Ο θεσμικός σνομπισμός και το «σιγκαρίλο» του υπουργού

To σιγκαρίλο(sic) που άναψε ο Νίκος Ξυδάκης μέσα στο ΕΜΣΤ δεν ήταν παρά η αφορμή να θυμηθούμε ότι η πολιτική και κοινωνική ζωή της Μεταπολίτευσης παραμένει ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε παρέες από σνομπ.

 
cover-piliouras-xydakis

Το 1848, ο Ουίλιαμ Μ. Θάκερι έγραψε το «Βιβλίο των Σνομπ» . Το 2015, ο Νίκος Ξυδάκης άναψε ένα cigarillo στο ΕΜΣΤ.

Πάντα μου άρεσαν οι παραδοσιακοί σνομπ: ήταν αυτοί οι τύποι που έτρωγαν τα μπιζέλια τους, κόβοντάς τα στα δύο με το μαχαίρι. Έτσι, τουλάχιστον, μας τους σύστησε ο Ουίλιαμ Μ. Θάκερι μέσα από μια σειρά σπαρταριστά κείμενα για το ανεπανάληπτο περιοδικό «Punch» στη βικτωριανή Αγγλία του 19ου αι. Υπέγραφε, μάλιστα, ως «ένας εξ αυτών», για να εντείνει το σαρκαστικό πνεύμα και τη σύγχυση σε όσους δεν ήταν αρκετά εξοικειωμένοι με την αρχετυπική φλεγματική γραφή.

Ο ίδιος βέβαια, υπήρξε συντάκτης του «The Snob», του φοιτητικού περιοδικού που κυκλοφορούσε στο Κέιμπριτζ στα τέλη του 1820 και προοικονομούσε την επικράτηση των αστών χωρίς αριστοκρατορική καταγωγή, στο περιβάλλον μιας αρτηριοσκληρωτικής κοινωνικής οργάνωσης. Από εκείνη την εποχή έως το 1848, οπότε και εκδόθηκε το «Βιβλίο των Σνομπ» (η συλλογή, δηλαδή, αυτών των τόσο δημοφιλών άρθρων του), οι σνομπ και οι ευγενείς είχαν πια συνάψει τη σιωπηρή συμφωνία συγκατοίκησης στο στενό «δωμάτιο» της άρχουσας κοινωνικής τάξης.

Οι πρώτοι σνομπ που βρέθηκαν να αγορεύουν στη Βουλή των Κοινοτήτων δεν εξήγγειλαν ποτέ καμία σαρωτική κοινωνική μεταρρύθμιση, αλλά η αλήθεια είναι ότι ούτε εμπόδισαν τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και των θεσμών. Οι σνομπ δεν υπήρξαν ποτέ οραματιστές ούτε καθοδηγήθηκαν ποτέ από μια εσωτερική ανάγκη για συλλογική δράση και, έτσι, οι επίγονοί τους (όχι μόνο στο Νησί) έπρεπε να αποφασίσουν αν θα παρέμεναν οι καταγέλαστες μορφές των κοσμικών soirées ή θα αξιοποιούσαν την ενστικτώδη περιφρόνησή τους για το προσχεδιασμένο κοινωνικό πεπρωμένο, ώστε να συμβάλουν στην πρόοδο των πολλών. Θα έπρεπε, με λίγα λόγια, να πάψουν να παίρνουν τον εαυτό τους πάρα πολύ σοβαρά και να αυτοακυρωθούν ως σνομπ.

Ο Νίκος Ξυδάκης δεν είναι ένας από αυτούς. Η ιδέα του να ανάψει ένα «σιγκαρίλο» εντός του κλειστού χώρου του υπό κατασκευή Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης δεν είχε τα χαρακτηριστικά της περιφρόνησης προς τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους άλλους. Η ειλικρινής συγγνώμη του για το περιστατικό (μιας και ενεργοποιήθηκε άμεσα το σύστημα πυρόσβεσης του Μουσείου) μάλλον κατέδειξε την ανάγκη να αποποιηθεί μία εκδοχή σνομπισμού που ίσως κάποιοι βιάζονταν να του προσάψουν. Ωστόσο, η παρατήρηση ότι δεν επρόκειτο για «μικρό πούρο» όπως του καταλογιζόταν από το εχθρικό ρεπορτάζ της εφημερίδας που ανέδειξε το θέμα, αλλά για ένα «σιγκαρίλο», αποδεικνύει ότι ο νεοελληνικός, θεσμικός σνομπισμός παραμένει ακατανίκητος ακόμα και στις πιο εκλεπτυσμένες εκφάνσεις του.

H κριτική στον πιο σνομπ πολιτικό των τελευταίων δεκαετιών, τον Γιάνη Βαρουφάκη θυμίζει κάποιον Άγγλο μπλαζέ δανδή που δοκιμάζει να φάει ένα μπιζέλι με μαχαιροπίρουνο.

Από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος φωτογραφιζόταν ως γκόλφερ, ενώ το γκολφ παραμένει ένα άγνωστο σπορ μέχρι σήμερα, ως την Πρώτη Σερρών και τον Ανδρέα Παπανδρέου που σνόμπαρε ανοιχτά τους ποιητές και τους καλλιτέχνες της εποχής του, για χάρη της Ρίτας Σακελλαρίου, η πολιτική και κοινωνική ζωή της Μεταπολίτευσης παραμένει αταλάντευτα ένα ευρύτατο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε παρέες από σνομπ.

Ακόμα κι αν δεν έχεις την παραμικρή ανάγκη να παραστήσεις τον σνομπ, είσαι αναγκασμένος να προσχωρήσεις στα ήθη αυτού του θεσμοποιημένου σνομπισμού, μόνο και μόνο για να καταδείξεις τον σνομπισμό των αντιπάλων σου. Ένας υπουργός οφείλει να είναι σνομπ, προκειμένου να ενεργοποιήσει τον (σνομπίστικο) λαϊκισμό των αντιπολιτευομένων και, αν έχει επιφυλάξεις, οφείλει να προσφέρει έστω και μια λαβή (δεν ήταν μικρό πούρο, ήταν σιγκαρίλο) ώστε να αναλάβουν δράση τα φιλικά μέσα ενημέρωσης που θα γελοιοποιήσουν τα εχθρικά δημοσιεύματα.

Η ιστορία του νεοελληνικού σνομπισμού θα είχε πλάκα και θα πρόσφερε ατελείωτες χαριτωμένες στιγμές (σνομπίστικης) αποδόμησης για όλους εμάς, αν δεν βρισκόμασταν στην πραγματικότητα, στο μέσον μιας πρωτόγνωρης υπαρξιακής κρίσης ως χώρα και ως κοινωνία. Με αυτήν την έννοια, η κριτική για παράδειγμα στον πιο σνομπ πολιτικό των τελευταίων δεκαετιών, τον Γιάνη Βαρουφάκη, τις περισσότερες φορές απέχει πολύ από την ουσιαστική παράθεση επιχειρημάτων και η αρθρογραφία εναντίον του θυμίζει κάποιον Άγγλο μπλαζέ δανδή που δοκιμάζει να φάει ένα μπιζέλι με μαχαιροπίρουνο.

Η αντίθεση σε μια τέτοια κριτική δεν θα πρέπει να ξαφνιάσει κανέναν, αν καταλήξει να είναι ο τεμαχισμός του μπιζελιού στα τέσσερα και η απεραντολογία των μονολόγων, η αυτοαναφορικότητα και η περιφρόνηση της διαφορετικής γνώμης φτάσει να είναι ένας φαύλος κύκλος παρακμής, μέσα στον οποίο όμως, όλοι θα νιώθουμε μαζοχιστικά ικανοποιημένοι.

Αντιγράφω από «Το Βιβλίο των Σνομπ» (εκδ. Ολκός) ένα απόσπασμα από τη σάτιρα του Θάκερι στους σνομπ των πανεπιστημίων, μια αναπάντεχη αναλογία με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα: «Τριάντα λεβέντες γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο απαίσια ζαχαρωτά, να πίνουν απαίσια κρασιά, να διηγούνται απαίσιες ιστορίες και να τραγουδούν απαίσια τραγούδια ξανά και ξανά. Ποντς –τσιγάρα – φοβερός πονοκέφαλος – η τρομακτική θέα του τραπεζιού το άλλο πρωί κι η βρόμα από την καπνίλα […] Υπήρχαν και νεαροί οι οποίοι απεχθάνονταν τους λεβέντες που παραδίνονταν σε τέτοιες άξεστες απολαύσεις κρασοκατανύξεων και υπερηφανεύονταν ότι διοργανώνουν γαλλικού τύπου recherché δείπνα σε στενό κύκλο. Και οι κρασοκατανύκτες και οι γαλλοδειπνούντες ήταν σνομπ».

 

Διαβάστε ακόμα: Η υψηλή τέχνη του χέζειν και η παρακμή της με την άνοδο της αστικής τάξης.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close