
Όταν υπάρχει περίοδος «νηνεμίας» στα καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό, ξεχνάμε τι ακριβώς κάνουν. Όταν όμως ένα μεγάλο κεφάλι «κόβεται», τότε ανοίγει το Κουτί της Πανδώρας και μας υπενθυμίζει μια επώδυνη αλήθεια. (Εικονογράφηση: Andro)
Υπάρχει μια εικόνα του Μεξικού που πουλάει πάντα καλά στο εξωτερικό. Αγαύες στο ηλιοβασίλεμα, τεκίλα, σομπρέρος, μαριάτσι, Dia de Los Muertos, μουσική, μια χώρα που μοιάζει να χορεύει πάνω από τις πληγές της. Στην πολιτεία Χαλίσκο όμως, εκεί όπου γεννήθηκε το πιο επιθετικό καρτέλ της εποχής μας, η ίδια γη που δίνει την τεκίλα έχει γίνει και γη ταφής. Μαζικοί τάφοι, εξαφανίσεις, «ράντσα» στρατολόγησης, δρόμοι όπου η εξουσία αλλάζει χέρια με φλόγες, εκρηκτικά και φόβο. Και κάπου πίσω από όλα αυτά, σαν σκιά που απλώνεται πάνω από το δυτικό Μεξικό, το όνομα ενός ανθρώπου που για χρόνια ήταν συνώνυμο του τρόμου: Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες, ο “El Mencho”, ο αρχηγός του Cártel de Jalisco Nueva Generación, του περιβόητου CJNG.
Το τελευταίο διάστημα, το Μεξικό ζει με μια φήμη που επανέρχεται σαν κύμα: ότι ο “El Mencho” σκοτώθηκε σε στρατιωτική επιχείρηση.
Ακόμη κι αν κανείς κρατήσει μια επιφύλαξη για το τι ακριβώς συνέβη και πώς θα καταγραφεί επίσημα, το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο η τύχη ενός προσώπου. Είναι το τεστ που ακολουθεί. Τι γίνεται όταν αφαιρείς από τον χάρτη τον άνθρωπο που κρατούσε ενωμένο ένα τέρας; Πέφτει το καρτέλ ή γίνεται πιο επικίνδυνο, γιατί αρχίζουν οι εσωτερικές διαμάχες, οι εκκαθαρίσεις και ο πόλεμος για τη διαδοχή;
Το CJNG δεν είναι «ένα ακόμη καρτέλ». Είναι ο οργανισμός που κατάφερε να μετατρέψει την εγκληματική οικονομία σε παραστρατιωτική κυριαρχία. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιορίστηκε ποτέ στη διακίνηση αλλά επένδυσε σε κάτι πιο βαθύ: στην επίδειξη ισχύος, στη θεατρικότητα της βίας, στην εικόνα μιας δύναμης που δεν φοβάται ούτε το κράτος ούτε τη δημοσιότητα. Βαριά οπλισμένες ομάδες, πειθαρχία, επιχειρησιακός σχεδιασμός, επιθέσεις που θυμίζουν μονάδες ειδικών επιχειρήσεων. Και ταυτόχρονα, ο πιο κυνικός ρεαλισμός: ο έλεγχος του εδάφους ως θέμα οικονομίας, φόβου και εξάρτησης. Όπου το κράτος δεν φτάνει, το καρτέλ δημιουργεί τους δικούς του κανόνες: Δουλειές για τους νέους, «προστασία» για τους μικροεπιχειρηματίες, τιμωρία για τους ανυπάκουους. Μια στρεβλή μορφή τάξης, χρήσιμη για το εμπόριο και απαραίτητη για την επιβίωση του μηχανισμού. Η παλιά συνταγή του Πάμπλο Εσκομπάρ, ακόμα πιο βάναυση, δίχως τις «αξίες» της παλιάς φρουράς. Οι νεότεροι είναι πάντα πιο αδίστακτοι.
Πάνω από 100.000 οι αγνοούμενοι
Αν θέλει κανείς να καταλάβει την αυτοπεποίθηση του CJNG, αρκεί να θυμηθεί ότι αυτό το καρτέλ τόλμησε να χτυπήσει στην καρδιά της πρωτεύουσας. Το 2020, ένοπλοι επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον αρχηγό της αστυνομίας της Πόλης του Μεξικού κοντά στο Chapultepec, σε μια ζώνη που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν «άβατο» για τέτοιου τύπου επιδείξεις. Το μήνυμα ήταν καθαρό: δεν υπάρχει ασφαλής απόσταση, δεν υπάρχουν «κέντρα» που προστατεύονται από την πολιτεία και «περιφέρειες» που τις τρώει η βία. Το παιχνίδι είναι εθνικό και η διεκδίκηση είναι για την ίδια την κυριαρχία του κράτους.
Και μέσα σε αυτόν τον πόλεμο, υπάρχει μια στατιστική που δεν είναι απλώς αριθμός: οι αγνοούμενοι. Πριν λίγα χρόνια, το σοκ ήταν ότι οι εξαφανισμένοι ξεπέρασαν τους 100.000. Σήμερα, ο επίσημος αριθμός είναι σημαντικά μεγαλύτερος. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι η βία συνεχίζεται αλλά ότι υπάρχει ένα τεράστιο «γκρίζο» πεδίο όπου άνθρωποι παύουν να υπάρχουν χωρίς να καταγράφονται ως φόνοι, χωρίς να αφήνουν πίσω τους μια «καθαρή» υπόθεση, χωρίς να παράγουν δικαιοσύνη. Για τις οικογένειες, η εξαφάνιση είναι το πιο σκληρό σενάριο: δεν υπάρχει πένθος με αρχή, δεν υπάρχει κλείσιμο, δεν υπάρχει τάφος, δεν υπάρχει βεβαιότητα. Υπάρχει μια φωτογραφία, ένα όνομα, ένα τηλέφωνο που δεν απαντά, και μετά ένα μακρύ μονοπάτι αγωνίας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συγγενείς οργανώνονται μόνοι τους σε ομάδες αναζήτησης, σκάβουν με τα χέρια, πιέζουν τις αρχές, κάνουν δουλειές που κανονικά θα έπρεπε να κάνει ένα κράτος. Και το κάνουν όχι από ηρωισμό, αλλά επειδή δεν έχουν επιλογή.
Στο Χαλίσκο, το πρόβλημα αυτό έχει πάρει μια μορφή που θυμίζει εφιάλτη. Η αποκάλυψη ενός ράντσου στο Teuchitlán, που χρησιμοποιήθηκε ως χώρος στρατολόγησης και εκπαίδευσης, έδειξε κάτι που οι Μεξικανοί γνώριζαν αλλά δύσκολα κοιτούσαν κατάματα: ότι η εξαφάνιση δεν είναι πάντα «παράπλευρη απώλεια» ενός πολέμου, αλλά πολλές φορές οργανωμένη διαδικασία. Υπάρχουν χώροι όπου νέοι άνθρωποι οδηγούνται, πείθονται ή εξαναγκάζονται να μπουν σε έναν μηχανισμό, και από εκεί και πέρα το τι τους συμβαίνει γίνεται σκοτεινό. Πίσω από τις λέξεις «εκπαίδευση» και «στρατολόγηση» κρύβεται μια πραγματικότητα: άνθρωποι που μετατρέπονται σε εργαλείο εγκλήματος ή εξαφανίζονται αν δεν ταιριάζουν.
Το CJNG έχει καταλάβει κάτι ακόμη, σχεδόν σύγχρονο με όρους επικοινωνίας: ότι ο πόλεμος γίνεται και στο διαδίκτυο. Η στρατολόγηση δεν είναι μόνο απειλή σε ένα χωριό. Είναι και εικόνες, κώδικες, σύμβολα, μια κουλτούρα που «πουλάει» την ιδέα της δύναμης σε νέους χωρίς προοπτική. Σε μια χώρα με κοινωνικές ανισότητες, ευάλωτους θεσμούς και περιοχές όπου η οικονομία δεν προσφέρει διέξοδο, το καρτέλ εμφανίζεται σαν επιχείρηση που προσφέρει μισθό, ταυτότητα, ένταξη. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι απλώς φόβος, αλλά και «ελκυστική» επιλογή για μια μερίδα της κοινωνίας.
Υπάρχει βέβαια και η διεθνής διάσταση που κάνει το CJNG κάτι πολύ μεγαλύτερο από μεξικανικό ζήτημα. Οι αμερικανικές αρχές το αντιμετωπίζουν ως έναν από τους βασικούς παίκτες στη διακίνηση ναρκωτικών, με παρουσία που ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα. Σε μια εποχή όπου η κρίση της φαιντανύλης έχει γίνει πολιτικός σεισμός στις ΗΠΑ, το Μεξικό δεν είναι «γειτονική χώρα με πρόβλημα εγκλήματος» αλλά κρίσιμος παράγοντας για την ίδια την αμερικανική δημόσια υγεία και ασφάλεια. Τα καρτέλ, και ιδίως το CJNG, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο μιας διαρκούς πίεσης: επιχειρήσεις, συνεργασία πληροφοριών, πολιτικές απαιτήσεις, μια σχέση που δεν είναι απλή και σίγουρα δεν είναι ισότιμη. Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το Μεξικό είναι ταυτόχρονα βασικός οικονομικός εταίρος, κρίσιμος για αλυσίδες εφοδιασμού, για τη βιομηχανία, για το ίδιο το μέλλον της βορειοαμερικανικής οικονομίας. Είναι το παράδοξο μιας χώρας που είναι αναγκαία και ευάλωτη την ίδια στιγμή.
Μπορεί να εκμεταλλευτεί το Μεξικό την εξαφάνιση του El Mencho;
Επιστρέφοντας στον “El Mencho”, το ερώτημα είναι τι σημαίνει πρακτικά η απουσία του. Η εύκολη σκέψη, σχεδόν ανακουφιστική, είναι ότι η πτώση του αρχηγού αποδυναμώνει το καρτέλ. Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση λέει ότι μπορεί να ανοίξει μια περίοδο ακόμη πιο αιματηρή. Γιατί τα καρτέλ δεν είναι προσωποπαγή με την απλή έννοια. Είναι δίκτυα. Η ηγεσία κρατά ισορροπίες, μοιράζει κέρδη, επιβάλλει πειθαρχία. Αν αυτή χαθεί, το κενό μπορεί να γεμίσει από φατρίες, από εσωτερικές εκκαθαρίσεις, από ανταγωνιστές που θα δοκιμάσουν να κερδίσουν έδαφος. Σε τέτοιες μεταβάσεις, οι κοινωνίες πληρώνουν το κόστος: περισσότερες επιθέσεις, περισσότερες εξαφανίσεις, περισσότερες «τιμωρίες» για να αποδειχθεί ποιος κάνει κουμάντο. Για να το πούμε πιο απλά: όταν υπάρχει ηγεσία, δεν υπάρχει πολυμερής πόλεμος. Όταν όμως κόβεται το μεγάλο κεφάλι, τότε φυτρώνουν πολλά με σκοπό να κυριαρχήσουν. Κι εκεί υπάρχει πολυμερής και πιο αιματηρός πόλεμος.
Αν το μεξικανικό κράτος θέλει να αξιοποιήσει μια τέτοια στιγμή, χρειάζεται κάτι πολύ δυσκολότερο από μια επιτυχία ειδικών δυνάμεων. Χρειάζεται να ξαναχτίσει κρατική παρουσία εκεί που έχει χαθεί. Να προστατεύσει μάρτυρες. Να καθαρίσει τοπικές αστυνομίες. Να μειώσει τη διαφθορά που είναι το οξυγόνο των καρτέλ. Και πάνω από όλα, να δώσει στις οικογένειες των αγνοουμένων κάτι που μοιάζει με δικαιοσύνη. Όχι άλλο ένα νούμερο σε μια λίστα, όχι άλλη μια υπόσχεση χωρίς αποτέλεσμα, αλλά έρευνα που φτάνει κάπου, ανασκαφές που δεν γίνονται μόνο από συγγενείς, τιμωρίες που δεν αφορούν μόνο «εκτελεστές» αλλά και τα δίκτυα προστασίας.
Γιατί αυτό είναι το κεντρικό, σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα στο Μεξικό: πόσο αντέχει μια κοινωνία όταν συνηθίζει την απώλεια ανθρώπων σαν να είναι φυσικό φαινόμενο; Όταν ο αγνοούμενος γίνεται μέρος της καθημερινής γλώσσας. Όταν οι αφίσες αναζήτησης είναι ένα συνηθισμένο στοιχείο της πόλης. Όταν οι μητέρες γίνονται ερευνητές, οι αδελφές γίνονται ακτιβίστριες, οι οικογένειες γίνονται «θεσμοί» επειδή οι θεσμοί απουσιάζουν.
Και ναι, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλα αυτά είναι μακριά από την Αθήνα ή το Λονδίνο. Όμως το CJNG είναι υπόδειγμα ενός νέου τύπου εγκληματικής ισχύος: δικτυωμένης, παραστρατιωτικής, διεθνούς, που εκμεταλλεύεται κενά κράτους, φτώχεια, αδυναμία θεσμών και την παγκοσμιοποιημένη αγορά. Το Μεξικό δεν είναι απλώς «η χώρα των καρτέλ». Είναι ένας καθρέφτης για το τι συμβαίνει όταν η κρατική κυριαρχία γίνεται διαπραγματεύσιμη και όταν το οργανωμένο έγκλημα αποκτά χαρακτηριστικά διακυβέρνησης.
Η εποχή «μετά τον El Mencho», αν πράγματι ανοίγει τώρα, δεν θα κριθεί από ένα δελτίο τύπου ούτε από μια φωτογραφία. Θα κριθεί στο αν ο Μεξικανός θα μπορεί να επιστρέφει σπίτι το βράδυ χωρίς να κοιτάει πίσω του. Στο αν μια μητέρα θα μπορεί να πιστεύει ότι αν χαθεί το παιδί της υπάρχει ένας μηχανισμός που θα το ψάξει, όχι μόνο μια ομάδα εθελοντών με φτυάρια. Στο αν η πολιτεία Χαλίσκο θα πάψει να είναι συνώνυμο της τεκίλας και των αγνοουμένων μαζί. Και, ίσως το πιο δύσκολο, στο αν μια χώρα θα ξαναμάθει να ζει χωρίς να θεωρεί φυσιολογικό ότι κάποιοι απλώς εξαφανίζονται.
Κάτι που για τη Λατινική Αμερική συνολικά (Χιλή, Αργεντινή, Κολομβία, Μεξικό, Βενεζουέλα), μοιάζει να είναι όλη η ιστορία των τελευταίων 50 ετών. Αγνοούμενοι, μα ποτέ αμετάκλητα νεκροί.
Διαβάστε ακόμη: Κάναμε Μαδούρο τον Βαρουφάκη




