
Η Παρί Σεν Ζερμέν έκανε το back to back στο Τσάμπιονς Λιγκ, ούσα μόλις η δεύτερη ομάδα, μετά τη Ρεάλ Μαδρίτης της τριετίας 2016-2018, που το καταφέρνει.
Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει από χρόνια σε μεγάλο βαθμό. Όχι μόνο ως προς τον τρόπο που παίζεται, αλλά ως προς και τη φιλοσοφία του και το τι ζητούν οι θεατές από αυτό. Δεν υπάρχει πια η ανάγκη να δει ο θεατής τον μικρό να κερδίζει τον μεγάλο. Δεν υπάρχει και η δυνατότητα πια για τον μικρό να φτάσει στο σημείο ώστε να διεκδικήσει το τρόπαιο από τον μεγάλο. Ο μικρός θα φτάσει για παράδειγμα στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ και κάπου εκεί θα χαιρετήσει. Να, στη φετινή 4άδα είχαμε Παρί Σεν Ζερμέν, Μπάγερν Μονάχου, Άρσεναλ, Ατλέτικο Μαδρίτης. Το ακριβώς αντίθετο από «μικρές» ομάδες. Πέρσι, είχαμε Παρί, Άρσεναλ, Ίντερ και Μπαρτσελόνα κοκ.
Αυτό που ζητά ο κόσμος από το άθλημα, είναι ποδοσφαιρική δικαιοσύνη. Θέλει να επιβραβεύονται οι ομάδες που σέβονται το σπορ, που σέβονται τον ουδέτερο, όχι μόνο τον υποστηρικτή τους. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπήρχε ούτε ένας μη φίλαθλος της Άρσεναλ που να υποστήριζε την Άρσεναλ στον χθεσινό τελικό. Η συντριπτική πλειοψηφία των ουδέτερων είχε συνταχθεί με την Παρί Σεν Ζερμέν. Μια ομάδα που μέχρι πριν 2 χρόνια την αντιπαθούσαν οι περισσότεροι, από πέρσι έγινε αγαπητή γιατί το ποδόσφαιρό της ανταποκρίθηκε στη γενική ανάγκη του θεατή να δει jogo bonito. Αφού δε μπορεί η δική μου ομάδα να φτάσει τόσο μακριά, ας το πάρει η πιο ελκυστική από τους μεγάλους. Και φέτος δύο ήταν οι ελκυστικές: η Παρί και η Μπάγερν. Και μετά η Μπαρτσελόνα.
View this post on Instagram
Αξιέπαινο αυτό που κατάφερε η Άρσεναλ με ένα ρόστερ στο οποίο δεν υπάρχει ούτε ένας world class παίκτης με εξαίρεση τον τερματοφύλακά της. Ο Αρτέτα διαμόρφωσε μια ομάδα φέτος με στόχο την κατάκτηση της Premier League. Λογική η προσέγγιση του, η τακτική του φιλοσοφία. Όταν υπάρχει ο φόβος της ήττας, της απώλειας, δεν παίρνεις ρίσκα, δεν ξανοίγεσαι. Τώρα που η Άρσεναλ κατέκτησε το πρωτάθλημα, τώρα θα πρέπει να κριθεί η φιλοσοφία της, που δε θα έχει το άγχος και την πίεση. Αλλά το Τσάμπιονς Λιγκ δεν άξιζε να το πάρει, κι ας ήταν αήττητη σε όλη τη διαδρομή, 8 ματς στη League Phase και 6 ματς στα νοκ άουτ συν τον τελικό.

Οι παίκτες της Παρί Σεν Ζερμέν την ώρα που αστοχεί στο πέναλτι ο Γκάμπριελ της Άρσεναλ.
Πολλοί λένε πως «ναι, αλλά η Παρί Σεν Ζερμέν δε σκόραρε γκολ εκτός των πέναλτι». Αρχικά, τι κουταμάρα είναι αυτή! Τα πέναλτι υπάρχουν στο ποδόσφαιρο. Το κέρδισε η Παρί δεν της το χάρισαν. Ανάγκασε την Άρσεναλ να κάνει αυτό το πέναλτι. Μέρος της ικανότητας μιας ομάδας είναι και το να πάρει ένα πέναλτι. Δεύτερον και κυριότερον, πώς ακριβώς περιμένατε να κάνει φάση για γκολ η Παρί όταν η Άρσεναλ μετά το 6ο λεπτό είχε γυρίσει όλη πίσω; 80-20 ήταν η κατοχή με 10 παίκτες της Άρσεναλ διαταγμένους περιμετρικά της περιοχής. Εδώ ομάδες καλές δε μπορούν να διασπάσουν λιγότερο ποιοτικούς αντιπάλους από την Άρσεναλ, όταν το γυρίζουν σε πούλμαν. Θα ψέξουμε την Παρί Σεν Ζερμέν επειδή δε σκόραρε σε open play; Μήπως η Άρσεναλ όλη τη χρονιά δε σκοράρει πρωτίστως από στημένες φάσεις; 34 τέτοια γκολ έβαλε φέτος.
Ο τρόπος που έπαιξε η Παρί, ήταν αντίδραση στη δράση της Άρσεναλ. Γι’ αυτό και μόλις έγινε το 1-1 και η Άρσεναλ ανοίχτηκε ξανά, είδαμε 3 φορές την Παρί Σεν Ζερμέν να βγαίνει σε θέση βολής, μία το σουτ του Κβαρατσχέλια κόντραρε στον Λιούις-Σκέλι, μία ο Μπαρκολά άνοιξε το κοντρόλ και τον πρόλαβε ο Ράγια και την τρίτη, στο 96ο λεπτό, ο Μπαρκολά πρώτα παίρνει κλίση προς τα αριστερά και δυσκολεύει το σουτ που θα πάρει και δεύτερον δε βλέπει πως έχει ήδη έρθει στην περιοχή σε θέση βολής συμπαίκτης του για να σπάσει τη μπάλα αντί να σουτάρει. Και τη στέλνει άουτ. Η Άρσεναλ τι έκανε σε αυτό το διάστημα; Μετά το 45ο λεπτό είχε 0,01 xGoals. Σε 75 λεπτά αγώνα.

Ο Ντεμπελέ ήταν και στη Μπαρτσελόνα ένας παίκτης με συμβόλαιο πολλών εκατομμυρίων. Ο Λούις Ενρίκε όμως στην Παρί είναι που του έβαλε έναν προσανατολισμό. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ποδοσφαιριστή για το ότι τα λεφτά δε λένε απολύτως τίποτα στο υψηλότερο επίπεδο.
Η Παρί «έβαλε ταφόπλακα» στον πιο άτοπο ισχυρισμό των φιλάθλων
Εκτός από την παραπάνω κενή επιχειρηματολογία εις βάρος της Παρί Σεν Ζερμέν, υπάρχει και μια άλλη επιχειρηματολογία, γενικότερη, που χθες αποδείχτηκε πόσο άτοπο είναι. Χθες μπήκε η ταφόπλακά της και καλό θα είναι εμείς οι φίλαθλοι να πάψουμε να την αναπαράγουμε άκριτα.
Η Παρί έχει ένα ρόστερ ακριβό. Στα 10 ακριβότερα του κόσμου. Είχε όμως έτι πιο ακριβό μέχρι πριν 3 χρόνια, με Μέσι-Νεϊμάρ-Μπαπέ. Τι πήρε με αυτούς; Τίποτα. Η πιο τρανή απόδειξη πως τα λεφτά δε συνιστούν εχέγγυο επιτυχίας και ούτε είναι αποτυχία αν δεν το κατακτήσεις επειδή έχεις έναν πακτωλό χρημάτων στο ρόστερ. Όχι μόνο γιατί χωρίς μια στόχευση, χωρίς ένα σωστό πλάνο δε θα πας μακριά, αλλά και γιατί δεν είναι μία η ομάδα που έχει ακριβό ρόστερ.
Αν η οποιαδήποτε Παρί Σεν Ζερμέν είχε μπάτζετ 200 εκατομμύρια και η αμέσως επόμενη ομάδα είχε 50 εκατομμύρια, τότε ναι, αυτό το επιχείρημα θα είχε βάση. Αλλά δεν είναι έτσι. Σε ένα άθλημα όπου υπάρχουν γύρω στις 25 ομάδες στην Ευρώπη που ξοδεύουν δεκάδες εκατομμύρια, δεν είναι τα παραπάνω λεφτά αυτά που θα σε οδηγήσουν στην κατάκτηση. Η Παρί Σεν Ζερμέν είναι το πιο τρανό παράδειγμα. Ο Παναθηναϊκός στο μπάσκετ είναι το πιο τρανό αντιπαράδειγμα.

Λούις Κάμπος, Νασέλ αλ-Κελαϊφί και Λούις Ενρίκε.
Επιπλέον, από ένα σημείο και μετά, το ύψος του μπάτζετ είναι και αρκετά εικονικό, δεν άπτεται της πραγματικότητας. Αξίζει δηλαδή ως παίκτης ο Χέιζ-Ντέιβις τα 4 εκατομμύρια το χρόνο; Όχι δα. Αλλά τα πήρε γιατί μπήκαν δύο ομάδες σε πλειστηριασμό και ανέβηκε το κασέ του. Αξίζει ο Γκόρντον που πήρε η Μπαρτσελόνα τα 90 εκατομμύρια που δόθηκαν στη Νιουκάστλ; Μην τρελαθούμε. Έχουν όμως πάει εκεί πια τα ποσά στο ποδόσφαιρο για απλά καλούς παίκτες και, επίσης, υπάρχει και το ζήτημα του πρεστίζ, του να δηλώσεις στην αγορά πόσο δυνατός είσαι. Όταν το κάνεις αυτό, θα πληρώσεις υπεραξίες.
Το έχουμε ακούσει αυτό πολλάκις και στο μπάσκετ, για τον Ομπράντοβιτς, για τον Γιασικεβίτσιους, για τον Άταμαν. Αρχικά, όταν είσαι πια ένας προπονητής τοπ επιπέδου, προφανώς και θα πας σε ομάδα με μεγάλο πορτοφόλι, γιατί το έχεις κερδίσε αυτό. Δεύτερον, όταν υπάρχει τέτοιος οικονομικός και αγωνιστικός ανταγωνισμός, είναι δείγμα ασχετοσύνης να πιστεύουμε πως το μπάτζετ κάνει τη διαφορά. Πέρσι η Φενέρ είχε χαμηλότερο μπάτζετ από Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό μαζί. Φέτος, ο Ολυμπιακός που πήρε την Ευρωλίγκα είχε μεγαλύτερο μπάτζετ από τους έτερους 3 του final-4. Το πήρε λόγω μπάτζετ; Όχι δα.
Ο Λούις Ενρίκε, σε συνεργασία με τον συνονόματο θαυματοποιό που λέγεται Λούις Κάμπος, τον τεχνικό διευθυντή της Παρί Σεν Ζερμέν που άλλαξε την προσέγγιση της ομάδας και του προέδρου της Κελαϊφί, απέδειξαν πως λεφτά χωρίς σχέδιο, θα οδηγούν ξανά και ξανά σε αδιέξοδο.




