Η «Αικατερίνη» της Ελλάδας έρχεται τη σωστή στιγμή

Η επιλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας είναι ο ορισμός του διπλού «ρούμπου». Οι συμβολισμοί, τα θετικά, τα αρνητικά και το εξασφαλισμένο κλίμα συναίνεσης.

 

Η επιλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου για Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει πολλούς -θετικούς- συμβολισμούς.

Υπάρχουν νεωτερισμοί στην ελληνική πολιτική σκηνή απόλυτα δικής μας «κοπής» που δείχνουν πόσο μακριά είμαστε από μια σύγχρονη εκδοχή του πολιτεύεσθαι. Υπάρχουν, όμως, και κάποιες σπάνιες στιγμές που, λες, κι όλο το σύστημα ορθώνεται πάνω από τη στενή γραμμή του και αντικρίζει τον ορίζοντα.

Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να προτείνει το βράδυ της Τετάρτης (15/1) για Πρόεδρο της Δημοκρατίας την Αικατερίνη Σακελλαροπούλου είναι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Τη στιγμή που διάφορες διαρροές ή ακριτομυθίες στα δημοσιογραφικά στέκια έκαναν λόγο τόσο καιρό για Παπαδήμο ή Βενιζέλο (πρόσωπα ήκιστα ευχάριστα στο σύνολο της κοινωνίας), ο πρωθυπουργός επέλεξε ένα πρόσωπο που φέρει πολλούς συμβολισμούς.

Γυναίκες αρχηγούς κομμάτων είχαμε ως τώρα. Για μια μικρή στιγμή αποκτήσαμε και υπηρεσιακή πρωθυπουργό (βλ. Κατερίνα Θάνου), ποτέ όμως δεν είχε διανοηθεί κόμμα ή πρωθυπουργός να προτείνει για το ύπατο αξίωμα μια γυναίκα. Εγένετο θαύμα.

Το γεγονός ότι η κ. Σακελλαροπούλου τοποθετήθηκε στην προεδρία του ΣτΕ επί εποχής ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πως ο Μητσοτάκης θέλει να «παίξει» ομαδικά.

Το θετικό της κ. Σακελαρροπούλου εξαντλείται, άραγε, μόνο στο γεγονός ότι είναι γυναίκα; Φτάνει το φύλο για να προσθέσει αξιοσύνη και εγκυρότητα σε ένα πρόσωπο; Σαφώς και όχι, ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως σε μια συντηρητική κοινωνία (άρα, και σε ένα αντίστοιχα -ανδροκρατούμενο- χώρο όπως είναι η πολιτική), όταν επιλέγεται μια γυναίκα για τέτοιο αξίωμα, αυτομάτως ο συμβολισμός δεν είναι ισχνός.

Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι γύρω από τη συγκεκριμένη επιλογή. Το γεγονός ότι η κ. Σακελλαροπούλου τοποθετήθηκε στην προεδρία του ΣτΕ επί εποχής ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ολοκάθαρα πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να «παίξει» ομαδικά κι όχι διχαστικά ή στενά κομματικά. Το ίδιο είχε πράξει, βέβαια, και ο Αλέξης Τσίπρας με την επιλογή Παυλόπουλου, αποδεικνύοντας πως τα μεγάλα κόμματα, τουλάχιστον στην περίπτωση του Προέδρου, είναι σε θέση να βλέπουν πέραν του στενού κομματικού συμφέροντος.

Άλλωστε, η συγκεκριμένη θέση μπορεί να μην φέρει πολλά προνόμια ή να μην έχει παρεμβατικότητα στα τρέχοντα πολιτικά πράγματα, όμως, παραμένει η συνισταμένη ενός κράτους. Ο άνθρωπος που φέρει το αξίωμα οφείλει να είναι ένα σύμβολο ενότητας και ομοψυχίας. Η κ. Σακελλαροπούλου μπορεί να επιτελέσει αυτόν τον σκοπό.

Βρίσκεται σε μια παραγωγική ηλικία (64 ετών κι όχι κοντά στο γήρας), έχει το εχέγγυο της σοβαρότητας και της καλής πολιτείας στο επάγγελμά της, είναι διαφανής καθώς δεν έχει να της προσάψει κανείς κάτι μεμπτό, είναι άριστη νομικός, γνωρίζει να κρατάει ισορροπίες (θα της χρειαστεί αυτό το τάλαντο) και, συνολικά, είναι μια fair επιλογή, η οποία θα προσθέσει και δεν θα αφαιρέσει στον δημόσιο βίο τα επόμενα χρόνια.

Το ζητούμενο του Κυριάκου Μητσοτάκη να εξασφαλιστεί η συναίνεση (έστω και σιωπηρή) έχει επιτελεστεί. Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, τούτο είναι άκρως σημαντικό. Κάτι που φάνηκε από την ευρεία πλειοψηφία των 261 ψήφων που έλαβε την Τετάρτη (22/1) στην πρώτη κιόλας ψηφοφορία.

Κανένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς στα Ελληνοτουρκικά.

Αν υπάρχει μια επιφύλαξη στην επιλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου είναι ότι δεν προέρχεται από τον στενά πολιτικό χώρο. Υπήρξαν σοβαροί αναλυτές όλο αυτό το διάστημα που σημείωναν πως επειδή τα ζητήματα που έχουμε να διαχειριστούμε το επόμενο διάστημα (Ελληνοτουρκικά, Μεταναστευτικό) είναι κρίσιμα και ουδείς γνωρίζει την κατάληξή τους, θα έπρεπε ανώτατος πολιτικός άρχων να είναι κάποιος που έχει εμπειρία και είναι γνωστός στο εξωτερικό.

Όντως, η κ. Σακελλαροπούλου ούτε εμπειρία στο πολιτικό παίγνιο διαθέτει, ούτε είναι ευρύτερα γνωστή εκτός των συνόρων (καλά-καλά ούτε εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν την ξέρουμε). Οι κινήσεις της, όμως, και ο τρόπος που θα αντιδράσει σε διάφορα ζητήματα θα είναι ικανά να της δώσουν πόντους και να καλύψουν το όποιο χάντικαπ.

Ούτως ή άλλως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμη κι αν Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ένα πρόσωπο που έχει γράψει χιλιόμετρα στην πολιτική και είναι εγνωσμένης αξίας στη Δύση, ουδεμία δυνατότητα θα είχε να αλλάξει τους συσχετισμούς στα Ελληνοτουρκικά. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από προφάσεις και πρόσωπα, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι διεθνές και πολύπλευρο και κανένας ΠτΔ δεν θα μπορούσε να το λύσει ή να βοηθήσει, έστω, στην επίλυσή του.

Κοντολογίς, με την επιλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης «καθαρίζει» ένα ακόμη εκκρεμές ζήτημα με ανώδυνο τρόπο για να ασχοληθεί με τα πραγματικά ζέοντα που χρειάζονται περισσότερο επίπονους χειρισμούς. Παρεμπιπτόντως, τώρα θα έχει την ευκαιρία να διορίσει νέο πρόεδρο του ΣτΕ που θα είναι δική του επιλογή (δευτερεύον, αλλά όχι αμελητέο) και να προχωρήσει σε τομές που τις χρειάζεται η ελληνική Δικαιοσύνη.

 

Διαβάστε ακόμα: Τι της λείπει της Αττικής; Πολυθρόνα Chesterfield.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top