά, από τις τόσες επιλογές, δεν ξέρουμε τι να επιλέξουμε και ζούμε παθητικά μέσα στον ωκεανό της ανούσιας απεραντοσύνης. Μέχρι που έρχεται το καλοκαίρι. Και πάμε διακοπές σε ένα νησί, ένα μέρος απομακρυσμένο από την ηπειρωτική χώρα, όπου δυσκολεύεται η προμηθευτική αλυσίδα, όπου τα πολλά «πολύ», λιγοστεύουν.

Το ελληνικό καλοκαίρι ήταν πάντοτε η εποχή που ταξιδεύαμε προς τόπους όπου το λίγο ήταν αρκετό. Αντί να το διαφυλάξουμε, το εκθέσαμε στον κίνδυνο του «πολύ».

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Andro (@andro_gr)

Το καλοκαίρι ήταν η εποχή της απόλαυσης του λίγου, στην Ελλάδα το «σκοτώσαμε»

Εκεί είναι που μαθαίνουμε να προσαρμοζόμαστε και να συνειδητοποιούμε πως οι ζωές μας δεν το χρειάζονται αυτό. Είναι μια χαρά σε ευημερία και με τα μισά από όσα μας διατίθενται και κατασπαταλάμε γιατί τα έχουμε τόσο δεδομένα. Και δε μιλάμε μόνο για υλικά αγαθά.

Σε πολλά νησιά, η ζωή σταματάει το μεσημέρι. Οι άνθρωποι ξεκουράζουν τα σώματα και τα πνεύματά τους. Σε άλλους τόπους η δουλειά τελειώνει νωρίς το βράδυ. Υπάρχει σεβασμός στο δικαίωμα της ξεκούρασης για όλους. Υπήρχε, τουλάχιστον. Γιατί, πια, αυτό που έχουμε κάνει, είναι να καταργήσουμε τον καθημερινό κύκλο ζωής, τον κιρκάδιο ρυθμό του οργανισμού, τη θερινή ραστώνη και ζητάμε να υπάρχει πάντα κάποιος να δουλεύει για εμάς όσο εμείς απολαμβάνουμε τις διακοπές μας. Κι αυτό οδηγεί σε περισσότερες ώρες δουλειές, περισσότερες βάρδιες, περισσότερα απασχολούμενα χέρια, ελλείψεις σε άλλους τομείς, περισσότερη κούραση. Μα να πηγαίνεις σε νησί και να βλέπεις μαγαζιά, όχι εστίασης, αλλά με ρούχα κλπ., να μένουν ανοιχτά ως τις 11 το βράδυ, λες κι είμαστε το Μπόντρουμ που έχει γίνει ένας τουριστικός μπιντές για χάρη του χρήματος;

Ενώ δηλαδή το ελληνικό καλοκαίρι είναι ένα μάθημα ευγνωμοσύνης για όσα έχουμε στη ζωή μας, μια εμβύθιση σε μια ζωή με τα λίγα, τα οποία είναι όμως υπεραρκετά, σε πολλά νησιά έχουμε φτάσει στον εκμαυλισμό τους και τα μετατρέπουμε σε υπερπροσφορές. Αυτό είναι που λέμε ότι λείπει από τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, την Πάρο, τα Κουφονήσια. Η επαφή μας με την υπέρτατη έννοια της φύσης.

Ναι, φύση είναι τα δάση, οι θάλασσες, τα ποτάμια, αλλά φύση είναι κυρίως το μάθημα του παλιού ελληνικού καλοκαιριού: σεβασμός στους πόρους, χρήση με ρέγουλα, όχι σπατάλη. Αυτό κάθε χρόνο τείνει να εκλείψει και είναι κι ένα αντιμάθημα που μεταλαμπαδεύεται και στους τουρίστες.

Κάντε μια βόλτα με αυτοκίνητο σε αυτοκινητόδρομους που περνάνε μέσα από δάση. Θα δείτε εκατέρωθεν σκουπίδια που επιρρίπτουν περαστικοί. Τμήμα δασών γεμάτα πλαστικά, περιτυλίγματα. Αυτό είναι ασέβεια, είναι αγνωμοσύνη, είναι η νοοτροπία του «πολύ». Στο «πολύ» σκέφτεσαι ότι έχεις πολλά στη διάθεσή σου, τι πειράζει αν ένα χαθεί… Θα πας στο επόμενο. Μόνο που με τους τόπους μας δεν υπάρχει αυτό. Αυτοί είναι, δε θα υπάρξουν άλλοι.

Κάποτε, μπορούσαμε να το κατανοήσουμε όλοι αυτό στις διακοπές μας, στο ελληνικό καλοκαίρι. Να έχουμε 3 εστιατόρια για φαγητό, 3-4 μέρη για ποτό, όλα σε ένα σημείο και τέλος. Ήταν νοικοκυρεμένο το ελληνικό καλοκαίρι πριν 10-15 χρόνια.

Η χρηματική ευκαιρία που παρούσιασε σε αρκετούς, έφερε επιχειρήσεις και εξαφάνισε την ολιγάρκεια για να συστήσει μια αφθονία. Κάπως έτσι, οι Αθηναίοι βαράμε το ντέφι, οι ξένες επενδύσεις βαράνε το ντέφι και οι νησιώτες χορεύουν στο ρυθμό, γιατί δεν έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι άλλο.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top