
Στο Λονδίνο, το περιβόητο GP appointment είναι σε πολλές περιοχές της πόλης ένας μικρός άθλος. Ραντεβού που στο ΕΣΥ θα κλείνονταν ακόμα και αυθημερόν, στον NHS χρειάζονται εβδομάδες, μήνες, ενίοτε και 2 χρόνια.
Όποιος ζει στο Λονδίνο για καιρό, μαθαίνει να αγαπάει πολλά: την ευγένεια των ανθρώπων, τις ατέλειωτες βιβλιοθήκες, τα πάρκα που μοιάζουν με ζωγραφιές του Constable. Μαθαίνει όμως και κάτι ακόμη, λιγότερο ειδυλλιακό: πώς λειτουργεί στην πράξη και στην καθημερινότητα το βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας. Και τότε, χωρίς να το έχεις σχεδιάσει, αρχίζεις να βλέπεις το ελληνικό ΕΣΥ με άλλα μάτια.
Στην Ελλάδα αρεσκόμεθα στην αυτομαστίγωση. Θεωρούμε, για παράδειγμα, σχεδόν αυτονόητο πως «εδώ δεν δουλεύει τίποτε», ειδικά στον τομέα της υγείας. Κι όμως, όταν γνωρίσεις από κοντά την καθημερινότητα του NHS (όχι τη θεωρία και την ιστορία του, αλλά την εμπειρία του απλού πολίτη), ξαναδιαβάζεις τα δεδομένα από την αρχή.
Δεν πρόκειται για μία άσκηση εθνικής αυταρέσκειας. Το NHS πράγματι υπήρξε για δεκαετίες πρότυπο κοινωνικού κράτους, με εκπληκτικούς γιατρούς και με μία δημόσια ηθική που η Ελλάδα οφείλει ακόμη να θαυμάζει και να προσπαθεί να μιμηθεί. Όμως το 2025, το σύστημα βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση. Κι αυτή η σύγκριση – ζωντανή, καθημερινή, σχεδόν σωματική – σε κάνει να δεις το ΕΣΥ όχι ως ένα αποτυχημένο πείραμα, αλλά ως μία δομή που παρά τα προβλήματά της, λειτουργεί συχνά καλύτερα απ’ όσο νομίζουμε.

Στην Ελλάδα φυσικά η πρόσβαση είναι απείρως πιο άμεση. Ναι, υπάρχουν ελλείψεις, υπάρχουν ανισότητες, υπάρχει πίεση στα ραντεβού των Κέντρων Υγείας αλλά ο μέσος πολίτης θα δει γιατρό γρήγορα, πολύ γρηγορότερα από τον μέσο Βρετανό.
Τα μειονεκτήματα του NHS
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρόσβαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα. Αν πεις σ’ έναν Άγγλο φίλο πως μπορείς να κλείσεις ραντεβού με παθολόγο στην Ελλάδα μέσα σε μία-δύο ημέρες μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής – ακόμη και αυθημερόν στα ΤΕΠ εάν κάτι σε ανησυχεί ιδιαιτέρως – ο Άγγλος θα σε κοιτάξει με δυσπιστία (ή ζήλια). Στο Λονδίνο, το περιβόητο GP appointment είναι σε πολλές περιοχές της πόλης ένας μικρός άθλος. Τα τηλεφωνικά κέντρα ανοίγουν στις 8 το πρωί, μόνο για να ακούσεις μισή ώρα αναμονή και να ενημερωθείς πως δεν υπάρχουν διαθέσιμα ραντεβού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, θα δεις γιατρό μετά από μία ή δύο εβδομάδες, εκτός αν πρόκειται για καθαρά επείγον περιστατικό ή έχεις τη τύχη να ζεις σε κάποια πιο αριστοκρατική περιοχή του δυτικού ή βόρειου Λονδίνου.
Στην Ελλάδα φυσικά η πρόσβαση είναι απείρως πιο άμεση. Ναι, υπάρχουν ελλείψεις, υπάρχουν ανισότητες, υπάρχει πίεση στα ραντεβού των Κέντρων Υγείας αλλά ο μέσος πολίτης θα δει γιατρό γρήγορα, πολύ γρηγορότερα από τον μέσο Βρετανό. Αυτό, ας το αναγνωρίσουμε, δεν είναι μικρό πράγμα.
Τα επείγοντα; Όποιος έχει περάσει από NHS ξέρει: 4, 6, 8, ή και 10 ώρες αναμονής. Αυτή είναι η νέα κανονικότητα στο Λονδίνο. Σε περιόδους πίεσης, οι γιατροί αναγκάζονται να κάνουν διαλογή με κριτήρια ακραίας προτεραιοποίησης. Στην Ελλάδα από την άλλη, τα ΤΕΠ έχουν μεν τα δικά τους μεγάλα προβλήματα αλλά ακόμη και στα κεντρικά νοσοκομεία, η ροή παραμένει πιο γρήγορη από τη βρετανική. Ο Έλληνας γιατρός θα σε δει, θα σου μιλήσει, θα σε εξετάσει. Στην Αγγλία, το σύστημα (όχι ο γιατρός) συχνά δεν του επιτρέπει ούτε χρόνο, ούτε χώρο.
Η Ελλάδα έχει κάτι επίσης πολύτιμο, που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε στατιστικές. Την ιατρό-κοινωνική εγγύτητα. Στις πλείστες των περιπτώσεων, ο Έλληνας γιατρός μιλάει, εξηγεί, ψάχνει, συχνά με έναν τρόπο σχεδόν οικογενειακό ή φιλικό. Η πλειονότητα των Βρετανών προσωπικών γιατρών, όσο άριστοι και αν είναι, λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα όπου ο χρόνος ανά ασθενή έχει σχεδόν συμπιεστεί σε στρατιωτικό πρωτόκολλο. Έτσι, η επίσκεψη στον GP μοιάζει συχνά με γραφειοκρατικό checkpoint – πιστέψτε με, ξέρω. Στην Ελλάδα, ακόμη και στα πολυσύχναστα δημόσια νοσοκομεία, ο χρόνος της εξέτασης επιτρέπει περισσότερη συνομιλία, περισσότερο βάθος, τελικά περισσότερη ανθρώπινη επαφή.
Η ανθρώπινη διάσταση της ελληνικής φροντίδας, που αξίζει πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση, είναι προφανής και στην προστασία των ηλικιωμένων. Η οικογένεια, ο γιατρός της γειτονιάς, το τοπικό φαρμακείο. Το NHS, όσο κι αν το στηρίζουν κοινωνικοί λειτουργοί και νοσοκόμες, έχει κενά που συχνά αφήνουν τον ηλικιωμένο μόνο μέσα σε ένα σύστημα που μοιάζει συχνά αφηρημένο και απρόσωπο.
Πολύ κρίσιμη είναι και η πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις (ακτινογραφίες, αιματολογικές, αξονικές) που στην Ελλάδα είναι συχνά πολύ πιο γρήγορη. Όχι επειδή το ΕΣΥ έχει άπειρους πόρους, αλλά επειδή το ίδιο το μοντέλο (δημόσιο – μικτός ιδιωτικός τομέας) επιτρέπει την ταχύτητα. Από την άλλη στο NHS, η καθυστέρηση είναι δομική: λίστες αναμονής (συχνά μηνών, αν όχι χρόνων), προτεραιοποίηση, ελλείψεις προσωπικού. Μία μαγνητική μπορεί να πάρει δύο μήνες, μία γαστροσκόπηση τέσσερις και μία μη-επείγουσα επέμβαση ως και 2 χρόνια!

Ας μην ωραιοποιούμε το ΕΣΥ αλλά ας το αναγνωρίζουμε, ας το συγκρίνουμε με πραγματικά δεδομένα και με μία δόση αυτοπεποίθησης.
Κανένα από τα 2 ιδανικό, αλλά το ΕΣΥ είναι προτιμότερο
Δεν παραγνωρίζω φυσικά τα πλεονεκτήματα του NHS: την υψηλή επιστημονική κατάρτιση, την ισχυρή δεοντολογική κουλτούρα, την πρόσβαση χωρίς κόστος, την έλλειψη διαφθοράς. Αλλά ένα σύστημα που έχει υποστεί δεκαετίες υποχρηματοδότησης, υποστελέχωσης και πολιτικής αδράνειας, από κοινού με τις δημογραφικές πιέσεις σε περιοχές, όπως το Λονδίνο, συχνά κρατιέται όρθιο από την αφοσίωση των γιατρών και των νοσηλευτών του και όχι απαραίτητα από τις δομές του.
Ούτε αποσιωπώ τα σοβαρά προβλήματα του ελληνικού ΕΣΥ: υποδομές που χρειάζονται εκσυγχρονισμό, ελλείψεις σε προσωπικό (ειδικά σε παραμεθόριες περιοχές), ανισότητες ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Αλλά λειτουργεί. Και, ας μην ντραπούμε να το λέμε, συχνά λειτουργεί καλύτερα από χώρες που θεωρούμε «προηγμένες».
Το να ζεις, τελικά, στο Λονδίνο δεν σε κάνει απαραίτητα πιο αυστηρό, αλλά μάλλον πιο δίκαιο. Σου δείχνει τι σημαίνει ουρά αναμονής, τι σημαίνει να παλεύεις για ένα ραντεβού που στην Ελλάδα θα έκλεινες αυθημερόν. Σου δείχνει επίσης πως η Ελλάδα για όλα τα στραβά της, έχει ένα σύστημα υγείας και πρόνοιας που στέκεται αξιοπρεπώς, πολλές φορές υποδειγματικά.
Ας μην ωραιοποιούμε το ΕΣΥ αλλά ας το αναγνωρίζουμε, ας το συγκρίνουμε με πραγματικά δεδομένα και με μία δόση αυτοπεποίθησης. Κι αν κάτι μπορεί να μας διδάξει η συγκριτική ελληνική και βρετανική εμπειρία και το NHS του Λονδίνου, είναι ότι η ελληνική υγεία είναι ένα κεκτημένο που αξίζει να προστατεύσουμε με μεγαλύτερη φροντίδα.
Διαβάστε ακόμη: Το ποντάρισμα στη Λήθη από τον Τσίπρα.




