
Η Μουριά είναι ένα καφενείο που ξεπερνά την ύλη, ξεπερνά τη φθαρτότητα του χρήματος. Και γι’ αυτό της αξίζει να διαφυλαχθεί. Σε ποια πόλη όμως;
Τα τελευταία 24ωρα, έχει στραφεί ευλόγως το βλέμμα των ανθρώπων (και) στη Μουριά (διάβασε εδώ την ιστορία της), το ιστορικό καφενείο των Εξαρχείων στη συμβολή της Χαριλάου Τρικούπη με την Καλλιδρομίου, που συμπλήρωσε φέτος 111 χρόνια ζωής, είναι όμως πιθανό να τερματίσει σε αυτά και να μην πάει παρακάτω. Όπως αναφέρουν τα ρεπορτάζ, ο τωρινός του ιδιοκτήτης, ενημερώθηκε από τον ιδιοκτήτη του χώρου όπου στεγάζεται, ότι θα πρέπει να κλείσει γιατί έχει σκοπό να συμφωνήσει με άνθρωπο για να γίνει ο χώρος φαρμακείο.
Οι αντιδράσεις ήταν εντονότατες, πέρασαν, σαφώς, και στη σφαίρα του λαϊκισμού, αλλά αξίζει εδώ να εξετάσουμε κάθε παράμετρο που αφορά αυτόν τον κίνδυνο, αυτό το ενδεχόμενο τέλος για ένα καφενείο που έχει ορίσει την Αθήνα, που έχει αποτελέσει ένα τοπόσημο ισάξιο με μνημεία. Χωρίς υπερβολή.
Πριν απ’ όλα, να πούμε ότι ο προσηνής κ. Χρήστος Βάνας, ιδιοκτήτης της Μουριάς, κυκλοφόρησε ένα ψήφισμα με τίτλο «η ιστορία δεν αλλάζει χρήση – 111 χρόνια Μουριά» (μπορείτε να ψηφίσετε εδώ), με το οποίο διεκδικεί από το ΥΠΠΟ να προστατεύσει τον χώρο και να τον αναγνωρίσει ως στοιχείο της σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε να μην αλλάξει η χρήση του. Μαζί του έχουν σταθεί και 6.002 άνθρωποι που υπέγραψαν, αλλά και η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας.

O κύριος Χρήστος Βάνας, ιδιοκτήτης της Μουριάς.
Ένα καφενείο σήμερα, μια γειτονιά ολόκληρη αύριο
Η πρώτη και αβίαστη σκέψη, είναι να κατηγορήσεις τον ιδιοκτήτη του ακινήτου για την επιλογή του να ζητήσει το κλείσιμο και, πιθανότατα, να συμφωνήσει με άλλον για τη χρήση του ακινήτου, ο οποίος θα του δίνει περισσότερα χρήματα. Θα είναι όντως φαρμακείο, όπως λέγεται; Θα είναι ένα άλλο μαγαζί εστίασης, ίσως κάποιο μπαρ ή άλλο καφενείο; Το βέβαιο είναι ότι μια τέτοια κίνηση γίνεται πάντα όταν υπάρχει περισσότερο χρήμα στο τραπέζι. Είναι αυτό κατακριτέο; Όχι απαραίτητα.
Δε γνωρίζουμε πολλά για τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, αν δηλαδή είναι το ένα και μόνο ακίνητο που τον θρέφει και θέλει από αυτό να προσφέρει περισσότερα σε παιδιά και εγγόνια ή αν έχει στην κατοχή του κάμποσα ακίνητα. Αν ισχύει το πρώτο, πώς ακριβώς να τον κατηγορήσεις; Τι θα κάναμε εμείς στη θέση του; Με πόση άνεση θα λέγαμε ότι δε θα πειράξουμε τη Μουριά, αν το διακύβευμα ήταν μεγαλύτερο για την καλυτέρευση της δικής μας ζωής;
Από την άλλη, μήπως είναι μεγαλύτερη η ευθύνη και το επονείδιστο αυτού που έκανε την πρόταση στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, δηλαδή του επίδοξου επόμενου χρήση του χώρου; Πιθανότατα να μην είναι Έλληνας ή άνθρωπος της Αθήνας, άρα να μη γνωρίζει τη σημασία που έχει το καφενείο αυτό. Πόσο να ψέξεις κι αυτόν, εν τέλει; Ειδικά αν δεν έχει καμία συναισθηματική σύνδεση με την πόλη και δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα και τι νιώθουμε εμείς οι υπόλοιποι για τη Μουριά ως κομμάτι της Αθήνας.
Κατ’ εμέ, εδώ έρχεται το μείζον ζήτημα. Αυτό αφορά στην ίδια την Αθήνα και σε αυτό που μετατρέπεται χρόνο με το χρόνο, δη στο κέντρο της και στα νότια προάστια. Έχει παρθεί, κατά τα φαινόμενα, κάποια απόφαση η πόλη να γίνει ένα τουριστικό τσίρκο, να υπακούει στον τουρισμό και στις επενδύσεις γύρω από αυτόν, δη ξενοδοχεία, boutique hotels & apartments, αλλά και μαγαζιά εστίασης. Αν η Μουριά ήταν ένα μεμονωμένο παράδειγμα, μπορεί και να μη γινόταν τόσο μεγάλο θέμα. Αλλά δεν είναι.
Σε μια πόλη που, γράφαμε εδώ τις προάλλες, έχει τόσα πολλά διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, ένα καφενείο σαν τη Μουριά έχει τον χαρακτήρα του τελευταίου οχυρού. Προχωράς σε γειτονιές όπως το Κουκάκι, και βλέπεις τι έχουν υποστεί από την επέλαση των τουριστικών ορδών. Ή βλέπεις το Παγκράτι και θες να βάλεις τα κλάματα με αυτό που έχει γίνει. Περπατάς στον Άλιμο, το Καλαμάκι, τον Φλοίσβο και προσπαθείς να «εισπνεύσεις» όσο περισσότερο γίνεται τη μυρωδιά της γειτονιάς, γιατί βλέπεις προς τα πού πάει το έργο.

Μπορεί να είμαστε ιδιοκτήτες, αλλά καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως τα κτήρια δε μας ανήκουν. Μόνο οι εαυτοί μας μας ανήκουν.
Μια αλήθεια που αρνούμαστε να αποδεχτούμε
Όταν ένας τόπος χάνει τα… τοπόσημά του, όταν οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τις γειτονιές, «διώκονται» με τρόπο πιο βάναυσο από την άμεση δίωξη, αφού γίνεται έμμεσα, με οικονομικό «στραγγαλισμό», με πρόκληση αδυναμίας διαβίωσης. Ενοίκια, λογαριασμοί, τιμές στα πέριξ μαγαζιά, κάποια στιγμή θα σκεφτείς να αλλάξεις γειτονιά αν είσαι σχετικά νέος ή θα πέσεις στη θλίψη αν έχεις φτάσει στα 70 σου και δε σε χωράει πια ο τόπος σου, ο δρόμος σου, το μέρος όπου έβγαινες και έλεγες καλημέρα σε 10 ανθρώπους και σου έλεγαν κι αυτοί.
Τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα με αφορμή το καφενείο της Μουριάς: σε ποιον ανήκουν τελικά τα κτήρια; Μήπως θα πρέπει η Μουριά να γίνει μια καλή αφορή ώστε να παρεμβαίνει το κράτος εγκαίρως και να απαγορεύει κάθε σκέψη στους ιδιοκτήτες; Είτε με το να βάζει δικλείδα ασφαλείας για τη χρήση του χώρου είτε με το να το εξαγοράζει και να αποζημιώνει; Ή μήπως αυτό είναι παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά; Είναι ένα ζήτημα πολύ λεπτής ισορροπίας, γιατί, όσο κι αν σε εμάς τους απλούς πολίτες είναι απλή η απάντηση, δεν είναι τόσο απλή για το πώς θα πρέπει να λειτουργήσει το κράτος.
Αλλά κι αυτό είναι ένα ήδη καθυστερημένο στάδιο. Διότι το κράτος θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει νωρίτερα, να μην έχει αφήσει την Αθήνα έρμαιο στους Ισραηλινούς, τους Κινέζους και τους Τούρκους της Golden Visa, να μην ξερογλείφεται μόλις βλέπει ένα κόκαλο επένδυσης από το εξωτερικό.
Αυτό που συμβαίνει με το καφενείο της Μουριάς δεν είναι κάτι αυτόνομο. Τίποτα δεν είναι από όσα συμβαίνουν στη ζωή. Όλα συνδέονται. Όλα είναι προϊόν κάποιου άλλου πράγματος τις περισσότερες φορές. Όχι, δεν είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις αυθαίρετου κι αβάσιμου άλματος, του λατινικού post hoc ergo propter hoc, ότι δηλαδή αφού ένα Γεγονός Β συμβαίνει μετά από ένα Γεγονός Α, υποστηρίζεται πως το Α ευθύνεται για το Β, χωρίς να ισχύει αυτό. Εδώ ισχύει και παραϊσχύει. Το Α είναι που, μετά από κάποια στάδια, οδηγεί στο Β.
Μπορεί να είμαστε ιδιοκτήτες, αλλά καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως τα κτήρια δε μας ανήκουν. Μόνο οι εαυτοί μας μας ανήκουν. Και οφείλουμε να προσπαθούμε να κρατήσουμε την ανθρωπιά. Πόσο εύκολο να συμβεί αυτό όταν ο άνθρωπος στον οποίο νοικιάζουμε αγαπά τον τόπο, αλλά μπορεί να δίνει μόνο 600 ευρώ ενοίκιο κι εμείς χρειαζόμαστε 700-800 για να διευκολύνουμε τη ζωή μας; Καθόλου εύκολο σε αυτή την Αθήνα.




