Σικελία-Κορσική-Κρήτη: Εκεί που «ανταμώνουν» 3 διαφορετικές μαφίες

Το παλιό τραγούδι από τις Τρύπες έλεγε για Λονδίνο-Άμστερνταμ-Βερολίνο, το «τραγούδι» της «βεντέτας» στη Μεσόγειο λέει για Σικελία-Κορσική-Κρήτη.

Στη Μεσόγειο η εξουσία δεν είχε πάντα κέντρο, πρωτεύουσες και διοικητικές σφραγίδες. Πριν από το κράτος, πριν από τα δικαστήρια και τους θεσμούς, υπήρχε πρωτίστως η οικογένεια και η τοπική κοινότητα. Εκεί χτιζόταν η ασφάλεια, εκεί καθοριζόταν το δίκαιο, εκεί οριζόταν η τιμή.

Αυτός είναι ο λόγος που η Σικελία, η Κορσική και η Κρήτη γνώρισαν και σε ορισμένο βαθμό ακόμη συνεχίζουν να βιώνουν μορφές βίας που ομοιάζουν με νόμο: όχι επειδή οι άνθρωποι σ’ αυτές τις γωνιές της Μεσογείου ήταν «άγριοι», αλλά επειδή το κράτος ήταν μακριά. Όταν ο νόμος δεν έφθανε στο χωριό, το χωριό έπρεπε να φτιάξει το δικό του νόμο.

Στη Σικελία του 19ου αιώνα, πριν από το Risorgimento και την ενοποίηση, οι μεγαλογαιοκτήμονες ζούσαν στις πόλεις και στα εξοχικά τους παλάτια ενώ οι σοδειές, τα ζώα και οι εργάτες έμεναν στην ύπαιθρο. Εκεί χρειαζόταν κάποιος να κρατά την τάξη. Οι άνθρωποι που ανέλαβαν αυτόν τον ρόλο ήταν οι λεγόμενοι campieri, δηλαδή οι ένοπλοι φύλακες που ήταν συνδεδεμένοι με τοπικά δίκτυα και απολάμβαναν επιρροή. Η «προστασία» που αρχικά πρόσφεραν ήταν ακόμη τότε υπηρεσία. Πολύ σύντομα, εν τούτοις, εδραιώθηκε σε μία μορφή sui generis εξουσία.

Η μαφία δεν εμφανίστηκε στην αρχή ως εγκληματική οργάνωση αλλά ως ένα σύστημα (δια)μεσολάβησης: ανάμεσα στο δυνατό και τον αδύναμο, τον γαιοκτήμονα και τον εργάτη, το δικαστή και τον κατηγορούμενο. Έκανε, επί της ουσίας, αυτό που το κράτος δεν μπορούσε: έλυνε τις διαφορές γρήγορα, αποτελεσματικά, με τρόπο που όλοι καταλάβαιναν.

Στην Κορσική, μνημειώδης είναι η σύγκρουση των οικογενειών Colonna και Carbuccia, που κράτησε σχεδόν έναν αιώνα και άφησε πίσω της πάνω από εβδομήντα νεκρούς.

Η στιγμή που διαμόρφωσε οριστικά τη δομή της ήταν το 1943. Με την αμερικανική απόβαση στη Σικελία, οι στρατιωτικές αρχές συνεργάστηκαν με τον φυλακισμένο Lucky Luciano για να αποκτήσουν τοπικές επαφές και υποστήριξη. Έτσι, απελευθερώθηκαν μαφιόζοι, το δίκτυο ξαναστήθηκε, η μαφία επανήλθε στο δημόσιο χώρο με κάποια περίεργη νομιμοποιητική ιστορική αφήγηση: «Εμείς κρατήσαμε την τάξη, όταν ήρθαν οι ξένοι».

Έτσι η βία έγινε οικονομία, η προστασία εμπόρευμα και η σιωπή…τρόπος ζωής.

Λίγο βορειότερα, στην Κορσική, η βία είχε ανέκαθεν άλλο χαρακτήρα. Δεν ήταν τόσο πολύ ένα οργανωμένο δίκτυο αλλά ένας ηθικός κύκλος. Η vendetta (εκδίκηση) δεν ήταν κάποια επιλογή αλλά είδος υποχρέωσης. Αν μία οικογένεια, για παράδειγμα, προσβαλλόταν, η ανταπόδοση ήταν ο μόνος τρόπος να παραμείνει η τιμή και η επιρροή της όρθια.

Οι γαλλικές διοικητικές αναφορές του 19ου αιώνα είναι αποκαλυπτικές: σε ορεινά χωριά, οι φόνοι σε μία χρονιά μπορούσαν να φθάσουν το μισό των γάμων! Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η σύγκρουση των οικογενειών Colonna και Carbuccia, που κράτησε σχεδόν έναν αιώνα και άφησε πίσω της πάνω από εβδομήντα νεκρούς, ακόμη και όταν κανείς πια δεν μπορούσε να ανακαλέσει την αρχική προσβολή.

Εδώ, λοιπόν, η βία δεν στόχευε στον έλεγχο τόσο πολύ αλλά στην αποκατάσταση μίας υποτιθέμενες ηθικής ισορροπίας.

Και στα ημέτερα; Στην Κρήτη η βία δεν απέκτησε ποτέ τη δομή της σικελικής μαφίας, ούτε την τελετουργική αυστηρότητα της κορσικανής εκδίκησης. Όμως η τιμή είχε το δικό της βάρος και αυτό το βάρος συχνά καθόριζε τις πράξεις των Κρητικών, ειδικά σε απομακρυσμένες περιοχές του νησιού.

Η κρητική βία δεν συνιστά ένα κοινωνική σύστημα αλλά μία εσωτερική σχέση με τον χρόνο: αν δεν αποκατασταθεί η τιμή, το παρελθόν δεν τελειώνει.

Στην Κρήτη η βία είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την τιμή

Στα αρχεία του Γεωργίου Ψυλλάκη, στις αρχές του 20ου αιώνα, καταγράφονται χωριά στα Σφακιά των οποίων οι κάτοικοι δεν αντάλλαξαν κουβέντες για δεκαετίες, επειδή κάποτε, κάποιος, κάπου, κάπως είχε σκοτωθεί. Ο ίδιος ο λόγος της σύγκρουσης είχε ξεχαστεί και το μόνο που έμενε ήταν η υποχρέωση της ηθικής μνήμης.

Ιδωμένη έτσι η κρητική βία δεν συνιστά ένα κοινωνικό σύστημα αλλά μία εσωτερική σχέση με τον χρόνο: αν δεν αποκατασταθεί η τιμή, το παρελθόν δεν τελειώνει.

Οι ιστορίες αυτές δεν είναι αθώο φολκλόρ, ούτε εξωτικοποιημένες αψιμαχίες ορεινών. Αποτελούν απεναντίας σημάδι ενός κόσμου, όπου η αξιοπρέπεια μετριόταν με το βλέμμα των άλλων.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι εξωτισμός ούτε «παράδοση» για τουριστικό φυλλάδιο. Είναι, φυσικά, παράνομες πρακτικές που καταστρέφουν ζωές και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Η μαφία διαβρώνει την οικονομία με εκβιασμούς και ξέπλυμα, αγοράζει εξουσία, σκοτώνει όσους αντιστέκονται. Η βεντέτα σκορπίζει πένθος σε οικογένειες, εγκλωβίζει γυναίκες και παιδιά σε κύκλους φόβου, διαλύει την εμπιστοσύνη, αδειάζει τα σχολεία και τα χωριά, επιβάλλει σιωπή αντί για δικαιοσύνη. Δεν είναι «ρομαντισμός» ούτε «κώδικας τιμής». Ο μόνος πολιτισμένος δρόμος είναι η ενίσχυση των θεσμών, η προστασία των μαρτύρων, η εκπαίδευση, η επιμονή στη διαφάνεια και το κράτος δικαίου.

Τα συστήματα τιμής και εκδίκησης δεν γεννήθηκαν μονάχα από επιθετικότητα αλλά από την ανάγκη να λες πως «ανήκεις κάπου» και τούτο να είναι γνωστό σ’ όλους.

Κοινό στοιχείο η απουσία ισχυρής κρατικής εξουσίας

Η λογοτεχνία είχε αυτό που οι κοινωνίες προτίμησαν να μην εξωτερικεύσουν ποτέ. Σε κάθε έναν απ’ αυτούς τους τόπους, λογοτέχνες λειτούργησαν ως καταγραφείς. Ο Leonardo Sciascia ανέδειξε τη σικελική ομερτά ως πολιτικά γεγονός: όλοι γνωρίζουν, κανείς όμως δεν μιλάει. Ο αριστοκράτης di Lampedusa στον Γατόπαρδο είδε την κοινωνική μετάβαση που άφησε χώρο στη μαφία να αναδειχθεί στα χρόνια μετά από την πτώση των Βουρβώνων της Σικελίας. Στην Κορσική οι παραδοσιακές μπαλάντες τραγουδούν τη βεντέτα ως τραγωδία χωρίς κάθαρση και στην Κρήτη, ο Καζαντζάκης περιγράφει την τιμή όχι ως επίδειξη δύναμης αλλά ως αγωνία να μη μικρύνεις απέναντι στους άλλους. Και κάπως έτσι, η τέχνη δεν προσπαθεί να εξηγήσει αλλά να κρατήσει τη μνήμη στο φως.

Και σήμερα; Στη Σικελία η μαφία είναι, δυστυχώς, ακόμη παίκτης στην τοπική οικονομία. Στην Κορσική η βεντέτα έχει σχεδόν μεν εξαφανιστεί αλλά η σιωπή παραμένει ως τρόπος κοινωνικής προφύλαξης. Και στην Κρήτη, η τιμή δεν μετουσιώνεται πια σε πράξη όπως παλιά, αλλά επιβιώνει ως τρόπος σκέψης, ως άτυπη μορφή ηθικής, που ορισμένες φορές οδηγεί σε τραγωδίες όπως η πρόσφατη στα Βορίζια.

Τελικά το πιο εντυπωσιακό στην όλη υπόθεση ίσως είναι το γεγονός πως αυτές οι λογικές δεν επιβιώνουν επειδή επικρατεί η βία αλλά επειδή σε ορισμένα μυαλά ακόμη επικρατεί η ανάγκη του νοήματος.

Σε κοινωνίες όπου η κρατική εξουσία υπήρξε για αιώνες απόμακρη ή απρόσωπη, οι άνθρωποι χρειάστηκαν κάτι άλλο για να σταθούν. Τα συστήματα τιμής και εκδίκησης δεν γεννήθηκαν μονάχα από επιθετικότητα αλλά από την ανάγκη να λες πως «ανήκεις κάπου» και τούτο να είναι γνωστό σ’ όλους. Με άλλα λόγια, όταν το κράτος δεν είναι παρόν, τότε η μνήμη παίρνει τη θέση του νόμου με τραγικές επιπτώσεις.

Και έτσι, γωνιές της Μεσογείου υπήρξαν για αιώνες μέρη όπου η μνήμη ήταν ισχυρότερη από κάθε επίσημη αρχή.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top