Τάκερ Κάρλσον: Ένας «εμπρηστής» στην αμερικανική κοινή γνώμη

Ο Τάκερ Κάρλσον βρίσκεται στην ανεξέλεγκτη era του. Χωρίς το δίκτυο FOX να τον κατευθύνει. (Εικονογράφηση: Andro)

Υπάρχουν πολιτικοί σχολιαστές που αντιπροσωπεύουν μια κομματική γραμμή, υπάρχουν και εκείνοι που αντιπροσωπεύουν μια ψυχική κατάσταση. Ο Τάκερ Κάρλσον, γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο το 1969, γιος μιας μποέμ καλλιτέχνιδας που εγκατέλειψε την οικογένεια όταν εκείνος ήταν έξι ετών και ενός τηλεοπτικού δημοσιογράφου που αργότερα διεύθυνε τη Voice of America επί Προέδρου Ρίγκαν, ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Η σταδιοδρομία του, από τα «preppy» σαλόνια του Weekly Standard μέχρι τη σκοτεινότερη γωνία της αμερικανικής δεξιάς, δεν αφηγείται απλώς μια ιδεολογική μετατόπιση αλλά μια ολόκληρη πολιτισμική μεταβολή.

Ο νεαρός Τάκερ Κάρλσον ήταν, κατά τα φαινόμενα, ένα μοντέλο συντηρητισμού της Ανατολικής Ακτής: ιδιωτικό σχολείο στο St. George’s του Rhode Island, πτυχίο ιστορίας από το Trinity College, γραφιάς στο συστημικό Weekly Standard, παπιγιόν. Ήταν ο τύπος του ευφυούς αλλά ελαφρώς αλαζονικού WASP σχολιαστή που η Ουάσιγκτον παράγει κατά δωδεκάδες, μαθητευόμενος πλάι στον θρυλικό William F. Buckley Jr., αλλά χωρίς τη βαθύτητα εκείνου. Στο CNN συμπαρουσίασε το Crossfire, μέχρι που ο Τζον Στιούαρτ τον εξευτέλισε δημοσίως το 2004, σε ένα τηλεοπτικό στιγμιότυπο που αποτελεί πλέον σχολικό παράδειγμα αποδόμησης της θεατρικής πολιτικής δημοσιογραφίας. Ακολούθησε μια αδιάφορη θητεία στο MSNBC, και μετά… η σιωπή. Απορρίφθηκε από τη CIA! Η μητέρα του πέθανε στη Γαλλία, χωρίς ποτέ να την ξαναδεί.

Η αναγέννηση ήρθε με τον τρόπο που έρχονται οι αναγεννήσεις στην αμερικανική τηλεόραση: μέσω ενός πιο ισχυρού ανθρώπου που αναζητούσε πιστό υπηρέτη. Ο Ρότζερ Έιλς, ο ηθικά αδίστακτος αρχιτέκτονας του Fox News, τον κάλεσε το 2009 λέγοντάς του — σύμφωνα με τα απομνημονεύματα — ότι ήταν «αποτυχημένος». Του πρόσφερε σύμβαση συνεργάτη. Ο Κάρλσον δέχτηκε. Αυτοαποκαλέστηκε δημοσίως «σκυλί» του Ρούπερτ Μέρντοχ. Δεν ήταν αυτοσαρκασμός αλλά η ειλικρίνεια εκείνου που ξέρει πώς λειτουργεί η εξουσία στο αμερικανικό τηλεοπτικό τοπίο.

Το Tucker Carlson Tonight, που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2016 (ταυτόχρονα σχεδόν με την εκλογή Τραμπ) υπήρξε ένα φαινόμενο. Στην κορύφωσή του, τέσσερα εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολουθούσαν βράδυ-βράδυ τους μονολόγους του: ρητορικές ερωτήσεις, εσκεμμένα ανοιχτό βλέμμα, τόνος μόνιμης αγανάκτησης εναντίον μιας αόρατης ελίτ. Ο Κάρλσον δεν ήταν ο προσωπολάτρης του Τραμπ. Ήταν στη πραγματικότητα ο εφευρέτης αυτού που αποκλήθηκε «αντι-αντι-Τραμπισμός», δηλαδή η στάση εκείνων που δεν υπερασπίζονταν τον Τραμπ τόσο, όσο μισούσαν αυτούς που τον αντιπολιτεύονταν. Με τον τρόπο αυτό, ο Τάκερ Κάρλσον μετέτρεψε τον εαυτό του σε ιδεολογικό θεματοφύλακα ενός λαϊκισμού πατριωτικού, απομονωτικού και εντελώς απελευθερωμένου από τους παραδοσιακούς φρουρούς του αμερικανικού συντηρητισμού.

Η πλήρης στροφή και πορεία του Κάρλσον προς τον εναγκαλισμό των θεωριών συνωμοσίας, συντελέστηκε μέσα σε 3 πράξεις: 2 συνεντεύξεις και, μετά, ένα ταξίδι στο Ισραήλ.

Οι συνεντεύξεις με Πούτιν και Φουέντες

Ο Απρίλιος του 2023 σήμανε τη ρήξη. Το Fox News, μετά τον διακανονισμό 787,5 εκατομμυρίων δολαρίων στην υπόθεση Dominion Voting Systems, ενός δικαστικού καταπέλτη κατά του δικτύου για τη συστηματική προπαγάνδιση ψευδών ισχυρισμών περί νοθείας στις εκλογές του 2020, απέλυσε τον Τάκερ Κάρλσον χωρίς προειδοποίηση. Εκείνος, στην τελευταία εκπομπή του, είχε πει στους τηλεθεατές «τα λέμε τη Δευτέρα». Η Δευτέρα δεν ήρθε ποτέ. Ήταν, ωστόσο, μια απόλυση που τον απελευθέρωσε: χωρίς τους εταιρικούς φραγμούς του Μέρντοχ, ο Κάρλσον θα μπορούσε πλέον να ακολουθήσει τη ριζοσπαστικοποίησή του μέχρι τις λογικές (ή κατά άλλους παράλογες) συνέπειές της.

Η πρώτη μεγάλη πράξη της μετα-Fox εποχής ήταν η εγκατάσταση στο X (πρώην Twitter) του Ίλον Μασκ, η δημιουργία ιδιωτικού δικτύου, Tucker Carlson Network, και η εντυπωσιακή συνέντευξη με τον Βλαντιμίρ Πούτιν τον Φεβρουάριο του 2024, λίγο πριν τη δεύτερη επέτειο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Η συνέντευξη ήταν θέατρο. Ο Τάκερ Κάρλσον κάθισε ευγενικά απέναντι σε έναν αυταρχικό ηγέτη και τον άφησε να αναπτύξει ανεξέλεγκτα τη ρωσική αφήγηση. Ήταν η στιγμή που ο ιδιότυπος παλαιοσυντηρητισμός του Κάρλσον, δηλαδή η βαθιά δυσπιστία προς κάθε αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο εξωτερικό, ο σκεπτικισμός απέναντι στη Δύση ως εγγυήτρια δύναμη, πέρασε από τη θεωρία στην πράξη.

Η δεύτερη πράξη ήταν σκοτεινότερη. Τον Οκτώβριο του 2025, ο Κάρλσον φιλοξένησε τον Νικ Φουέντες, τον 27χρονο λευκό εθνικιστή, αρνητή του Ολοκαυτώματος και ιδρυτή του κινήματος «Groypers», σε μια δίωρη plus συνέντευξη. Ο Φουέντες μίλησε ανοιχτά εναντίον «του οργανωμένου ιουδαϊσμού στην Αμερική», χαρακτήρισε τους Εβραίους «μη αφομοιώσιμους» και εξέφρασε θαυμασμό για τον Στάλιν χωρίς καμία ουσιαστική αντίρρηση εκ μέρους του οικοδεσπότη. Η συνέντευξη συγκέντρωσε πάνω από 20 εκατομμύρια προβολές. Αλλά η κρίση δεν ήταν μόνο δημοσιογραφική: ο Κέβιν Ρόμπερτς, πρόεδρος του Heritage Foundation — του πλέον επιδραστικού συντηρητικού think tank στις ΗΠΑ, εγκέφαλος πίσω από το Project 2025 — υπερασπίστηκε δημοσίως τον Κάρλσον, αποκαλώντας τους επικριτές του «δηλητηριώδη συνασπισμό».

Η αντίδραση ήταν σεισμική: παραιτήσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου, αποχώρηση ακαδημαϊκών, διάσπαση του Heritage. Ο ηθικός φιλόσοφος Ρόμπερτ Π. Τζορτζ, μέλος του Δ.Σ., δήλωσε: «Δεν δέχομαι ότι δεν υπάρχουν εχθροί στα δεξιά. Οι λευκοί εθνικιστές δεν πρέπει να καλωσορίζονται στο κίνημά μας».

Με τις αμερικανο-ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν σε εξέλιξη, ο Τάκερ Κάρλσον χαρακτήρισε τον πόλεμο «σατανικό και αηδιαστικό».

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Tucker Carlson (@tuckercarlson)

Η τρίτη πράξη βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, και αφορά τη Μέση Ανατολή. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο Κάρλσον ταξίδεψε στο Ισραήλ και τα Παλαιστινιακά Εδάφη, όπου πραγματοποίησε μια σειρά συνεντεύξεων εστιασμένες κυρίως στην κατάσταση των Παλαιστίνιων Χριστιανών. Η πιο αμφιλεγόμενη ήταν η συνομιλία του με τον Αμερικανό πρέσβη στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, στο αεροδρόμιο Ben Gurion. Ο Χάκαμπι, ένας βαπτιστής ιερέας, χριστιανός σιωνιστής, υποστήριξε ότι θα ήταν «εντάξει» αν το Ισραήλ εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την Παλαιστίνη, τη Συρία, τον Λίβανο και μέρη της Σαουδικής Αραβίας, επικαλούμενος τη θεϊκή υπόσχεση στον Αβραάμ.

Ο Τάκερ Κάρλσον, εκ της ετέρας πλευράς, πρότεινε γενετικούς ελέγχους στους Ισραηλινούς για να αποδειχθεί εάν είναι πράγματι απόγονοι των αρχαίων Ισραηλιτών, μια παραλλαγή της «θεωρίας των Χαζάρων» που υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι Ασκεναζί κατάγονται από Τούρκους προσηλύτους του Μεσαίωνα. Τόσο η ακαδημαϊκή ιουδαϊκή κοινότητα όσο και εβραϊκοί συντηρητικοί κύκλοι αντέδρασαν με αποτροπιασμό: η πρόταση ανίχνευσης DNA ηχεί, για εβραϊκά αυτιά, ως απόηχος ναζιστικής πρακτικής.

Η κρίση κλιμακώθηκε τον Μάρτιο του 2026, πριν λίγες μέρες. Με τις αμερικανο-ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν σε εξέλιξη, ο Τάκερ Κάρλσον χαρακτήρισε τον πόλεμο «σατανικό και αηδιαστικό» και ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση Τραμπ για ιρανική παράδοση ισοδυναμεί, στα αυτιά των Ιρανών, με το μήνυμα «ξένοι στρατιώτες θα βιάσουν τη γυναίκα και την κόρη σας». Στόχευσε ονομαστικά τη Chabad Lubavitch, κατηγορώντας το χασιδικό κίνημα ότι επιδιώκει «θρησκευτικό πόλεμο» και την ανοικοδόμηση του Τρίτου Ναού πάνω στα ερείπια του τεμένους Al-Aqsa. Υποστήριξε ότι «οι Χριστιανοί πεθαίνουν δυσανάλογα σε αυτούς τους πολέμους», υπονοώντας εβραϊκά κίνητρα πίσω από τις αμερικανικές στρατιωτικές αποφάσεις.

Ήταν ο πλήρης κύκλος: ο σχολιαστής που κάποτε αποκαλούσε τον εαυτό του φιλοσυντηρητικό απέναντι στη φιλελεύθερη ελίτ, αγκάλιαζε πλέον ανοιχτά συνωμοσιολογικά αφηγήματα με εμφανώς αντισημιτικό χαρακτήρα.

Ο Τεντ Κρουζ τον αποκάλεσε «συνένοχο στο κακό». Ο αντιπρόεδρος JD Vance, αντιθέτως, υπερασπίστηκε δημοσίως τη «νομιμότητα» των θέσεων Κάρλσον— πυροδοτώντας νέο κύκλο αντιδράσεων, με τον νομικό Τζέφρι Λαξ, απόγονο επιζώντων του Ολοκαυτώματος, να δηλώνει ότι «για πρώτη φορά στη ζωή μου, συγκρίνω έναν άνθρωπο με τον Χίτλερ». Η MAGA δεξιά είναι πλέον διχασμένη. Από τη μία, οι κληρονόμοι της φιλοσημιτικής, φιλοϊσραηλινής παράδοσης — ΜακΚόνελ, Κρουζ, Σαπίρο. Από την άλλη, η νέα γενιά: Κάρλσον, Φουέντες, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, και ένα αυξανόμενο δίκτυο νεαρών online ακτιβιστών που θεωρούν τον αντισημιτισμό όχι ταμπού αλλά «ειλικρινή» κριτική.

Κοιτάζοντας τον Τάκερ Κάρλσον σήμερα, βλέπει κανείς κάτι περισσότερο από έναν τηλεοπτικό σχολιαστή που ξέφυγε. Βλέπει ένα σύμπτωμα.

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Tucker Carlson (@tuckercarlson)

Τι αποτυπώνει η σημερινή στάση του Τάκερ Κάρλσον;

Τι εξηγεί αυτή τη μεταμόρφωση; Η εύκολη απάντηση είναι ο οπορτουνισμός: ο Κάρλσον ακολουθεί πάντα το κοινό του, και το κοινό του ριζοσπαστικοποιείται. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί ότι η εμπειρία του στο Daily Caller, τον ιστότοπο που ίδρυσε το 2010, τον δίδαξε να «διαβάζει τα metrics»: ποια θέματα κερδίζουν κλικ, ποιες θέσεις δημιουργούν φυλετική αφοσίωση. Αλλά η βαθύτερη απάντηση αφορά κάτι υπαρξιακό. Ο Κάρλσον είναι ένας άνθρωπος που εγκαταλείφθηκε: από τη μητέρα του, από το CNN, από το MSNBC, από το Fox. Κάθε εγκατάλειψη τον έσπρωξε πιο βαθιά σε μια αφήγηση θυματοποίησης, δική του και, κατ’ επέκταση, της «αληθινής Αμερικής» που πιστεύει ότι εκπροσωπεί. Ο Έντμουντ Μπερκ, τον οποίο ο Τάκερ Κάρλσον επικαλείται περιστασιακά αλλά μάλλον δεν έχει διαβάσει ουσιαστικά, θα αναγνώριζε τον τύπο: είναι ο δημαγωγός που μεταμφιέζει την προσωπική πληγή σε δημόσια αρετή.

Η τραγωδία — αν μπορεί να ονομαστεί έτσι για έναν άνθρωπο με εκατομμύρια ακολούθους — είναι ότι ο Κάρλσον δεν στερείται ευφυΐας. Αλλά η διανοητική τιμιότητα απαιτεί τη δυνατότητα αυτοελέγχου, και ο Κάρλσον δεν διαθέτει καμία δικλείδα ασφαλείας. Χωρίς θεσμικούς φρουρούς, χωρίς εκδότη, χωρίς δίκτυο, χωρίς κόμμα, δεν υπάρχει κανείς να τον σταματήσει πριν η κριτική γίνει θεωρία συνωμοσίας και η θεωρία συνωμοσίας γίνει εμπρηστικός λόγος. Αυτή είναι η ειρωνεία του ψηφιακού λαϊκισμού: η απελευθέρωση από κάθε θεσμικό φίλτρο δεν οδηγεί στην αλήθεια αλλά στην ακατάσχετη ρητορική επίθεση. Αυτό δεν είναι συντηρητισμός.

Κοιτάζοντας τον Τάκερ Κάρλσον σήμερα, βλέπει κανείς κάτι περισσότερο από έναν τηλεοπτικό σχολιαστή που ξέφυγε. Βλέπει ένα σύμπτωμα. Η πορεία του αντικατοπτρίζει τη ρευστοποίηση ολόκληρης της αμερικανικής δεξιάς: τη διάλυση του παραδοσιακού συντηρητισμού, του συντηρητισμού των θεσμών, της αυτοσυγκράτησης, της φιλελεύθερης τάξης, και την αντικατάστασή του από ένα κράμα λαϊκισμού, συνωμοσιολογίας και θυμού. Ο Κάρλσον δεν δημιούργησε αυτό το κράμα αλλά το ενσάρκωσε καλύτερα από οποιονδήποτε. Ο πατέρας του εγκατέλειψε τη Voice of America, ο γιος έχει γίνει η φωνή της απογοήτευσης και της πικρίας. Κι αυτή, σε μια δημοκρατία υπό πίεση, είναι φωνή πολύ πιο επικίνδυνη.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top