Γιατί αντιμετωπίζουμε τις ελληνικές παραλίες όπως η μάνα τα παιδιά της;

Πόσες «άγνωστες/απάτητες/διαμαντένιες/πανέμορφες» παραλίες έχει στη φαρέτρα του ο Έλληνας; (Photo credits: Νίκος Πανουργιάς/Unsplash)

Τα αγοράκια, από πολύ μικρά, όταν η μαμά τους τα ετοιμάζει για το σχολείο, μαθαίνουν να χτίζουν αυτοπεποίθηση, διότι τα ραίνει η μαμά με κολακείες και κομπλιμέντα. Το πιο όμορφο αγόρι είσαι εσύ και κανένα άλλο. Κάτι τέτοια λένε οι μανάδες και μετά πιστεύουμε ότι φταίει μόνο η πατριαρχία. Μην ανοίξω αυτή την κουβέντα, πάμε παρακάτω. Εδώ θα μιλήσουμε για τις ελληνικές παραλίες. Ναι, αυτές που μοιάζουν να αναπαράγονται, αφού κάθε καλοκαίρι θα διαβάσουμε για καμιά 10αριά παραλίες που απέχουν «1 ώρα από την Αθήνα και είναι ένας άγνωστος παράδεισος».

Ας ξεκινήσουμε κατ’ αρχάς από το προφανές: ακόμα κι αν είναι άγνωστος παράδεισος, ελάχιστα να τσιμπήσει στη Google το κείμενο, τον έχεις μετατρέψει αυτομάτως σε γνωστό. Οκ, δε θα σηκωθούν με την πρώτη να πάνε όλοι όσοι θα σε διαβάσουν, αλλά και 100 να στείλεις, αυτομάτως αυτή η παραλία έχει γεμίσει.

Δε θα γεμίσει όμως για πολύ. Διότι, το πιθανότερο είναι αυτή η παραλία να ανήκει σε μια από τις τρεις ακόλουθες κατηγορίες, εφόσον είναι σε κοντινή απόσταση στην Αθήνα και δεν έχει «ανακαλυφθεί» ακόμα: 1)Ήταν πάντοτε άσχημη, 2) είναι τα τελευταία χρόνια άσχημη, 3) είναι ακριβώς ίδια με άλλες 50 και δεν έχει καμία διαφορά.

Ποιος ορίζει τι καθιστά μια παραλία όμορφη ή «κρυφό διαμάντι»; Και παραμένει κρυφή αν την επικοινωνήσουμε σε κόσμο;
Γιατί αντιμετωπίζουμε τις ελληνικές παραλίες όπως η μάνα τα παιδιά της;

Είναι υποκειμενικό το τι καθιστά μια παραλία ωραία. Το να είναι άδεια; Το να έχει μόνο άμμο και όχι βότσαλο; Να έχει ψιλό βότσαλο; Να μη βαθαίνουν τα νερά απότομα; Να έχει μεγάλο βάθος; (Photo credits: Νίκος Πανουργιάς/Unsplash)

Ξακουστές παραλίες αποθεώνονται ακόμα για την ομορφιά τους, ενώ την έχουν χάσει

Πραγματικά, στις παραλίες που είναι στην ηπειρωτική χώρα ειδικά, έτι περισσότερο αν είναι σε ακτίνα 1 ώρας οδήγησης από την Αθήνα, δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί κάποιο «κρυφό  διαμάντι», αλλά μάλλον θα πας σε παραλία που έχεις ήδη πάει, υπό την έννοια πως τα χαρακτηριστικά της θα είναι τα ίδια με πολλές άλλες.

Μια παρένθεση εδώ. Είναι υποκειμενικό το τι καθιστά μια παραλία ωραία. Το να είναι άδεια; Το να έχει μόνο άμμο και όχι βότσαλο; Να έχει ψιλό βότσαλο; Να μη βαθαίνουν τα νερά απότομα; Να έχει μεγάλο βάθος; Να είναι περιτριγυρισμένη από πράσινο; Να έχει γαλαζοπράσινα νερά ή βαθύ μπλε; Τα περισσότερα από αυτά υπόκεινται σε προσωπικές προτιμήσεις. Άρα, δεν υπάρχει per se όμορφη ή άσχημη παραλία. Μην ξεχνάμε κι ότι ψάχνουμε συνέχεια την «Καραϊβική» ή τις «Μαλδίβες» της Ελλάδας. Κάπως έτσι δεν τα λένε τα Λιχαδονήσια; Έχετε πάει; Δεν παλεύονται.

Υπάρχουν όμως αυτές που η παρουσία κόσμου τις έχει αλλοιώσει και είναι, συνήθως, αυτές που γνωρίζουν τη μεγαλύτερη αποθέωση, διότι αυτοί που τις βλέπουν τώρα, δεν έχουν δει πώς ήταν πριν 5-10 χρόνια. Ας ρωτηθούν όσοι πήγαιναν στα Κουφονήσια ή τα Χανιά πριν το 2015 για τις ξακουστές παραλίες των περιοχών.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι στο ότι αντιμετωπίζουμε τις παραλίες της Ελλάδας ως μοναδικές, ως ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει η φύση. Άλλος παιδί δεν έκανε, μόνο η Μαριώ τον Γιάννη! Τις περισσότερες βέβαια, τις έχει αλλοιώσει ή εντελώς ξεπαστρέψει η επιθυμία μας για μπιτσόμπαρα και beach parties, που υπερίσχυσε του σεβασμού στο φυσικό τοπίο.

Κάπου να μπει ένα στοπ στην αποθέωση του προφανούς και του χιλιοειδωμένου και να αποδεχτούμε το ατελές, το άσχημο.

Μοιάζει κάπως «παστρικό» και νευρωτικό να μην αποδεχόμαστε την ατέλεια και να τα βλέπουμε όλα θεϊκά και τέλεια, διότι ακριβώς έτσι ακυρώνουμε τα πραγματικά όμορφα. (Photo credits: Vincent Giersch/Unsplash)

Δεν έγινε και τίποτα κακό να αποδεχτούμε το άσχημο

Αλλά δε γίνεται να βρίσκει κάθε χρόνο ο καθένας μας μια «παρθένα» παραλία, απάτητη, που δεν τη γνωρίζει κανείς ή την ξέρουν λίγοι. Δε βγαίνουν και τα κουκιά δηλαδή. Σε λίγο θα το ρίξουμε σε κυνήγι θησαυρού ή θα δούμε influencer να κάνει giveaway πληροφορία για «παρθένα» παραλία. Κι αν είναι έτσι όντως, πόσο διαφορετική να είναι από αυτές που ήδη πηγαίνουμε;

Δε γίνεται να τις θεωρούμε όλες όμορφες, λες και τίποτα το άσχημο δεν υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Μοιάζει και κάπως «παστρικό» και νευρωτικό να μην αποδεχόμαστε την ατέλεια και να τα βλέπουμε όλα θεϊκά και τέλεια, διότι ακριβώς έτσι ακυρώνουμε τα πραγματικά όμορφα. Η ομορφιά ενισχύεται με την αποδοχή, την αναγνώριση του άσχημου. Αυτό συμβαίνει με όλες τις αντίρροπες δυνάμεις. Αν δε με «ξενερώσει» μια παραλία, δε θα έχω τη διάθεση να εξερευνήσω για να βρω μια άλλη. Αυτή η εμμονή αποτυπώνει και μια γενικότερη κουλτούρα του ανθρώπου σήμερα, που απορρίπτει τα μη «τέλεια» και θέλει με το ζόρι να αξίζει κάθε του στιγμή. Γι’ αυτό αποφεύγει να βαριέται και διαρκώς πρέπει κάτι να κάνει, να πράττει, να παράγει.

Επομένως, ας μη ζούμε στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι ή σε κάποιο ροζ συννεφάκι. Είναι λογικό, με τέτοια ακτογραμμή, να έχουμε και πληθώρα από άσχημες παραλίες, άσχημα νερά, απωθητικές συνθήκες για να σπαταλήσουμε το μπάνιο μας και την ηλιοθεραπεία μας σε αυτές. Ας το αποδεχτούμε κι ας μην κάνουμε σαν γονείς που δεν ξεχωρίζουν τα παιδιά τους κι είναι όλα όμορφα. Έχει και «άσχημα» παιδιά η ελληνική ακτογραμμή. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τις παραλίες, αλλά και για τους τόπους γενικά.

Σαφώς, όσοι τους κατοικούν, δε θα το πουν, διότι έχουν ρίζες εκεί, έχουν ζήσει τη ζωή τους. Αλλά μη φτάνουμε και στο σημείο να αποκαλούμε τη Λαμία ή τον Πύργο Ηλείας όμορφα μέρη. Μάτια έχουμε και βλέπουμε. Και, φυσικά, η ασχήμια σε πολλά δεν οφείλεται στον τόπο, αλλά στους ανθρώπους που τον κατοικούν.

 

Διαβάστε ακόμη: «Το καλοκαίρι όλα μου τα επιτρέπω»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top