
Aριστερά: η καθημερινότητα στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Δεξιά: η καθημερινότητα σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο. Υπάρχει σύγκριση;
Ο Βρετανός νοβελίστας Evelyn Waugh, αναπολώντας τα φοιτητικά του χρόνια στην προπολεμική Οξφόρδη, περιέγραψε την πόλη ως «έναν καμβά ακουατίνης». Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ανέλαβε καγκελάριος του πανεπιστημίου ο τότε πρωθυπουργός Harold Macmillan, δανείστηκε μία φράση του Ταλλεϋράνδου για το Παλαιό Καθεστώς: «κανείς δεν έχει γευτεί τη γλύκα της ζωής παρά μόνο αν έχει ζήσει την Οξφόρδη προ του πολέμου». Πιο πρόσφατα, μια δημοφιλής φωτογραφία κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της πόλης, σχεδόν απαράλλακτος εδώ και διακόσια χρόνια, παραμένει σύμβολο μιας διαχρονικής αρχιτεκτονικής μελαγχολίας.

Η είσοδος της ταβέρνας Turf.
Σε αυτήν την πόλη βρέθηκα το περασμένο Σαββατοκύριακο, συνοδεία φίλων από το Λονδίνο. Ομολογώ πως ήταν η πρώτη φορά που επισκέφθηκα την Οξφόρδη με τουριστική διάθεση. Οι προηγούμενες επισκέψεις μου είχαν πάντοτε κάποιον επαγγελματικό ή ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Ένας από τους φίλους μας είχε έρθει άψογα προετοιμασμένος. Φθάσαμε στο βόρειο προάστιο της πόλης, την Ιεριχώ, όπου είδαμε το σπίτι του Λόρενς της Αραβίας—ένα σκηνικό βγαλμένο από καρτ-ποστάλ της επαρχιακής Αγγλίας των αρχών του 20ού αιώνα. Η «ξεκούραση του πολεμιστή» ήρθε λίγο αργότερα στην Turf Tavern, την πιο καλά κρυμμένη pub της πόλης, η οποία θρυλείται πως άνοιξε τις πόρτες της στα τέλη του 14ου αιώνα (βέβαια αυτό το ισχυρίζονται οι μισές pub στη Βρετανία!). Να ’ναι καλά ο ίδιος φίλος που την ξετρύπωσε. Ανάμεσα στους θαμώνες της έχουν υπάρξει, σε κάποια στιγμή ή άλλη, οι Elizabeth Taylor, Stephen Hawking, David Bowie, Bill Clinton, Oscar Wilde, Margaret Thatcher και David Cameron—φοιτητές όλοι κάποτε στην πανεπιστημιούπολη της νοτιοανατολικής Αγγλίας.

Ακόμη και ο χώρος εστίασης του πανεπστήμιου της Οξφόρδης είναι επιβλητικός.
Περιπλανώμενοι στο κέντρο της πόλης, η σύγχρονη Οξφόρδη αποκαλύπτεται σε πολλαπλά επίπεδα. Τα απομεινάρια της ιστορίας στέκουν δίπλα σε καταστήματα με σουβενίρ και σειρές τουριστών με φωτογραφικές μηχανές. Στο πεζοδρόμιο, ντόπιοι με σακούλες από την αγορά μπερδεύονται με Ιάπωνες τουρίστες, μαθητές από σχολεία του εξωτερικού και φοιτητές με τον χαρακτηριστικό μπλε σκούφο του πανεπιστημίου. Μπροστά από τα θεσμικά κτίρια, καθηγητές με τσάντες γεμάτες χαρτιά διασταυρώνονται με ξεναγούς που αφηγούνται ανέκδοτα για τον Tolkien και τον Carroll. Είναι μια πόλη-σκηνικό, αλλά και μια ζωντανή μητρόπολη γνώσης, με τον χρόνο να κυλά ταυτόχρονα αργά και πολύ γρήγορα.

Αυτό το επιβλητικό κτίριο είναι ένα από τα πολλά ξενοδοχεία που βρίσκει κανείς στο κέντρο της πόλης (φωτογραφία: The Times).
Καθώς αρχίσαμε να περιδιαβαίνουμε τα διάφορα κολλέγια, το μυαλό μου επέστρεψε στην Ελλάδα. Γιατί; Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αποτελείται από περίπου 45 κολλέγια, χτισμένα μεταξύ του 11ου και του 20ού αιώνα. Η βασική τους δομή περιλαμβάνει κοιτώνες και αίθουσες διδασκαλίας γύρω από έναν εσωτερικό κήπο, όπου ζουν και φοιτούν οι φοιτητές. Η είσοδος γίνεται από την κύρια πύλη του κάθε κολλεγίου, η οποία φυλάσσεται νυχθημερόν από τον porter και την ομάδα του—σχεδόν σαν ιδιωτική ασφάλεια. Μονάχα εγκεκριμένοι επισκέπτες και μέλη του κολλεγίου έχουν πρόσβαση. Στα δε κεντρικότερα κτίρια του πανεπιστημίου, που βρίσκονται διασκορπισμένα στην πόλη, η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο με πανεπιστημιακή κάρτα.

Ένα από τα πολυάριθμα κτίρια του Πανεπιστήμιου της Οξφόρδης.
Καθώς στεκόμασταν μπροστά στις εισόδους αυτών των χώρων, προσπαθώντας να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στο υπέροχο εσωτερικό τους, ένιωσα σαν αισθητικός «ηδονοβλεψίας». Γέλασα με πικρή ειρωνεία. Όχι μόνο γιατί η σκέψη μου πήγε στα ελληνικά πανεπιστήμια—όπου, ο γράφων, έχει επίσης ζήσει ακαδημαϊκά χρόνια—αλλά και γιατί θυμήθηκα όσους μας διαβεβαιώνουν με αυτοπεποίθηση πως «στην Οξφόρδη και αλλού όλοι μπαίνουν ελεύθερα». Όχι, δεν μπαίνουν. Ούτε καν εμείς.
Στην πραγματικότητα τα πράγματα σε όλα τα βρετανικά πανεπιστήμια είναι αρκετά απλά. Όποιος έχει κάποια δουλειά να κάνει στον χώρο τους, μπορεί να μπει ελεύθερα με την διαπιστευμένη κάρτα πρόσβασής του. Σε διαφορετική περίπτωση παραμένει εκτός. Όταν ο γράφων σπούδαζε στην Σκωτία επισκεπτόταν την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη σε καθημερινή βάση. Νομίζω πως μετά την εκατοστή μου επίσκεψη οι βιβλιοθηκονόμοι γνώριζαν ποιος είμαι. Και όμως: όταν μία ημέρα ξέχασα την κάρτα μου πολύ απλά μου αρνήθηκαν την είσοδο. Οι κανόνες ισχύουν για όλους και δεν γίνονται εξαιρέσεις. Ξεκάθαρα πράγματα. Γιατί δεν μπορούν να εφαρμοστούν ανάλογες νόρμες και στην Ελλάδα; Γιατί να επιτρέπεται το χάος;
Η Οξφόρδη παραμένει ένας τόπος που συνδυάζει την παράδοση με την ακριβοθώρητη πρόσβαση· ένας κόσμος σχεδόν μυθικός, που ανοίγεται μόνο σε όσους έχουν το κλειδί—ή, έστω, μια πανεπιστημιακή κάρτα. Κι αν κάτι μένει από το Σαββατοκύριακο αυτό, δεν είναι μόνο η ομορφιά των κολεγίων ή οι παμπ με τις δρύινες καρέκλες, αλλά το αίσθημα πως η παιδεία, ακόμη και στην πιο ρομαντική της εκδοχή, παραμένει ζήτημα συνόρων. Ορατών και αοράτων.
Διαβάστε ακόμα: Τι μπορεί να διδαχθεί η Αθήνα από τον βρετανικό αστικό καλλωπισμό;




