
Όποιος έχει ζήσει το Λονδίνο πριν και μετά το Brexit, το καλοκαίρι του 2020, την πανδημία, αλλά και τη δημογραφική μεταβολή των τελευταίων δύο δεκαετιών, αντιλαμβάνεται πως κάτι έχει ραγίσει στο κοινωνικό σώμα. Και ο Τόμι Ρόμπινσον με τον Ίλον Μασκ το εκμεταλλεύονται.
Τα τελευταία περίπου δύο χρόνια μια νέα καθημερινότητα έχει εγκατασταθεί στο Λονδίνο, μια πραγματικότητα που μοιάζει πιο οικεία ίσως στους Παριζιάνους ή τους Αθηναίους: η καθημερινότητα των πορειών και των διαδηλώσεων. Η αρχή έγινε πριν από περίπου ένα χρόνο, όταν τα σαββατόβραδα των κατοίκων της πόλης έπαψαν να περιλαμβάνουν μονάχα ένα ποτό στην τοπική παμπ ή στο μπαρ, και απέκτησαν το χρώμα των συγκεντρώσεων για τη Γάζα και τα γεγονότα των δύο τελευταίων χρόνων στην Παλαιστίνη.
Το Λονδίνο έχει, βεβαίως, ιστορικό παράδοσης σε μεγάλες συγκεντρώσεις. Για παράδειγμα, το 1780, για μια ολόκληρη εβδομάδα, η πόλη συγκλονίστηκε από τις καταστροφές και τις διαδηλώσεις των μαινόμενων προτεσταντών κατά των καθολικών. Τον 19ο αιώνα, οι διαδηλώσεις για τη μεταρρύθμιση του κοινοβουλίου και τα εκλογικά δικαιώματα συγκέντρωσαν δεκάδες χιλιάδες. Στον 20ό αιώνα, οι φεμινιστικές πορείες και το εργατικό κίνημα σημάδεψαν τους δρόμους της πρωτεύουσας. Ωστόσο, όλα αυτά υπήρξαν σποραδικές εκρήξεις θυμού και διεκδίκησης. Δεν αποτέλεσαν μια κατάσταση διαρκή, επαναλαμβανόμενη σχεδόν κάθε εβδομάδα, όπως συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια.
Οι Βρετανοί, για όσους ξέρουν πώς να τους «διαβάζουν», δεν είναι άνθρωποι που αρέσκονται στην έντονη εξωτερίκευση συναισθημάτων, ούτε στις προσωπικές τους σχέσεις, ούτε στην πολιτική τους συμπεριφορά. Δεν διαδηλώνουν συχνά, δεν καταστρέφουν δημόσια περιουσία, δεν διαταράσσουν την καθημερινότητα των συμπολιτών τους. Ή τουλάχιστον, δεν το έκαναν παλαιότερα. Διότι όποιος έχει ζήσει το Λονδίνο πριν και μετά το Brexit, το καλοκαίρι του 2020, την πανδημία, αλλά και τη δημογραφική μεταβολή των τελευταίων δύο δεκαετιών, αντιλαμβάνεται πως κάτι έχει αλλάξει. Κάτι έχει ραγίσει στο κοινωνικό σώμα. Κάτω από το καπάκι του βραστήρα που ετοιμάζει το καθημερινό τσάι, ένας βρασμός αυξάνεται με ανησυχητικά ενδεχόμενα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ένα Λονδίνο σε αναβρασμό και στο βάθος ο Φάρατζ
Ένα από τα πιο πρόσφατα επεισόδια ήταν η συγκέντρωση ακροδεξιών και εθνικιστών πριν δύο βδομάδες, το Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου. Ο διοργανωτής, ο Τόμι Ρόμπινσον –μια ιδιότυπη «διασημότητα» της βρετανικής άκρας δεξιάς– θα μπορούσε σε άλλες συνθήκες να θεωρηθεί σχεδόν κωμική φιγούρα. Παιδί της εργατικής τάξης, χωρίς ιδιαίτερη εκπαίδευση, μέχρι πρόσφατα πωλούσε σολάριουμ στη Βρετανία και την Ισπανία. Ποδοσφαιρικός χούλιγκαν, μπλεγμένος με περιθωριακές ακροδεξιές οργανώσεις, έχει φυλακιστεί, έχει εμπλακεί σε βίαια επεισόδια, και συχνά χαρακτηρίζεται απλώς ως τραμπούκος, κάτι που θυμίζει και ελληνικές φιγούρες του πολιτικού περιθωρίου.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος κατόρθωσε να συγκεντρώσει, σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις, τουλάχιστον 150.000 διαδηλωτές (αν και κάποιοι μιλούν για εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύριο) στο κεντρικό Λονδίνο. Ανάμεσα στους ομιλητές: ο Ίλον Μασκ και ο ακροδεξιός Γάλλος πολιτικός, πρώην προεδρικός υποψήφιος, Ερίκ Ζεμούρ. Τα συνθήματα; Ο περιορισμός της μετανάστευσης, νόμιμης και παράνομης, η αγωνία για τις δημογραφικές αλλαγές στη βρετανική κοινωνία, η ξενοφοβία, και ό,τι συνήθως συνοδεύει τα κινήματα αυτά. Sent them back, δηλαδή «Στείλτε τους πίσω». Και «Η Ευρώπη ανήκει στους Ευρωπαίους, όχι στους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες». Κοινώς, οι υποστηρικτές του θέλουν να διώξουν κάθε μη Βρετανό από το Νησί. Η Βρετανία γίνεται μια Αμερική της Ευρώπης.
Πώς φτάσαμε εδώ; Γιατί συνέβη κάτι τέτοιο, σε τέτοια κλίμακα, για πρώτη φορά στην πολιτικά συνήθως υπνωτισμένη βρετανική πρωτεύουσα; Πώς δεκατέσσερα χρόνια συντηρητικών κυβερνήσεων εξέθρεψαν το φαινόμενο αυτό; Πώς ο πρώτος χρόνος των Εργατικών πρόσθεσε ακόμη περισσότερο λάδι στη φωτιά; Και πώς η αδυναμία του βρετανικού κράτους να προστατεύσει τα σύνορά του τα τελευταία είκοσι χρόνια επέτρεψε σε κάποιον σαν τον Ρόμπινσον να αποκτήσει δημόσιο βήμα και να κινητοποιήσει τόσο πλήθος;
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές, ούτε ανώδυνες. Δεν μπορούν να αναλυθούν σε λίγες παραγράφους. Μπορούν, όμως, να συνοψιστούν σε κάποια μοτίβα που επαναλαμβάνονται με ανησυχητικό ρυθμό σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες: αποξένωση, φτώχεια στα εργατικά στρώματα, μεταναστευτικά κύματα που ξεπερνούν τις δυνατότητες αφομοίωσης ή ενσωμάτωσης, κοινωνικές υπηρεσίες υπό κατάρρευση, μια γενικευμένη αίσθηση ότι η δημοκρατία είτε δεν λειτουργεί, είτε δεν εκπροσωπεί τους πολλούς.
Δεν ήταν, άλλωστε, ένα οργισμένο μόνο πλήθος ακροδεξιών περιθωριακών, αλλά και «καθημερινοί άνθρωποι»: οικογένειες με παιδιά, μεσήλικες με σημαίες, συνταξιούχοι που θύμιζαν περισσότερο εκδρομή παρά επαναστατική γυμναστική. Το τρίπτυχο των συνθημάτων – «σταματήστε τη μετανάστευση, υπερασπιστείτε την ελευθερία λόγου, αναβιώστε τον χριστιανισμό» – βρήκε απήχηση σε όσους αισθάνονται ότι οι παλιές τους βεβαιότητες γκρεμίζονται. Οι διοργανωτές φρόντισαν να ντύσουν την εκδήλωση με πιο «ήπιο» προφίλ: λίγες μαύρες και ασιατικές παρουσίες στις πρώτες σειρές, μια γκόσπελ εκτέλεση του Jerusalem για το φινάλε, ακόμη και μια 13χρονη μαθήτρια με φόρεμα–Union Jack που μίλησε για το δικαίωμα να νιώθει περήφανη για τη βρετανική της ταυτότητα.

Μικροί και μεγάλοι, άνθρωποι που διαδήλωναν την περηφάνια τους που είναι λευκοί Βρετανοί, φώναζαν μαζικά «Sent them back» και αποθέωναν τον Τόμι Ρόμπινσον και τους ομιλητές που εφάρμοζαν τη ρητορική για «βιαστές μετανάστες».
Εικόνα που, στην υπερβολή της, θυμίζει Βαϊμάρη
Όλα αυτά δείχνουν ότι το κίνημα αποκτά τακτική ευφυΐα και επικοινωνιακή στρατηγική, πράγμα που το καθιστά πιο επικίνδυνο από μια απλή επίδειξη ακροδεξιάς γραφικότητας. Και σημειωτέον: Όλες αυτές παρατηρήσεις μετριοπαθών, κεντροαριστερών δημοσιογράφων και σχολιαστών, ενίοτε και Εργατικών βουλευτών.
Κι αν η ανάλυση μπορεί να διαφέρει, η περιγραφή του φαινομένου είναι πιο καθαρή: ανάμεσα στις φιλοπαλαιστινιακές πορείες –με συνθήματα άλλοτε θεμιτά και άλλοτε ανοιχτά αντισημιτικά, που οδήγησαν δυστυχώς σε βίαια περιστατικά κατά Εβραίων πολιτών– και στη διαδήλωση 150.000 ακροδεξιών υπό έναν τόσο περιθωριακό τύπο όσο ο Ρόμπινσον, η εικόνα θυμίζει περισσότερο τις μέρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, παρά την πρωτεύουσα της πιο παλιάς και σταθερής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας της Ευρώπης. Μια χώρα που γαλούχησε γενιές με τη φήμη του κέντρου, της μετριοπάθειας, της πειθαρχημένης συμπεριφοράς. Έρχεται στο νου ο στίχος του Γέιτς: «Things fall apart; the centre cannot hold».
Η κυβέρνηση Στάρμερ καταρρέει στις δημοσκοπήσεις, χτυπημένη από σκάνδαλα και παραιτήσεις. Οι Συντηρητικοί, το πιο παλιό και επιτυχημένο κόμμα της Ευρώπης, βρίσκονται στα πρόθυρα εξαφάνισης, τιμωρημένοι για δεκατέσσερα χρόνια αποτυχιών. Και στο βάθος, ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο κάποτε γραφικός και εκκεντρικός επικριτής των Βρυξελλών, προβάλλει όχι μόνο ως πιθανός πρωθυπουργός, με το κόμμα του να καταγράφει πάνω από 30% σε εκατό και πλέον δημοσκοπήσεις του τελευταίου χρόνου, αλλά και ως μετριοπαθής, αν συγκριθεί με τον Ρόμπινσον και το κίνημά του, με το οποίο το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Φάρατζ δεν έχει καμία οργανική σχέση.
Πώς έχουν αλλάξει τα πράγματα στην κάποτε μετριοπαθή Γηραιά Αλβιώνα…
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στη Βρετανία, αλλά τι προμηνύεται για την Ευρώπη συνολικά. Το Λονδίνο, άλλοτε παγκόσμιο εργαστήριο μετριοπάθειας και θεσμικής σταθερότητας, καθρεφτίζει σήμερα τους ίδιους φόβους και τις ίδιες αγωνίες που απλώνονται από το Παρίσι μέχρι τη Ρώμη και από την Αθήνα μέχρι τη Βιέννη. Αν η καρδιά του «κέντρου» της Ευρώπης χτυπά σε ρυθμούς θυμού και αποξένωσης, τότε η μετατόπιση δεν είναι πια περιφερειακό φαινόμενο, αλλά η νέα κανονικότητα μιας ηπείρου που δοκιμάζει ξανά τα όριά της.
Διαβάστε ακόμη: Οι Τσάρλι Κερκ της Ευρώπης




