
“Σαν πας στον πηγαιμό με τη Hellenic Train…” (φωτογραφία: Sooc).
H παρούσα στήλη είναι συνήθως σατιρική αλλά σε αυτό το άρθρο θα σας γράψω τα πράγματα όπως ακριβώς τα έζησα. Λίγο αστεία, λίγο μίζερα, λίγο ελληνικά. Δεν θέλω να κάνω πλάκα με το τρένο. Απλά πήρα το τρένο και σας μεταφέρω την εμπειρία μου.
Το ‘φερε η τύχη Φλεβάρη του ’25 να πάρω Χελλένικ Τρέιν, μετά από 28 χρονια που δεν είχε προκύψει ανάγκη. Και όπως οι περισσότεροι στη θέση μου ομολογώ πως είχα second, third και fourth thoughts. Τελικά όλα πήγαν ΟΚ, θα το ξέρατε άλλωστε αν δεν πήγαιναν. Εν τω μεταξύ δεν ήταν να πάρω τρένο, δηλαδή έπρεπε να επιστρέψω από τα Τρίκαλα την περασμένη Κυριακή, ωστόσο ο σωφέρ μου και ο πιλότος μου ήταν σε άδεια, οπότε έπρεπε να βρω έναν άλλο τρόπο μεταφοράς.
Το Σάββατο το βράδυ έφαγα μια εξαιρετική μοσχαροκεφαλή σε ένα χωριό πέριξ των Τρικάλων και το λέω γιατί ήταν κομμάτι του ταξιδιού και ήταν κάτι που δεν είχα ξαναφάει, και εντυπωσιάστηκα με την καλή έννοια, (Vegan, Pescatarians, Flexitarians, Frutarians, Raw Vegan φίλοι μου συγχωρέστε με), και ούτε μου έπεσε βαρύ παρότι συνοδεύτηκε απο τηγανιτές πατάτες, τυροκαυτερή και μπύρα. Να σημειώσω εδώ, ότι η μοσχαροκεφαλή δεν είναι ένα κεφάλι που στο φέρνουν σε ένα πιάτο, είναι πολλών υφών μπουκίτσες που υπάρχουν εκεί γύρω και στις φέρνουν σε ένα μωσαϊκό. Και το γράφω αυτό διότι ήταν κάτι άγνωστο για μένα, το οποίο τελικά είχε surprisingly καλή εκβαση, και κοιμήθηκα τέλεια.
Κλείνει η ωραία παρένθεση του Σαββατόβραδου, και επιστρέφω στο κυρίως θέμα. Οι επιλογές μου ήταν οι εξής:
– Ταξί, που το απέρριψα, διότι καίτοι βαθύπλουτη, ζω ανάμεσά σας και δεν διατρανώνω τον πλούτο μου.
– ΚΤΕΛ.
– Last resort: τρένο.
Μπήκα να δω αν έχει εισιτήρια, είχε λίγα το ΚΤΕΛ, λογικό για Κυριακή μεσημέρι. Για το τρένο δεν αγχώθηκα να δω αν έχει εισιτήρια, το 2025 στα ελληνικά τρένα έχει πάντα εισιτήρια.
Μπαίνω λοιπόν να δω δρομολόγια τρένων, στο σχετικώς λειτουργικό σάιτ της Χελλένικ. Βεβαίως κυρία μου, έχουμε θέσεις για Αθήνα. Απλώς θα κάνετε μια μικρομετακίνηση απο τα Τρίκαλα εως τον Παλαιοφάρσαλο με λεωφορείο (θα ειναι τρένο αλλά δε θα είναι), της τάξεως της μιάμιση ωρίτσας, και απο εκεί, ντουγρού για Αθήνα, με τρένο, τρεις ωρίτσες σκάρτες.
Ε όχι, δεν θα κάνω ολο αυτό, θα πάρω ΚΤΕΛ: Ξαναμπαίνω στο υπερηχητικό σαιτ των ΚΤΕΛ, και είχαν μείνει τρια εισιτήρια γαλαρία, (πεντάδα τα λέγαμε παλιά), το μεσαίο και τα 2 εκατέρωθεν αυτού. Δε σφάξανε, να πάω, να είμαι στριμωγμένη, να μην μπορώ να στηρίξω πόδια στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος, να φρενάρει απότομα ο οδηγός, να βρεθώ μπροστά ξεναγός με το μικρόφωνο, να κάνουμε και υποχρεωτική στάση για τσισάκια και τσιπσάκια, και μετά να φάμε κίνηση στον Κηφισό, και μετά να φτάσω στο υπερσύγχρονο κέντρο διαλογής πελατών των ταξιτζήδων, το ΚΤΕΛ Κηφισού.
Άλλαξα γνώμη, ρίχνω τα μούτρα μου, πίσω στην Χελλένικ.
Θα πάρω Β’ θεση, στα πίσω βαγόνια είπα, δεν είμαι και χθεσινή. Ωραία ιδέα, επιλέγω θέση στο 8ο βαγόνι, το προτελευταίο στο πλάνο των θέσεων. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν το 8ο βαγόνι είναι προτελευταίο και όπως μπαίνουμε και όπως βγαίνουμε. Δηλαδή, αν μπαίνοντας στη Αθήνα το 8ο είναι πίσω και μετά πάλι βγαίνοντας, το ιδιο; Πήρα και τηλέφωνο και ρώτησα, είναι το 8ο βαγόνι προτελευταίο απο Θεσσαλονίκη προς Αθήνα; Και η κυρία μου είπε ναι, μάλλον ναι. Οπότε εγώ κράτησα το ναι και πέταξα το μάλλον. Άρα, το τρένο όταν φτάνει στην Θεσσαλονίκη κάνει μια μανούβρα λίγο μπρος – λίγο πισω, ή με ένα αποφασιστικό tête-a-queue γυρνάει πάλι με τη μούρη προς τα κάτω. Ή, αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε το νο8 που γράφει απέξω το βαγόνι, είναι μια interactive ηλεκτρονική πινακίδα η οποία αλλάζει νούμερο ανάλογα με την κατεύθυνση του τρένου, και στην επιστροφή αλλάζει και γίνεται νο2.
Τίποτα απ’ τα δύο δεν συνέβαινε. Το 8 ηταν κλασική πλαστική πινακίδα, και στο γυρισμό το 8ο βαγονι ήταν δεύτερο. Σαν δεύτερη σειρά Ηρωδειο, εκεί που κάθονται οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων.
Στον σταθμό του Παλαιοφάρσαλου φτάσαμε στην ώρα μας ο οδηγός του λεωφορείου που θα ήθελε να είναι τρένο ηταν ευγενέστατος, στον σταθμό μπήκαμε με όπισθεν, όχι επειδή φταίει ο οδηγός, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντικειμενικά, για κάποιο όχημα μεγέθους λεωφορείου.
Ο σταθμός Παλαιοφάρσαλο ήταν πολύ εντάξει με τον εαυτό του, δηλαδή ήταν πολύ παλιός. Φανταστείτε δηλαδη, πως όταν το τρένο μας, το INTERCITY μπήκε στον σταθμό, ήταν σαν να προσγειώθηκε ιπτάμενο γιαπωνέζικο υπερτρένο. Η μια πόρτα εισόδου ήταν στα νιάτα της συρόμενη, τώρα μια φωτεινή (απο τον ήλιο) χειροεπιγραφή έλεγε ότι ανοίγει με τα χέρια. Για την άλλη δεν θυμάμαι. Μόλις είδα οτι υπάρχει πρώην αυτόματη πόρτα με επιγραφή, έτρεξα να μπω από αυτήν για την Εμπειρία, όπως τα παιδάκια που μαλώνουν ποιο θα πατήσει το κουμπί του ασανσέρ. Το κυλικείο είχε 15 καπνιστές που έβλεπαν ειδήσεις στην τηλεόραση, αρκετές αμίτες, κάμποσα χάλια συσκευασμένα κρουασάν και 3 σάντουιτς. Και θαλπωρή.
Οι πινακίδες που σε ενημερώνουν για το επόμενο τρένο, για την αποβάθρα στην οποία πρέπει να περιμένεις, τα ωράρια κλπ, δούλευαν ρολόι στους Ολυμπιακούς αγωνες του 2004.
Η κοπέλα στο ταμείο μάλλον ήταν νήπιο το 2004, ευγενέστατη και πρόθυμη. Απλώς δεν ήξερε αν θα έχει καθυστέρηση το τρένο που περιμέναμε. Δεν ηξερε ρε παιδί μου, ποιος είναι, το τσατ τζηπιτί;
Και αφού περιηγήθηκα κανά τέταρτο στο σταθμό του ΔΕΝ (δεν έχει φαγητο, δεν δουλεύουν οι πόρτες, δεν ξέρουμε αν θα έχει καθυστέρηση, δεν δουλεύουν οι ηλεκτρονικές πινακίδες), ήρθε η τρενάρα, μπήκα στο 2ο βαγονι που ήταν φυσικα το νο8, όπου διαπίστωσα ότι ηταν αρκετά γεμάτο για Χελλένικ, δηλαδή και άλλοι επιβατες ήταν το ίδιο unaghi με εμενα. Κάθισα (με πλάτη στο καλάθι, αφού όλο το τρένο ηταν ανάποδα) και ξεκινήσαμε.
Το εισιτήριο δεν μου το τσέκαρε κάποιος μάλλον επειδή ήμουν στο 8ο βαγόνι και καθόμουν ανάποδα με λυπήθηκαν. Θα μπορούσα να έχω ταξιδέψει και τζάμπα τελικά. Οι ελεγκταί κομψότατοι, έψαχναν για νέους επιβάτες σε κάθε σταθμό για να τους ελέγξουν το εισιτήριο. Εν τω μεταξύ σε 3 διαφορετικούς σταθμούς μπήκαν στο βαγόνι 3 διαφορετικοι ελεγκταί, οπότε μάλλον υπάρχει κάποιος μνημονικός κανόνας ή κάποιο share cloud στο κεφάλι τους, με βάση το οποίο θυμούνται όλοι τους, ποιοι καθόντουσαν ήδη και ποιοι μπήκαν τώρα στο κάθε βαγόνι.
Εγώ, που δεν με έλεγξαν, λογικά δεν μπήκα σε κανέναν ενδιάμεσο σταθμό, υπήρχα απλώς. Και να σκεφτείς ότι έκανα κίνηση να ανοίξω την οθόνη του κινητού για να δείξω το qr code. Όχι μωρή, δε θα σε ελέγξουμε, είσαι αρκετά σπασικλάκι για να έχεις μπει τζάμπα, ψάχνουμε για μοχθηρούς λαθρεπιβάτες που θα μας κοιτάζουν ύποπτα. Βέβαια μπορεί να σε ελέγχουν στο έβγα, όπως στους σταθμούς του μετρό που αν δεν έχεις εισιτήριο δεν βγαίνεις, και μένεις για πάντα στο κυλικείο του Παλαιοφάρσαλου, μέχρι να τελειώσουν/λήξουν τα κρουασάν και οι αμίτες. ΕΚΤΟΣ αν ως εξ’ανάγκης Μαγκάιβερ εντοπίσεις την χειροκίνητη αυτόματη πόρτα και καταφέρεις να αποκρυπτογραφήσεις την χειρόγραφη επιγραφή (διότι είναι κολλημένη απέξω, άρα από μέσα διαβάζεται ανάποδα) και το σκάσεις.
Και μετά; Η διαδρομή ήταν η αναμενόμενη, δηλαδή δεν σταμάτησε να πάρει και την κυρία να την πετάξει εδώ παρακάτω μέχρι το Αλιβέρι που είναι στο δρόμο μας, πήγε σκέτο «ευθεία». Άνοιξα και το λαπτοπάκι μου και έκανα δουλίτσα. Είχε και πρίζα παρακαλώ στα τραπεζάκια.
Οι συνεπιβάτες του 8ου βαγονιού ήταν σε ηλικίες που παίρνεις μεγάλα ρίσκα δηλαδή 60+ και κάτι ξένοι φοιτητές, όλοι αμίλητοι. Και επειδή και το τοπίο έξω απ το παράθυρο ήταν πράσινο και μουντό, λόγω χειμώνα, προς στιγμήν ένιωσα vintage πολιτισμό, ότι δηλαδή αν εξαιρέσεις την Χελλένικ, το Παλαιοφάρσαλο, το κυλικείο, το μη ελεγμένο εισιτήριο, την τεχνολογία qr code και τη ζοφερή επικαιρότητα, είναι σαν να ταξιδεύεις Βρυξέλλες-Παρίσι. Το 1990.
Μόλις έφτασα Αθήνα, μεταπήδησα στον Προαστιακό, με τον οποίο υπήρχε εκουσίως καλή χρονική ανταπόκριση (διότι ο Προαστιακός, ανάλογα με τον προορισμό, έχει συχνότητα μισάωρο ή μια ώρα). Πολύ vintage και ο Προαστιακός, με ένα στυλ early tsiodras-hardalias, με φωνητικά μηνύματα «παρακαλώ κρατάτε τις αποστάσεις» και αναγγελία στάσεων – κουίζ: «Επόμενη στάση…» (βρες το μόνος σου).
Ολα εξελίχθηκαν κάπως ομαλά, και μπορεί να το ξανακάνω, όλο το πακέτο: Μοσχαροκεφαλή – μπύρα – τυροσαλάτα – τρίκαλο – λεωφορείο – παλαιοφάρσαλο – τρένο – σπίτι.
Διαβάστε ακόμα: Σάτιρα. «Μάθαμε» όσα δεν είπε ο Τραμπ (και έχουν πολύ γέλιο)!




