Οι ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους δεν πρωτοεμφανίζονται στην κοινωνία· ξεκινούν πολύ νωρίτερα, από τη στιγμή της γέννησης. Δεν έχουν να κάνουν μόνο με το πού γεννιέσαι ούτε περιορίζονται στο φύλο ή το χρώμα του δέρματος. Δεν είναι το μείζον αν κληρονόμησες ένα διυλιστήριο και εκατό στρέμματα στη Μύκονο. Αλλά το ποια γενετικά χαρακτηριστικά «κληρονόμησες». Η βαθύτερη -και αμετάκλητη- ανισότητα είναι αυτή που χαράζεται μέσα μας, στο ίδιο μας το DNA.
Η εξωτερική εμφάνιση, η ομορφιά, το ύψος, η ευφυΐα, ακόμη και το προσδόκιμο ζωής είναι σε μεγάλο βαθμό γενετικά προκαθορισμένα. Κάποιοι άνθρωποι έρχονται στον κόσμο με ένα «γενετικό προβάδισμα» που τους ανοίγει πόρτες πριν καν προσπαθήσουν. Άλλοι, όσο και αν μοχθήσουν, θα πρέπει να παλέψουν για τα αυτονόητα. Για να μην τους κοιτάνε με μισό μάτι επειδή για παράδειγμα έχουν ύψος 1,57. Αυτή είναι μια αλήθεια που συχνά αποφεύγουμε να παραδεχτούμε, γιατί συγκρούεται με την ιδέα της αξιοκρατίας και της προσωπικής ευθύνης.
Σκεφτείτε το εξής παράδοξο: ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου θα αντάλλασσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, το 99% της περιουσίας του για να είναι ξανά νέος, υγιής και όμορφος — ή απλώς για να ζήσει λίγα χρόνια παραπάνω. Αυτό αποδεικνύει πως η πραγματική μας περιουσία δεν είναι τα χρήματα, αλλά το σώμα και ο νους που κληρονομούμε. Και σε αυτό το σημείο, κάποιοι γεννιούνται «πλούσιοι» κι άλλοι «φτωχοί», χωρίς φυσικά να το έχουν επιλέξει.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ύπαρξη κοινωνικών πολιτικών που επιδιώκουν να εξισορροπήσουν αυτές τις φυσικές ανισότητες δεν είναι πολυτέλεια· είναι ηθική αναγκαιότητα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα γονίδιά μας — τουλάχιστον όχι ακόμη — αλλά μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δεν τιμωρεί όσους στάθηκαν λιγότερο τυχεροί στη λοταρία της φύσης.
Η παιδεία, η δημόσια υγεία, η κοινωνική πρόνοια και η ίση πρόσβαση στις ευκαιρίες του επιχειρείν δεν είναι «χάρες» του κράτους. Είναι μηχανισμοί αντιστάθμισης μιας βαθύτερης αδικίας. Δεν ζητά κανείς να «κόψουμε χρόνια ζωής» από όσους έχουν καλό DNA ή να «ασχημύνουμε» τους όμορφους. Ζητάμε απλώς να υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη μέσω των ίσων ευκαιριών για όλους.
Η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από την τεχνολογία ή τον πλούτο της, αλλά από το πόσο προστατεύει εκείνους που δεν διάλεξαν τα χαρτιά που τους μοίρασε η ζωή. Αν θέλουμε να λεγόμαστε πολιτισμένοι, οφείλουμε να χτίζουμε θεσμούς που μειώνουν το χάσμα ανάμεσα στο «γεννήθηκα τυχερός» και στο «παλεύω για να υπάρξω».
Γιατί, στο τέλος, η δικαιοσύνη δεν είναι να έχουν όλοι τα ίδια (εξισωτισμός προς τα κάτω) αλλά έστω, να έχουν όλοι τη δυνατότητα να φτάσουν κάπου — ανεξάρτητα από το DNA τους.
Γι αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτός από μια σύγχρονη δημοκρατία ο «κοινωνικός δαρβινισμός» που λέει ότι όποιος τα καταφέρει τραβάει μπροστά και ο αποτυχημένος μένει στο περιθώριο.
Θα πείτε, η καλή δημόσια παιδεία, η καλή δημόσια υγεία, δεν είναι μόνο για τους λιγότερο ευνοημένους βιολογικά. Ασφαλώς. Είναι για όλους. Φανταστείτε λοιπόν να μην υπήρχαν ούτε αυτά. Η κοινωνία μας θα κινδύνευε να μετατραπεί σε ζούγκλα.
Διαβάστε ακόμη: Η ψύχραιμη αλήθεια για την ελλιπή φύλαξη και την πολιτική εκμετάλλευση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη.





