Ο Παύλος Γερουλάνος είναι λιγότερο συγκρουσιακός από τον Ανδρουλάκη, με ευρωπαϊκή μενταλιτέ και με αρκετές συμπάθειες στους όμορους κομματικούς χώρους, (Φωτογραφία: George Vitsaras / SOOC)

Η εκλογική νηστεία που τα κόμματα της λεγόμενης κεντροαριστεράς αναγκάζονται να ακολουθήσουν, αφ’ ης στιγμής ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήρε στα χέρια του τα κλειδιά της δεξιάς πολυκατοικίας, τείνει να γίνει, συν τω χρόνω, μια μίζερη δίαιτα.

Το χειρότερο δεν είναι να χάνεις, αλλά να συνηθίζεις την ήττα προσπαθώντας κάθε φορά να την λογίζεις ως νίκη, επειδή κατάφερες να ξεγελάσεις το στατιστικό λάθος. Τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτές τις Ευρωεκλογές δείχνουν εν πολλοίς το εύρος των δυνατότητων τους. Σαν να έχουν πιάσει ένα ταβάνι και να χτυπάνε το κεφάλι τους εξακολουθητικά.

Ο Κασσελακικός λαϊκισμός δεν παράγει αποτέλεσμα, γεγονός που υπό συνθήκες θα άνοιγε διόδους προς την πλευρά του ΠΑΣΟΚ. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Ο Νίκος Ανδρουλάκης, αν και μπήκε με τη φόρα του νέου που θα συνέδεε ξανά το κόμμα με τους πολίτες, στην ουσία προσπάθησε να πατήσει στο παλαιότερο (ένδοξο) παρελθόν ξεχνώντας πως υπάρχει κι ένα πιο «κοντό» (η περίοδος των μνημονίων) που μετέτρεψε το κόμμα του σε σάκο του μποξ.

Αν υπάρχει στο ΠΑΣΟΚ ψήγμα καθαρής κρίσης, τότε θα πρέπει να δουν πως η επόμενη λύση (σε περίπτωση που αμφισβητηθεί επίσημα ο Ανδρουλάκης) υπάρχει και δεν χρειάζεται να αναζητηθεί πολύ μακριά. Δίπλα τους είναι ο Παύλος Γερουλάνος.

Το ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να ανεβάσει τα ποσοστά του στις γειτονιές της Αθήνας και της ευρύτερης Αττικής, σε αντίθεση με την επαρχία που καταγράφει σημαντικές ανοδικές τάσεις, κάτι θα έπρεπε να λέει στην ηγεσία του κόμματος. Τώρα από πολλούς εγείρεται θέμα αρχηγού. Λογικό και επόμενο.

Αν υπάρχει στο ΠΑΣΟΚ ψήγμα καθαρής κρίσης, τότε θα πρέπει να δουν πως η επόμενη λύση (σε περίπτωση που αμφισβητηθεί επίσημα ο Ανδρουλάκης) υπάρχει και δεν χρειάζεται να αναζητηθεί πολύ μακριά. Δίπλα τους είναι ο Παύλος Γερουλάνος. Δεν χρειάζεται να ψάξουν πολύ για να του δώσουν την ευκαιρία να διαμορφώσει έναν άλλο χαρακτήρα στο ΠΑΣΟΚ.

Λιγότερο συγκρουσιακός από τον Ανδρουλάκη (και δεν του φαινόταν στην αρχή), με ευρωπαϊκή μενταλιτέ και με αρκετές συμπάθειες στους όμορους κομματικούς χώρους, είναι σε θέση να χτίζει γέφυρες και να υπάρξει κάποια στιγμή στο μέλλον ένα modus vivendi με τα κόμματα της κεντροαριστεράς.

Αυτή τη στιγμή είναι ολοφάνερο πως κανένας δεν μπορεί να πάει μόνος του, όμως για να υπάρξουν συγκλίσεις πρέπει να βρεθούν και οι άνθρωποι που θα τις εκφράσουν. Ο Γερουλάνος είναι μια τέτοια περίπτωση, καθώς θα μπορούσε να συνομιλήσει με τον Κασσελάκη ή με τη Νέα Αριστερά από μηδενική βάση και δίχως το βάρος των αντεγκλήσεων που έχει ανταλλάξει ο τωρινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με τον ομόλογό του τού ΣΥΡΙΖΑ.

Το θετικό που φέρει ο Παύλος Γερουλάνος είναι ότι, καίτοι έχει ταυτιστεί με το ΠΑΣΟΚ, στην ουσία δεν είναι στέλεχος που προέρχεται από τον κομματικό σωλήνα. Είναι ικανός να μιλήσει και να απευθυνθεί σε ευρύτερα κοινά και να βρει μια κοινή γλώσσα που αυτή τη στιγμή την έχει άμεση ανάγκη ο χώρος της κεντροαριστεράς που αναλώνεται άσκοπα από την πολυδιάσπαση, δίχως κάποιο από τα κόμματα που θεωρητικά βρίσκονται στο ίδιο «τόξο» να μπορεί να ηγεμονεύσει έναντι των άλλων.

Το θετικό που φέρει ο Παύλος Γερουλάνος είναι ότι, καίτοι έχει ταυτιστεί με το ΠΑΣΟΚ, στην ουσία δεν είναι στέλεχος που προέρχεται από τον κομματικό σωλήνα.

Κακά τα ψέματα, αυτές οι Ευρωεκλογές αποδείχθηκαν η Λυδία λίθος για όλα τα κόμματα. Δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός το ΠΑΣΟΚ. Αυτή τη στιγμή στενάζει από τη εσωστρέφεια του 12, 79% και της τρίτης θέσης, τη στιγμή που η ηγεσία του προεκλογικά είχε βάλει ως στόχο τη δεύτερη θέση, άρα και ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό.

Οι κρίσιμες στιγμές χρειάζονται και κρίσιμες λύσεις. Πολλά στελέχη που είναι ικανά να κουβαλήσουν το «κάρο» του ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Αν υπήρχαν θα τα είχαμε δει να αναφύονται. Ως εκ τούτου: οι δοκιμασμένες, αλλά όχι «καμένες» λύσεις αξίζουν καλύτερης τύχης.

Ο αντίλογος σε μια (νέα) υποψηφιότητα Γερουλάνου είναι ότι το 2021 ήταν υποψήφιος και βγήκε πέμπτος, πίσω από τους Νίκο Ανδρουλάκη (που εξελέγη πρόεδρος), Γιώργο Παπανδρέου, Ανδρέα Λοβέρδο και Παύλο Χρηστίδη, προσπερνώντας μόνο τον Χάρη Καστανίδη. Όμως το 2024 δεν είναι 2021. Ο Ανδρουλάκης δεν πέτυχε τον στόχο του, ο Παπανδρέου είναι πια 72 ετών ενώ ο Λοβέρδος αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ.

Εμείς θεωρούμε ότι το βασικό μειονέκτημα που προσάπτει ο πασοκικός οργανισμός και πολλά ΜΜΕ στον Γερουλάνο, είναι ταυτόχρονα και το πλεονέκτημά του στις σημερινές πολιτικές συνθήκες. Λένε δηλαδή ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός δεν είναι αρκετά λαϊκός αλλά παραείναι ευγενής και κοσμοπολίτης. Κι όμως, η θεωρητικά πιο λαϊκή στόφα του Ανδρουλάκη δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Για να μην αναφερθούμε στον όμορο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ όπου μετά τον λαϊκισμό του Τσίπρα και την αμετροέπεια Κασσελάκη υπάρχει απογοητευμένη εκλογική «πελατεία» που θα μπορούσε να έρθει ξανά κοντά στο ΠΑΣΟΚ.

Στο τέλος της ημέρας, γενικά το πολιτικό σύστημα της χώρας μας χρειάζεται περισσότερες νηφάλιες φωνές που να στήνουν γέφυρες αντί για χαρακώματα. Σίγουρα το χρειάζεται ο κατακερματισμένος χώρος της κεντροαριστεράς αλλά και οι ψηφοφόροι του κέντρου που στήριξαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά απομακρύνονται από την αλαζονεία του κυβερνώντος κόμματος που παίζει χωρίς αντίπαλο.

 

Διαβάστε ακόμα: Ευρωεκλογές 24. Η Ελλάδα στις παραλίες αναστενάζει & τα κόμματα ψάχνουν μήνυμα.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top