
Τσίπρας και Μητσοτάκης ήταν οι πιο πρόσφατες απογοητεύσεις του μεταπολιτευτικού μας πολιτικού συστήματος. Και τώρα, τί;
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο ορίτζιναλ ήταν η μεγάλη εθνική ελπίδα μετά τη Χούντα, και στη συνέχεια ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν η μεγάλη λαϊκή ελπίδα για αλλαγή. Και με τους δύο αυτούς ηγέτες η ελπίδα φούσκωνε σαν κύμα, σε δύσκολες εποχές.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έφερε την ελπίδα για κάθαρση μετά το πασοκικό ντελίριο, ακόμα και σε τμήματα της αριστεράς. Και μετά το comeback του παραπαίοντος φυλάρχου Ανδρέα, ο σοβαρός Κώστας Σημίτης αντιπροσώπευε σαφέστατα την ελπίδα για εκσυγχρονισμό, με σχεδόν καθολική αποδοχή σε αυτό που αποκαλούμε «μεσαία τάξη».

Οι ορίτζιναλ Καραμανλής και Παπανδρέου, τότε που τα πάθη ήταν πιο έντονα αλλά πιο μεγάλη και η ελπίδα.
Μιλάμε πάντα για ελπίδες που μοιράζονταν, έστω και σιωπηρά, και οι ψηφοφόροι άλλων ηγετών και άλλων παρατάξεων. Διότι πάντα πρέπει να υπάρχει μια περιρέουσα ελπίδα στο εκλογικό σώμα, στην αγορά, στα ΜΜΕ, στη νεολαία, για να μπουσουλάει μπροστά η κοινωνία.
Μετά τον Σημίτη και τον νέο γύρο σκανδάλων, την ελπίδα ενσάρκωσε ο καλοσυνάτος και προσιτός Κώστας Καραμανλής τζούνιορ, που έδωσε ένα φιλικό «χτύπημα στην πλάτη» στους ψηφοφόρους, να τραβήξουμε μπροστά στην Ολυμπιακή Ελλάδα… Αλλά δυστυχώς, έστειλε την οικονομία στα βράχια.

Ο Τσίπρας έκανε την ελπίδα κωλοτούμπα.
Παπανδρέου, Σαμαράς, Τσίπρας, Μητσοτάκης: Ένας κατήφορος της ελπίδας
Ο Γιώργος Παπανδρέου, όσο και αν απαξιώθηκε στη συνέχεια, εξέφραζε πραγματικά μια ελπίδα στα πρώτα του βήματα: «Γιώργο προχώρα, άλλαξε τα όλα!», του φώναζαν όχι μόνο οι Πασόκοι, αλλά ο περισσότερος κόσμος.
Ο Αντώνης Σαμαράς που ακολούθησε (με τη στήριξη ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) δεν ήταν ακριβώς ελπιδοφόρος -κακά τα ψέμματα- αλλά και τι να περιμένεις μετά από χρεοκοπίες, άλλες κυβερνήσεις συνεργασίας (με Πρωθυπουργό τον Παπαδήμο) ή υπηρεσιακές (με Πρωθυπουργό τον Πικραμμένο);
Μετά τον Σαμαρά, στα μνημονιακά χρόνια, ο αριστερός Αλέξης Τσίπρας ήταν σαφώς μια ροδομάγουλη ελπίδα. «Και το 10% να κάνει από αυτά που λέει, θα είμαστε ευχαριστημένοι!», έλεγε η πλειοψηφία. Η συνέχεια είναι γνωστή…
Και ο μοντέρνος Κυριάκος Μητσοτάκης ενσάρκωσε την ελπίδα μετά το τσιπρικό αλαλούμ. «Επιτέλους», σκέφτηκε ο μέσος ψηφοφόρος με φανερή ή κρυφή ανακούφιση, «τέρμα τα πειράματα, ώρα να αφήσουμε πίσω μας τις παθογένειες δεκαετιών». Αλλά δεν τις αφήσαμε.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα διεκδικήσει τρίτη θητεία. Πόση ελπίδα εμπνέει αυτό, αλλά και ποιο είναι το αντίπαλο δέος;
Και τώρα; Η πολιτική δεν αγαπάει το κενό, και πολλά μπορεί να συμβούν. Αλλά σε ένα σκοτεινό διεθνές περιβάλλον, με τις ελπίδες για αριστερή δικαιοσύνη και δεξιό νοικοκύρεμα να έχουν διαψευσθεί διαδοχικά και επαναλαμβανόμενα αυτά τα 50 χρόνια, μοιάζει σαν, για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, να είμαστε χωρίς ελπίδα.
Δεν μεμψιμοιρώ: η Ελλάδα είναι σε καλύτερη θέση οικονομικά, κοινωνικά, θεσμικά απ’ότι ήταν το 1974. Ωστόσο, όπως ξέρουν οι επενδυτές αλλά και οι μελετητές της ανθρώπινης ψυχολογίας, αυτό που μετρά είναι η τάση, και η προσδοκία. Χωρίς θετική προοπτική, κατακτήσεις πολλών ετών μπορούν να εξανεμιστούν σε μικρό χρονικό διάστημα.
Εν μέσω πολιτικής κατάθλιψης, ποιος μπορεί να εμπνεύσει στις Ελληνίδες και στους Έλληνες -ασχέτως αν θα τον ή θα την ψηφίσουν- μια ελάχιστη, κοινή ελπίδα σήμερα;
Διαβάστε ακόμη: Η ισοπέδωση της Γάζας καίει το πολιτικό και ηθικό κεφάλαιο του Ισραήλ.




