
Λαζόπουλος και Πασχαλίδης: τα βρήκαν μεταξύ τους.
Χάριν αστεϊσμού, ο Δημήτρης Σταρόβας είχε μιλήσει για το παραμύθι των εντέχνων. Θέλοντας, μάλιστα, να αποδείξει την… απάτη, έφτιαξε ένα τραγούδι που περιλάμβανε αποσπάσματα στίχων διάφορων τραγουδιών της έντεχνης μουσικής, με αποτέλεσμα το τραγούδι να στέκει μια χαρά ως αυτόνομο. Λένε, λοιπόν, όλοι οι «έντεχνοι» τα ίδια με διαφορές μόνο στη μουσική;
Χθες (3/3) στο Αλ Τσαντίρι του Λάκη Λαζόπουλου εμφανίστηκε ο Μίλτος Πασχαλίδης, ένας τραγουδοποιός που ανήκει στην σκληρό πυρήνα του λεγόμενου εντέχνου. Απόλυτα ενταγμένος στον καταγγελτικό λόγο της εκπομπής, τραγούδησε και τραγούδησε και τραγούδησε για πράγματα που δεν μπορείς να χαρείς. Διότι για τον μέσο έντεχνο, το τραγούδι είναι σαν κηδεία ή σαν διαδήλωση κατά των εκμεταλλευτών αυτού του κόσμου.
Το ζήτημα, φυσικά, δεν είναι προσωπικό και δεν αφορά τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, αλλά μια σειρά καλλιτεχνών που ανδρώθηκαν τη δεκαετία του ’90. Ήταν τα «παιδιά» του Διονύση Σαββόπουλου, καθώς ήταν ο πρώτος που δημιούργησε τον όρο «τραγουδοποιός», με τη μόνη διαφορά -κάτι που το έδειξε και η συνολική διαδρομή του- ο «Νιόνιος» ήταν, όντως, μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου και μουσικού.
Οι περισσότεροι εξ αυτών προέρχονται από την αριστερά σε όλες τις αποχρώσεις της. Μόνο που το 2025, η έννοια της αριστεράς είναι τελείως διαφορετική σε σχέση με εκείνη που ανδρώθηκαν πριν από δεκαετίες. Τι παράξενο: αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καν αυθεντικό αριστερό κόμμα στη χώρα μας. Το, δε, ΚΚΕ δηλώνει ακραιφνώς κομμουνιστικό, άρα ψάξε βρες το λάθος.
Κι όμως, αυτό το τραγούδι συνεχίζει με έναν αυτιστικό τρόπο να διεκδικεί την πατρότητα μιας κάποιας επανάστασης που δεν έγινε ποτέ και δεν φαίνεται να γίνεται στο άμεσο μέλλον. Προς τι, άραγε, όλη αυτή η πόζα της επαναστατικότητας στους στίχους, τη μουσική, ακόμη και ο ύφος της παρουσίας τους στην τηλεόραση;
Κάποτε κάναμε το λάθος να διαχωρίζουμε το εμπορικό τραγούδι από το ποιοτικό. Λες και οι ποιοτικοί είναι όλοι τους σαν τον Μάνο Χατζιδάκι. Θα ήθελαν, αλλά δεν γίνεται. Δεύτερος σαν αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα. Το να θέτεις σύνορα στην καλλιτεχνική δημιουργία, τα οποία μάλιστα μετατρέπονται βαθμηδόν και σε παράσημα γνησιότητας (άνευ μάχης), δεν σε καθιστά καλύτερο από τον μέσο λαϊκό βάρδο. Ο οποίος, στην τελική, δεν κρύβει την ταυτότητά του. Δεν υποκρίνεται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που δείχνει.
Δεν είναι κακό να κοιτάζουν οι έλληνες τραγουδοποιοί τι τραγουδιέται στις μέρες μας στο εξωτερικό. Αν έχουν μείνει στο Γούντστοκ, τότε υπάρχει θέμα. Πώς να το κάνουμε, δεν ζούμε στην εποχή των λουλουδιών. Δεν πάμε στα Μάταλα ούτε κατεβαίνουμε σε διαδηλώσεις για τις βάσεις του θανάτου.
Αφού, λοιπόν, ο κόσμος αλλάζει, οι έντεχνοι γιατί μένουν ίδιοι; Τι είναι αυτό που τους αρέσει τόσο πολύ στη δημιουργία τους; Έχουν έλλειψη οίστρου; Τους λείπουν οι παραστάσεις από τον έξω κόσμο; Πιστεύουν ακράδαντα πως όπου να ‘ναι θα γίνει η παγκόσμια επανάσταση;
Αν ναι, ας μας ενημερώσουν. Μόνο μην μας το τραγουδήσουν. Φτάνει, ακούσαμε ό,τι είχαν να πουν και δεν μας αρέσει πια.
Διαβάστε ακόμα: Το μικρό «μουσικό κουτί» που άλλαξε τον κόσμο. Η ιστορία της κασέτας




