
Κρουαζιέρα για τον Έλληνα δε σημαίνει πάντα απόλαυση των υδάτων. Σημαίνει συχνά και ρύπανση, σημαίνει αδιαφορία, σημαίνει «μου ανήκουν όλα, κάνω ό,τι γουστάρω». (Φωτ. Jacob Owens/Unsplash)
Δε θα σταματήσει ποτέ να με εκπλήσσει αρνητικά ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να διασκεδάζουμε το καλοκαίρι. Για κάποιο λόγο, εδώ στην Ελλάδα έχουμε πειστεί ότι το καλοκαίρι καταργούνται όλοι οι κανόνες και μπορούμε να ασχημονούμε προς το φυσικό περιβάλλον χωρίς ενοχές, να αδιαφορούμε για την κοινωνία, να θεωρούμε πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από εμάς, να έχουμε αυτό που λένε οι νεολαίοι σήμερα, main character energy. Σα να γράφτηκε για μας το εργάκι της ζωής. Είχα γράψει πέρσι εδώ για τον Νεοέλληνα στην παραλία. Τώρα, στο μικροσκόπιο είναι ο Έλληνας του σκάφους, της κρουαζιέρας.
Αφορμή για αυτή την κουβέντα που ανοίγω, είναι, επομένως, το ζήτημα της κρουαζιέρας στην Ελλάδα. Όχι τόσο των μεγάλων κρουαζιερόπλοιων, αλλά των μίνι κρουαζιέρων με τα ιδιωτικά γιοτ. Εστιάζω σε αυτά, διότι δεν έχω κάνει κρουαζιέρα με μεγάλο κρουαζιερόπλοιο και δεν ξέρω πώς λειτουργούν εκεί τα πράγματα. Εικάζω ότι δε θα είναι και πολύ διαφορετικά, ίσως είναι και χειρότερα λόγω του παραπάνω κόσμου.
Δεν είχε τύχει να βρεθώ σε μικρές κρουαζιέρες, βρέθηκα σε μία κρουαζιέρα χάρη σε έναν φίλο πριν καιρό, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε dj party on boat. Και κάθισα πάλι να παρατηρήσω το πώς επιλέγει ο κόσμος να διαχειριστεί αυτή τη συνθήκη. Ένα σκάφος αραγμένο στα ανοιχτά, με κάμποσα άλλα σκάφη γύρω του, σε ένα οικοσύστημα που σαφώς και ταράζεται πολύ από την ηχορύπανση, πώς, λοιπόν, οι παρευρισκόμενοι αντιμετωπίζουν τη συνθήκη; Έχουν κάποια αντίληψη της κατάστασης; Έχουν ενσυναίσθηση; Τι είδα; Είδα ένα μεγάλο μέρος του κόσμου πάνω σε αυτό το σκάφος να αδιαφορεί για τα πάντα. Να νοιάζεται μόνο για να πιει, να χορέψει, να καπνίσει, να φορτώσει τον ίδιο του τον εαυτό πάνω στους άλλους, σα να είναι όλα διαμορφωμένα για τον ίδιο. Είδα το μεγαλείο της κατανάλωσης.
Είδα ανθρώπους με τεράστια άνεση να ρίχνουν τη στάχτη του τσιγάρου τους στη θάλασσα, ενώ το σκάφος είχε τασάκια σε κάθε σημείο. Δε σκέφτηκαν ούτε στο ελάχιστο ότι αυτή η στάχτη μπορεί και να γυρίσει στο στόμα τους αν πάνε να κολυμπήσουν μια μέρα. Δε σκέφτηκαν ότι μπορεί κάποιος να τη ρουφήξει και να πάθει τίποτα. Όχι. Και δεν έμειναν μόνο στη στάχτη. Έριξαν και το τσιγάρο τους μέσα στη θάλασσα. Εξέγερση. Επανάσταση. Ελευθερία. Αυτό φαντάζονται ότι είναι εκείνοι τη στιγμή. Βασιλιάδες της Αντίδρασης, μάγκες.
Τύποι που κάνει μπαμ ότι πιστεύουν πως επειδή έχουν 5 φράγκα στην τσέπη τους, πρέπει όλοι να τους υποκλίνονται, δείχνουν τέτοια αδιαφορία και ασέβεια προς το φυσικό περιβάλλον της ίδιας τους της χώρας.

Πόσο αστείο είναι που επιτιθέμεθα στους ξένους τουρίστες για το πώς συμπεριφέρονται στον τόπο μας, όταν εμείς πρώτοι έχουμε φερθεί με ασέβεια σε αυτόν τον τόπο; (Φωτ. Omar Eagle/Unsplash)
Ο Έλληνας στην κρουαζιέρα ξέρει μόνο να ρυπαίνει;
Μετά, όλοι εμείς, έχουμε την απαίτηση να έρχονται εδώ οι τουρίστες και να σέβονται τον τόπο μας, να μη συμβαίνουν όσα συμβαίνουν στο Φαληράκι, στον Λαγανά και οπουδήποτε αλλού. Εμείς που έχουμε μάθει να κοιτάμε πρώτα το χρήμα και την καλοπέραση, που πουλάμε τις σκαφάτες διακοπές ως εικόνα του ελληνικού τουρισμού και έχουν τιγκάρει οι θάλασσες μας ιδιόκτητα σκάφη που μολύνουν το θαλάσσιο οικοσύστημα και διαταράζουν τη ζωή σε αυτά, θέλουμε να έρθει εδώ ο Βρετανός και να μη μας αφήσει μαζί με τα λεφτά του και τον οχετό του, αλλά να είναι τύπος και υπογραμμός.
Πάνω σε αυτό το σκάφος που ήμουν χθες, υπήρχαν και άνθρωποι από άλλους τόπους. Και έβλεπαν τους ντόπιους να ρυπαίνουν χωρίς ενδοιασμό και ίχνος τύψεων τη θάλασσα. Τι περιμένουμε να κάνουν; Να συμπεριφερθούν κόσμια, όπως στις χώρες τους ή να μας μιμηθούν; Πολλοί άλλωστε ήρθαν εδώ γιατί ξέρουν ότι υπάρχει ατιμωρησία, ότι δεν υπάρχει έλεγχος από τις αρχές, αφού δεν είναι και εφικτό να ακολουθεί το λιμενικό κάθε σκάφος που βγαίνει στα ανοιχτά.
Σε τέτοιες περιστάσεις κατανοώ όλους εκείνους τους εθνικούς ευεργέτες, όλους όσοι μετά την Επανάσταση του ’21, έστελναν εμβάσματα στην Ελλάδα και βοήθησαν να χτιστούν σχολεία, νοσοκομεία κλπ., αλλά δεν ήθελαν με τίποτα να έρθουν σε αυτόν τον τόπο, για να μη δουν τα αρπακτικά να ξεσκίζονται για να «φάνε» κάποια από τα λεφτά τους ή να τσακώνονται για την εξουσία και το ποιος θα πάρει τα εύσημα που χτίστηκε το δείνα νοσοκομείο.
Απογοήτευση. Αυτό προκαλείται σε όποιον έχει ίχνος ενσυναίσθησης, όταν βλέπει πώς επιλέγει ο νεοέλληνας να διασκεδάσει εις βάρος της φύσης. Γιατί; Διότι ο νεοέλληνας δεν αγαπάει γνησίως τον τόπο του, όσο κι αν το περηφανεύεται. Αγαπάει την ιδιοκτησία του. Έτσι βλέπει την χώρα του, σαν οικόπεδο του.




