
Το ελληνικό καλοκαίρι που το έχουμε κάνει προϊόν για να το «εξάγουμε» και να έχουμε «εισαγωγές», δηλαδή τουρίστες, το έχουμε καταστράψει μόνοι μας, θεσμικά και μη, πριν εμφανιστούν οι φωτιές.
Οι φωτιές και οι λαγοκέφαλοι έχουν μονοπωλήσει τις συζητήσεις για το πόσο μπορούμε να χαρούμε πια το καλοκαίρι στην Ελλάδα. Όχι σε μεγάλο βάθος, γιατί εξακολουθούμε να μην αλλάζουμε τίποτα από όλα όσα φέρνουν τόσες πυρκαγιές. Συζητάμε απλά για να συζητάμε. Κι ενώ οι φωτιές είναι όντως ένα σοβαρό ζήτημα που απαιτεί πολιτεία και κάθε πολίτης ξεχωριστά να σοβαρευτούμε, το ελληνικό καλοκαίρι δεν έχει καταστραφεί από αυτές. Μια χαρά είδαμε τον κόσμο να το γιορτάσει και στο Κουφονήσι και αλλού, ενόσω στη Βοιωτία, στο Πόρτο Γερμενό και αλλού πάλευαν να σώσουν ψυχές και ό,τι μπορούν από το φυσικό περιβάλλον.
Όχι. Το ελληνικό καλοκαίρι που το έχουμε κάνει προϊόν για να το «εξάγουμε» και να έχουμε «εισαγωγές», δηλαδή τουρίστες, το έχουμε καταστράψει μόνοι μας, θεσμικά και μη, πριν εμφανιστούν οι φωτιές.
Όλα αρχίζουν από την αίσθηση του σεβασμού που έχει ο καθένας για όλα όσα απαρτίζουν το καλοκαίρι και για τους ανθρώπους. Πόσο σεβασμό έχουμε για την παραλία; Πόσο σεβασμό για τον κάθε τόπο που επισκεπτόμαστε; Πόσο σεβασμό για τη θάλασσα και το οικοσύστημα; Πόσο σεβασμό για τους άλλους λουόμενους; Πόσο πιστεύουμε πως η παραλία αυτή μας ανήκει και μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε;
Η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις εκτός της τελευταίας, είναι «ελάχιστο ως καθόλου». Και στην τελευταία είναι «πολύ ως πάρα πολύ». Από τη νοοτροπία που γαλουχεί τούτο το κράτος αρχίζουν όλα και φτάνουμε να έχουμε ανθρώπους που θεωρούν επένδυση την παραλία, που τη νοικιάζουν και μετά φορτώνουν σε αυτή εγκαταστάσεις για beach bar, ξαπλώστρες και παίρνουν σερβιτόρους για να τους έχουν με ρούχα στο λιοπύρι να υπηρετούν τις απαιτήσεις του καθενός που, ενώ δεν αρχίζει έτσι, με το πέρας του χρόνου αρχίζει να πιστεύει πως ο σερβιτόρος πρέπει να υποταχθεί σε κάθε του επιθυμία και παραξενιά.
Το ελληνικό καλοκαίρι δεν είναι μόνο απόλαυση, είναι και horror
Βήμα το βήμα επωάζεται η αντίληψη πως η παραλία, η θάλασσα, δεν έχουν υποχρεώσεις, μόνο ανεμελιά και ελευθερία να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Ελευθερία να φορτώσεις σε μια παραλία ως ελεύθερος κάμπερ όλα σου τα συμπράγκαλα και να ρυπαίνεις τον τόπο, ελευθερία να έρχεται ο κάθε σκαφάτος και να αράζει το γιοτ του στα 50 μέτρα από την ακτή για να μας κόβει τη θέα (τα έγραψα κι εδώ), ελευθερία να χρεώνει ο ενοικιαστής της παραλίας 20 ευρώ την ξαπλώστρα, ελευθερία να φεύγουν μικρά σκουπίδια από τις συσκευασίες φαγητού και ποτού που καταναλώνουμε μπροστά στη θάλασσα, ελευθερία να παίζει στο τέρμα η μουσική από το μπιτσόμπαρο και να «απολαμβάνουμε» αυτή την ηχορύπανση. Δεν πάει να είναι Παβαρότι; Στην παραλία ο καθένας πάει για διαφορετικό σκοπό, να χαλαρώσει. Πώς εμφανίστηκε το δικαίωμα να νοικιάσει κάποιος την παραλία και να την κάνει απλησίαστη σε αρκετούς, είτε λόγω φασαρίας είτε λόγω τιμών;
Κι άντε, να συμβαίνει αυτό στην Αθήνα, πάει κι έρχεται. Αλλά δε συμβαίνει μόνο εκεί. Συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα στα νησιά. Πολλές παραλίες δεν είναι παραλίες, αλλά κυψέλες φασαρίας και ρύπανσης.
Από τη στιγμή που χάθηκε ο σεβασμός, θα χαθεί και το ελληνικό καλοκαίρι. Κι όλα αυτά γιατί; Για το χρήμα. Για να εξυπηρετήσουμε έναν τουρισμό που φανταζόμαστε, γιατί αμφιβάλλω αν οι τόσοι ξένοι έρχονται γιατί επιθυμούν να ζήσουν το greek νταβαντούρι αντί για το ελληνικό καλοκαίρι.
Εφόσον επιλέξαμε να είμαστε τα γκαρσόνια της Ευρώπης, τότε η κάθε πυρκαγιά απλά πατάει το χέρι του ελληνικού καλοκαιριού που κρατιέται από το γκρεμό και αιωρείται στο κενό.




