ΒΙΠΕΡ, «η επανάσταση του βιβλίου στην Ελλάδα»

Η μεγάλη απήχηση των βιβλίων τσέπης που κυκλοφόρησε η εκδοτική εταιρεία Πάπυρος στη δεκαετία του ‘70 ήταν ένα εκδοτικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να επαναληφθεί.

 
21781111022_8c3c484381_k-1190

Ενα ολόκληρο ράφι από ΒΙΠΕΡ, στη βιβλιοθήκη του Λαογραφικού Μουσείου στο Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας.

Με ένα, δύο ή τρία ευρώ διαλέγω συχνά στα παλαιοβιβλιοπωλεία γύρω από την Πλατεία Αβησσυνίας ένα ΒΙΠΕΡ, από τα αυθεντικά, εκείνα που πριν από 40-45 χρόνια έφερναν έναν αέρα μοντέρνας ζωής στο ελληνικό περίπτερο.

Έχω ήδη ανασυστήσει, κατά ένα ποσοστό, την παλιά συλλογή, από την οποία είχαν απομείνει μόνο καμιά εικοσαριά τίτλοι. Όπως κάθε ενηλικίωση, έτσι και η δική μου, συνοδευόταν από απώλειες.

viper2

Τα πρώτα ΒΙΠΕΡ είχαν ξεκινήσει πολύ φιλόδοξα, με στόχο να προσελκύσουν διαφορετικές ομάδες κοινού.

Η ιστορία των «Βιβλίων Περιπτέρου» δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στα ΒΙΠΕΡ των ελληνικών 70s, αλλά είναι σε αυτά που κορυφώνεται. Δεν είναι υπερβολή κάποιος να πει πως με τα ΒΙΠΕΡ έχουμε ένα εκπληκτικό παράδειγμα οικονομικής επιτυχίας, κοινωνικής διείσδυσης και επιρροής.

Όταν το 1970 κυκλοφόρησε το πρώτο ΒΙΠΕΡ, το «Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (σε μετάφραση Σωτήρη Πατατζή), είχαμε λίγο-πολύ πιστέψει πως «ήταν η επανάσταση του βιβλίου στην Ελλάδα». Αυτό ήταν το σλόγκαν που γραφόταν πάνω σε κάθε τίτλο και την «επανάσταση» την αγοράζαμε κάθε φορά, τα πρώτα χρόνια, με 14 μόνο δραχμές (όταν μία εφημερίδα έκανε 2 δραχμές).

viper1

Από Φραντς Κάφκα έως Ρεξ Στάουτ. Η ποικιλία και οι καλύτεροι τίτλοι σε κάθε κατηγορία.

Λίγο-λίγο είχαμε φτιάξει ολόκληρες σειρές. Τα αστυνομικά κάθε Σάββατο ήταν το highlight, αλλά και τα άλλα μας άρεσαν: Ξένη Λογοτεχνία (από Καμύ και Μπουλγκάκωφ έως τα καινούργια, τότε, μπεστ σέλερ), Ιστορία (είχαν γίνει ανάρπαστα τα βιβλία του Ραιημόν Καρτιέ για τον 20ό αιώνα), Νεοελληνική Λογοτεχνία (Λιλίκα Νάκου και Ιωάννη Κονδυλάκης ανάμεσα σε άλλους), και βέβαια τα βραχύβια «Κλασικά Παπύρου» που τα είχαν όλα, από Χέρμαν Έσσε και Σόμερσετ Μωμ έως τον πολύ δημοφιλή τότε, λόγω τηλεόρασης, πολύτομο «Θρύλο των Φόρσαϊθ» του Γκάλσγουέρθι.

Διατηρώ αυτήν τη μυστική, εσωτερικευμένη σχέση με τα ΒΙΠΕΡ, όπως πολλοί συνομήλικοί μου. Είναι μία πορεία ενηλικίωσης, αλλά ταυτόχρονα και ένα πολύπλευρο φαινόμενο που έκτοτε δεν μπόρεσε να επαναληφθεί.
6105460316_7f0830d1c7_o-1190

«Ο Ξένος» του Αλμπέρ Καμύ ήταν ένα από τα πολλά έργα ξένης λογοτεχνίας που είχαν κυκλοφορήσει στη σειρά των ΒΙΠΕΡ.

Ήταν εντυπωσιακό να σκέφτεται κάποιος, δεδομένης των πολύ υψηλών πωλήσεων κάθε τίτλου, ότι μία ορισμένη εβδομάδα χιλιάδες Έλληνες διάβαζαν παράλληλα ένα αστυνομικό του Τζέιμς Χάντλεϊ Τσέιζ ή του Έλλερυ Κουήν ή – κάποιοι λιγότεροι- το «De Profundis» του Όσκαρ Γουάιλντ.

Την εποχή που κυκλοφόρησαν τα ΒΙΠΕΡ βρήκαν μία έτοιμη αγορά, καθώς το κοινό είχε εκπαιδευτεί στην κουλτούρα των βιβλίων τσέπης από πολλούς εκδότες. Λίγοι, όμως, είχαν επιτυχία και αυτοί ήταν ο Πεχλιβανίδης ήδη από τη δεκαετία του 1950, ο πολύ πιο εστέτ «Γαλαξίας» της Ελένης Βλάχου από το 1960 και, λίγο μετά, οι εκδόσεις Άγκυρα που είχαν και αυτές μεγάλη διάδοση. Τα ΒΙΠΕΡ, όμως, έφεραν έναν άλλον «αέρα» και προκάλεσαν ενθουσιασμό.

Η ακμή τους ήταν τα πρώτα χρόνια, 1970-1976. Με δύο έξυπνες εμπορικά κινήσεις, το 1975, τα ΒΙΠΕΡ ανανέωσαν το ενδιαφέρον του κοινού και αντιμετώπισαν την αύξηση της τιμής (η οποία ανέβαινε διαρκώς από το 1973 με την πετρελαϊκή κρίση).

Πήραν τα δικαιώματα από τη βρετανική σειρά Mills & Boon και γέννησαν τα περίφημα «Βίπερ-Νόρα» και παράλληλα έφεραν στην Ελλάδα τις περιπέτειες του Ζεράρ ντε Βιλιέ, ο οποίος είχε ήρωα τον πράκτορα Μάλκο. Και οι δύο σειρές ήταν ανέλπιστα δημοφιλείς. Χωρίς υπερβολή μπορεί κάποιος να πει ότι είχαν σαρώσει από εμπορικής πλευράς.

Διατηρώ αυτήν τη μυστική, εσωτερικευμένη σχέση με τα ΒΙΠΕΡ, όπως πολλοί συνομήλικοί μου. Είναι μία πορεία ενηλικίωσης, αλλά ταυτόχρονα και ένα πολύπλευρο φαινόμενο που έκτοτε δεν μπόρεσε να επαναληφθεί. Τα ΒΙΠΕΡ έγιναν συνώνυμα ενός προϊόντος, ενός τρόπου και μιας εποχής.

Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν πρόσφατα στην Ευρυτανία, στο Λαογραφικό Μουσείο του Μεγάλου Χωριού, είδα στη βιβλιοθήκη τους ένα ολόκληρο ράφι φορτωμένο με ΒΙΠΕΡ της πρώτης περιόδου…

Διαβάστε ακόμα: Ακούγοντας Τζόνι Μέρσερ, ο sir Taki εξηγεί γιατί η νοσταλγία είναι το τελειότερο κολπάκι για να μη γεράσεις.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close