Μητσοτάκης: Ποιο το διεθνές κύρος του;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν στην προηγούμενη συνάντησή τους στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2023.

Είναι γνωστό πως η τέχνη της διπλωματίας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, έχει τους δικούς της κανόνες ευγενείας, τις τελετουργίες της και τα ιδιαίτερα σημαινόμενα. Έχει όμως επίσης και τους δικούς της ψυχρούς υπολογισμούς, ειδικά όταν ασκείται στο κορυφαίο επίπεδο, αυτό της σχέσης ηγετών χωρών. Μπορεί η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ να ακυρώθηκε, όμως το ερώτημα που αιωρείται πέραν των άμεσων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ακόμη και σε κάποιες καφενειακού τύπου αναλύσεις είναι πιο βαθύ: έχει ή δεν έχει διαμέτρημα ο Έλληνας πρωθυπουργός και δια αυτού συνεκδοχικά η χώρα μας, στη διεθνή σκακιέρα;

Ο πειρασμός είναι να δοθεί η εύκολη απάντηση μέσω της εστίασης στο στιγμιότυπο: ακυρώθηκε μία συνάντηση, άρα κάτι πήγε στραβά (ξεχνώντας πως ο συνομιλητής είναι ο απρόβλεπτος και πονηρός Τούρκος πρόεδρος). Μία πιο ώριμη ανάγνωση, εν τούτοις, βλέπει το ευρύτερο πλαίσιο. Αυτή την άσκηση προτείνω να κάνουμε σ’ αυτή την στήλη, βασισμένη σε ψύχραιμα δεδομένα. Σ’ αυτό βοηθάει η ανάγνωση αναλύσεων του διεθνούς τύπου και ερευνητικών ινστιτούτων, μεταξύ άλλων στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, και τις Βρυξέλες.

Ο Μητσοτάκης έχει καταφέρει, μέσα σε πέντε χρόνια, να τοποθετήσει την Ελλάδα σε έναν σταθερό γεωπολιτικό ρόλο: πιο δυτικό, πιο προσανατολισμένο προς την Ουάσινγκτον (ανεξαρτήτως προέδρου) και τις Βρυξέλλες, με ερείσματα σε Παρίσι, Βερολίνο και Ισραήλ.

Σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους, είναι έντονη η κριτική προς τον Μητσοτάκη για τη σχέση του με το επιχειρηματικό κατεστημένο.
«Μετράει» καθόλου ο Μητσοτάκης στη διεθνή πολιτική σκηνή;

Σε ένα θέμα που ο Μητσοτάκης και η ελληνική κυβέρνηση βρίσκονται όλο και πιο απομονωμένοι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αυτό της αναγνώρισης του Κράτους της Παλαιστίνης.

Δεύτερη φορά που ο Μητσοτάκης «τρώει άκυρο»

Η Αθήνα δεν δείχνει να βιάζεται. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν στην ακύρωση μία τουρκική τακτική πίεσης, μία υπενθύμιση, αν θέλετε, πως η Άγκυρα προτιμά τον διάλογο όταν τον ελέγχει. Αν κάτι «πάγωσε» τη συνάντηση με τον Ερντογάν ίσως ήταν το τίμημα ενός πιο συγκροτημένου διάλογου. Σε κάθε περίπτωση και χάρη στις προσπάθειες διαδοχικών πρωθυπουργών, η Ελλάδα του 2025 δεν είναι η χώρα του 2010. Αυτό δεν οφείλεται μόνο σε οικονομικούς δείκτες. Η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει κερδίσει την εκτίμηση σοβαρών συνομιλητών στο εξωτερικό με λόγο λιτό, τεχνοκρατικό και, ναι, προβλέψιμο: λέξη-κλειδί στη διεθνή πολιτική σε μία εποχή μεταβάσεων και αλλαγών.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο το βάρος του Μητσοτάκη είναι ίσως πιο ευδιάκριτο και σε κάποιον βαθμό προκύπτει και από την μακροβιότητά του στον κυβερνητικό θώκο. Εντός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, για παράδειγμα, ξεχωρίζει ως ένας από τους ελάχιστους κεντροδεξιούς ηγέτες με σταθερή εκλογική νομιμοποίηση και διάρκεια. Ενώ η Ευρώπη ταλανίζεται από κυβερνήσεις μειοψηφίας, πρόωρες εκλογές και άνοδο του υπερδεξιού λαϊκισμού, η Ελλάδα παρουσιάζει το παράδοξο της πολιτικής σταθερότητας.

Σε ένα θέμα που ο Μητσοτάκης και η ελληνική κυβέρνηση βρίσκονται όλο και πιο απομονωμένοι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αυτό της αναγνώρισης του Κράτους της Παλαιστίνης, με τη Γαλλία να είναι η πιο δυνατή χώρα που πρόσφατα προέβη σε αναγνώριση. Εκεί ο Μητσοτάκης γίνεται δέκτης και μεγαλύτερης κριτικής αλλά και πίεσης από τους συμμάχους του, όπως ο Μακρόν.

Φυσικά, δεν λείπει και η κριτική. Για παράδειγμα σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους, ιδιαίτερα προερχόμενους από την Κεντροαριστερά, ακούγονται φωνές που θεωρούν την κυβέρνηση Μητσοτάκη υπέρ του δέοντος αυστηρή σε ζητήματα που άπτονται του μεταναστευτικού ή υπερβολικά φιλική προς το επιχειρηματικό κατεστημένο. Άλλωστε, η παγωμένη συνάντηση με τον Ερντογάν δεν ήταν η πρώτη του είδους. Πριν από περίπου δύο χρόνια είχε ακυρωθεί αιφνιδιαστικά και η συνάντηση του Μητσοτάκη με τον τότε Βρετανό πρωθυπουργό Ρίσι Σούνακ.  Τότε η εικόνα της Ελλάδας και του πρωθυπουργού δεν είχε βγει λαβωμένη.

Σε τι εξυπηρετούν αυτές οι επαναλαμβανόμενες συναντήσεις κορυφής με την Τουρκία; Πόσες φορές μπορεί να ξανασυζητηθεί το «θετικό κλίμα»;

Η διεθνής αξιοπιστία δεν κρίνεται από το πόσες χειραψίες θα φωτογραφηθούν στα περιθώρια του ΟΗΕ. Κρίνεται από το αν, όταν μιλάς, οι άλλοι ακούν.

Τι εξυπηρετεί αυτό το γαϊτανάκι συναντήσεων με τον Ερντογάν;

Οι φωνές κριτικής, άλλοτε ενσυνείδητες και άλλοτε ιδεολογικά φορτισμένες, καταγράφονται μεν αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη θεσμική θέση της Ελλάδας ή τις προσωπικές σχέσεις του Μητσοτάκη με ισχυρούς παίκτες της Ε.Ε. Το διεθνές κεφάλαιο που έχει χτίσει φαίνεται, προς το παρόν, να αντέχει σε τέτοιες αιχμές.

Αλλά ας επιτραπεί και μία γενικότερη παρατήρηση. Σε τι ακριβώς εξυπηρετούν πια αυτές οι επαναλαμβανόμενες συναντήσεις κορυφής με την Τουρκία; Πόσες φορές μπορεί να ξανασυζητηθεί το «θετικό κλίμα», να υπογραμμιστεί η «ειλικρινής διάθεση» και να επαναβεβαιωθεί η ανάγκη για «ήρεμα νερά» και «διάλογο μεταξύ γειτόνων»; Οδηγεί κάπου ή απλά θρέφει τις ενημερωτικές εκπομπές και τον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό αυτού του ιδιαίτερα ελληνικού είδους «διεθνολόγου» ή ειδικού των «εθνικών θεμάτων»;

Η διεθνής αξιοπιστία δεν κρίνεται από το πόσες χειραψίες θα φωτογραφηθούν στα περιθώρια του ΟΗΕ. Κρίνεται από το αν, όταν μιλάς, οι άλλοι ακούν. Και ο Μητσοτάκης, με όλα αυτά ελαττώματα και τις κριτικές που μπορεί να του αποδοθούν, ακούγεται και ακούγεται σοβαρά.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top