
Το βράδυ του Σαββάτου, εκτυλίχθηκε στο Παρίσι το σκηνικό μιας βίας που πια φαντάζει αναπόδραστη για το θυμικό του δυτικού ανθρώπου. (Φωτογραφία: Ev/Unsplash)
Το περασμένο Σαββατοκύριακο βρέθηκα στο Παρίσι για ένα σύντομο διάλειμμα. Οι Γαλλόφιλοι Λονδρέζοι συνηθίζουν να λένε πως χάρη στο Eurostar «το καλύτερο πράγμα με το Λονδίνο είναι… το Παρίσι». Είχα μόλις τελειώσει ένα δείπνο στο Saint-Germain-des-Prés. Στον δρόμο όπου κάποτε σύχναζαν ο Σαρτρ και η ντε Μπωβουάρ, τα πάντα θύμιζαν Βηρυτό: καπνογόνα, φωτιές, φωνές, πυροσβεστικά. Βία πάσης φύσεως.
Βλέπετε, η ομάδα της πόλης, η Παρί Σεν Ζερμέν, είχε μόλις κατακτήσει το Champions League και η Πόλη του Φωτός μεταμορφωνόταν σε σκηνικό αποσύνθεσης. Λεηλασίες, σπασμένες βιτρίνες, δακρυγόνα. Δεν ήταν κάποια υποβαθμισμένα banlieues, αλλά η καρδιά του Παρισιού, όπου το άρωμα της τζαζ είχε παραχωρήσει τη θέση του στη μυρωδιά του καμένου πλαστικού. Το Παρίσι, για ακόμη μία φορά, παραδόθηκε στις παροξυσμικές εξάρσεις της «οπαδικής χαράς». Οι Parigots φίλοι μας, κάπως μελαγχολικά, κάπως μπλαζέ, απλώς μας είπαν: «Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που κερδίζει η PSG». Το αποτέλεσμα; Δύο νεκροί, δεκάδες τραυματίες. Κανείς δεν πανηγυρίζει πια, σκέφτηκα — όλοι πολεμούν.
Κι όμως, όλα αυτά μου ήταν οικεία. Τα ίδια, σχεδόν copy-paste, είχαν συμβεί —και θα επαναλαμβάνονταν— λίγες ημέρες μετά στην Αθήνα. Όχι για κάποια ευρωπαϊκή κατάκτηση, αλλά για μια «εξυγίανση». Πανεπιστήμια που θυμίζουν ασκήσεις αστικής καταστολής, φοιτητές που εξοικειώνονται με κλούβες, κράνη και χημικά, κάμερες ασφαλείας και αδιέξοδες — αν όχι ανούσιες — καταλήψεις. Μια χώρα που σπαράσσεται χωρίς αντικείμενο, εγκλωβισμένη στο φαντασιακό αίτημα για «νόμο και τάξη».
Κι αμέσως μετά, όπως εδώ και δεκαετίες: τάγματα «φιλάθλων» που οπλίζονται και κυνηγούν τους αιρετικούς ή αλλόθρησκους της κοσμικής θρησκείας του ποδοσφαίρου.
Η βία, είτε είναι οπαδική, είτε φοιτητική, είτε κοινωνική, δεν είναι απλώς μια παθογένεια. Έχει γίνει η κύρια γλώσσα επικοινωνίας των πιο δυναμικών —και δυστυχώς συχνά νεανικών— τμημάτων του πληθυσμού. Οι νέοι στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στην Αθήνα δεν συνομιλούν πια. Αντιπαρατίθενται.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πώς φθάσαμε εδώ;
Είναι η βία αυτή καθαυτή παθολογική ή είναι το τελευταίο καταφύγιο μιας κοινωνίας που δεν γνωρίζει — ή έχει ξεχάσει — πώς να μιλήσει αλλιώς; Στο Παρίσι όσο και στην Αθήνα φαίνεται πως έχει εκλείψει το ενδιάμεσο: εκείνο το κοινωνικό πεδίο όπου μπορεί να υπάρξει ειλικρινής, πολιτισμένος διάλογος. Αντ’ αυτού, πολλοί έχουν εθιστεί στο να εκφράζονται μόνο με σύμβολα: το κασκόλ της ομάδας, το πανό της παράταξης, το μπουκάλι της μολότοφ.
Και το πιο παράδοξο; Ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε χορτασμένες κοινωνίες, ή έστω κοινωνίες ανεπτυγμένες, που δεν «πεινάνε». Και κάπου εκεί παρατηρείς — ή νιώθεις — πως κάποιοι ξαναζούν, ή βιώνουν μέσω προσομοίωσης, τον Μάη του ’68 ή το δικό τους Πολυτεχνείο. Λίγο ως καρικατούρα και λίγο ως πραγματικότητα. Δεν ζητούν πια «ψωμί και ελευθερία» αλλά αναγνώριση, ταυτότητα, την αίσθηση πως υπάρχουν. Και όσο δεν βρίσκουν θεσμούς που να τους προσφέρουν όλα αυτά, τόσο περισσότερο καταφεύγουν στο θέαμα, στη βία, στη στιγμή.

Αν η βία περάσει στο στάδιο του «Δε Βαριέσαι», τότε είμαστε χαμένοι. (Φωτογραφία: Hasan Almasi/Unsplash)
Να μη συνηθίσουμε τη βία
Και κάθε φορά που ξεσπά ένα τέτοιο νέο κύμα — όχι αναγκαία ωστικό — ακολουθεί και μία ενοχλητική αδιαφορία. Κανείς δεν το θυμάται την επόμενη εβδομάδα. Ούτε οι υπουργοί, ούτε οι πρυτάνεις, ούτε οι ποδοσφαιρικοί ιθύνοντες. Άλλωστε, όλοι πάσχουμε από έλλειψη προσοχής. Επιστροφή στις εκλογές, στο αμφιθέατρο, στα ντέρμπι και στα τραπεζώματα.
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε την περαιτέρω αλλοίωση του πολιτισμού μας. Ούτε να τον αφήσουμε να χάσει τη σπονδυλική του στήλη. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν μπορεί να θυμίζουν φυλακές χαμηλής ασφαλείας και τα στάδια πεδία μάχης. Ούτε οι πόλεις μας στην Ευρώπη πρέπει να μάθουν να ζουν με τις φωτιές.
Το πιο ανησυχητικό; Όχι η βία καθαυτή. Αλλά ο κίνδυνος να τη συνηθίσουμε. Να την ενσωματώσουμε. Να την περάσουμε στο ντουλαπάκι του συλλογικού μας «δεν βαριέσαι». Μέχρι να ξανανοίξει. Μέχρι την επόμενη έκρηξη.




