Ερωτισμός και φαινομενολογία της γυναικείας κάλτσας

Oι νάιλον κάλτσες και μάλιστα με ραφή, οι ζαρτιέρες και τα εσώρουχα είναι χτυπήματα κάτω από την ανδρική μέση. Ευτυχώς! Η τέχνη της σαγήνης είναι μια διαρκής επανάσταση. Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης.

 

Μαζοχιστικά αντικείμενα: οι νάιλον κάλτσες και μάλιστα με ραφή (Helmut Newton).

Επιτρέπεται σοβαρός άνθρωπος να φιλοσοφήσει επί ενός τόσο επιπόλαιου θέματος; Απολύτως, καθότι ο Έρως και ο Πόθος είναι η ουσία του ανθρώπου. Η εργασία λιγότερο. Ενίοτε, εντούτοις, συνδυάζονται. Π.χ. στο ερώτημα «πώς φτιάχνεται το τσάι», η ενδεδειγμένη απάντηση είναι «κατ’ αρχάς, παίρνεις μία γυναικεία κάλτσα…» Βέβαια, υπάρχουν και οι φετιχιστές όπως εγώ που δεν τους αρέσει το τσάι.

Μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι για καιρό αυτό το είδος ρουχισμού ήταν περισσότερο ανδρική υπόθεση. «Γνώρισα ένα σωρό ευγενείς που, προτού φορέσουν τις μεταξωτές κάλτσες τους, ζητούσαν από συζύγους κι ερωμένες να τις δοκιμάσουν και να τις φορέσουν πριν από κείνους για 8-10 μέρες», γράφει ο Brantôme το 16ο αι.

Ώσπου να τις βαρεθούν και να αφήσουν να περάσουν στην επικράτεια των γυναικών. «Ο Ροδόλφος, περπατώντας πίσω της, χάζευε ανάμεσα στο μαύρο φόρεμα και το μαύρο μποτίνι την αβρότητα της λευκής της κάλτσας, φέρνοντας στο νου του κάτι από τη γύμνια της», λέει ο Φλωμπέρ στη Μαντάμ Μποβαρύ.

Σαν να μην έφταναν αυτά, η εξέλιξη της σύλληψης της ζαρτιέρας στο πέρασμα του χρόνου αποκαλύπτει ενδιαφέροντα προτσές αλλαγής των αξιών. Ένα θέμα που προσφέρεται για εμβριθή ανάλυση στο πλαίσιο της νιτσεϊκής σκέψης. Αν υπάρχει μια γενεαλογία της ηθικής, υπάρχει και μια γενεαλογία του ερωτισμού, έτσι δεν είναι; Καθότι ο τελευταίος αποτελεί την καλλιγραφία της ελευθεριακής ηθικής.

Η ζαρτιέρα, και τα γυναικεία εσώρουχα συλλήβδην, συμμετέχουν σε μια οικονομία της επιθυμίας.

Η ζαρτιέρα επινοήθηκε στα τέλη του 19ου αι., όχι από τον Γουστάβο Άιφελ, αλλά έναν τυπάκο που έκανε κορσέδες και του κατέβηκε η ιδέα να κάτσει να φτιάξει ένα είδος συνδετήρα για τις κάλτσες που ήταν του συρμού επί Βασιλιά Ήλιου, για λόγους καθαρά ιατρικούς, από τη στιγμή που φέρονταν να δημιουργούν κυκλοφορικά προβλήματα.

Υπογράφει ο μέγας μάγιστρος του ασπρόμαυρου ερωτισμού, Helmut Newton.

Η διάταξη κρίθηκε αρχικά ακαλαίσθητη, προτού μετατραπεί σε όπλο γοητείας. Να λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο Κάρολος Μαρξ είχε εισαγάγει τις αξίες της χρήσης και της χρησιμότητας κι αν πρέπει να συγκρατήσουμε κάτι είναι πως η χρήση της ζαρτιέρας ποικίλλει ανάλογα με την εποχή, στο ρυθμό του περιεχομένου που διοχετεύει και της κάβλας που προκαλεί. Είναι σαν το αυτοκίνητο: το 1900 το θεωρούσαν ένα κατασκεύασμα υψηλού κινδύνου, περιορισμένης χρήσης.

Η ζαρτιέρα, και τα γυναικεία εσώρουχα συλλήβδην, συμμετέχουν σε μια οικονομία της επιθυμίας, υποστηρίζοντας μια διαυγή ανάγνωση της Φαινομενολογίας του Πνεύματος του Χέγκελ. Όπως διευκρινίζει ο προσφιλής Γάλλος ηθοποιός Κλοντ Μπρασέρ: «Το να βγάζει το καλσόν σε μια γυναίκα είναι σαν να ξεφλουδίζεις μια πατάτα. Οι κινήσεις είναι ίδιες. Αντίθετα, οι ζαρτιέρες πάντα μ’ έκαναν να ονειρεύομαι».

Μια ρετροσπεκτίβα της σαγήνης που ασκεί το αντικείμενο ενδείκνυται: Τη δεκαετία του ’30, η ζαρτιέρα και η κολλητή της νάιλον κάλτσα γίνονται τα σύμβολα της θηλυκότητας και της προκλητικότητας, ιδίως χάρη στην αφίσα της ταινίας «Γαλάζιος Άγγελος», όπου η Μάρλεν η Ντίτριχ αποτυπώνεται σε μια πόζα πέραν της υπαινικτικής. Μετά τον Πόλεμο, το αντικείμενο γίνεται είτε χρηστικό, οπότε αποκρύπτεται σαν οιαδήποτε βαρετή κυλότα, είτε ευθαρσώς διαδηλώνεται, οπότε παραπέμπει στη χυδαιότητα της τροτέζας.

Όταν έρχονται τα χρόνια του ’60, η «αναρρίχηση» του καλσόν εκλαμβάνεται ως μέσο (διαμεσολαβημένο) της χειραφέτησης της γυναίκας. Για να μπορέσει ευκολότερα να βάλει μίνι φούστα. Προσωπικά δεν βλέπω κάτι άλλο πέραν μιας αλλαγής στο ρυμοτομικό σχεδιασμό.

Ωστόσο, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. H Chantal Thomas αναγορεύεται σε ευεργέτη του ανδρικού γένους, καθιστώντας τη ζαρτιέρα έμβλημα της αστής που σέβεται τον εαυτό της και τους γύρω της. Φιλάνθρωπη φιγούρα που ήξερε να υπηρετεί το φιλήδονο πνεύμα, σπουδαίο κληροδότημα του Μάη του ’68.

Οι Κυρίες ενδύονται τις Αφροδίτες με ζαρτιέρες και γκεπιέρ από μετάξι να αστράφτουν.

Καθότι το μοντέλο δεν αποδεικνύεται επαρκώς παραγωγικό, τα ΜΜΕ αναλαμβάνουν να τιθασεύσουν την ανέμελη ηδονοθηρία των ‘80s. Κάνουν τη ζαρτιέρα πέρα ως άβολη και ανθυγιεινή. Ο ερωτισμός είναι όπως η θρησκεία: καθαρά ιδιωτική υπόθεση, αλλά και μόδα που αρέσκεται να κυνηγάει την ουρά της.

Μαζοχιστικά, ξανά στο προσκήνιο λοιπόν οι νάιλον κάλτσες και μάλιστα με ραφή (άααχ!), τώρα δείγματα κομψότητας και classe όταν φοριούνται κάτω από ένα φόρεμα Λακρουά ή ένα ταγιέρ YSL. Ωστόσο, πρόκειται για μια ευκαιρία να διαπιστωθεί ότι η σαγήνη δεν είναι υπόθεση τσέπης, αλλά πλούτου πνεύματος και γενναιοδωρίας ψυχής.

Εκείνη, η φιλάνθρωπη και ζαχαρωμένη των ηρωίδων του Χίτσκοκ ή των μανεκέν του Τιερί Μιγκλέρ με τις μαγικές τους ραφές να αναρριχώνται αγκομαχώντας από το θανατερό τριγωνάκι τους στον αστράγαλο, σμιλεύοντας ξεδιάντροπα τις γάμπες.

Για να υπάρξει γοητεία, πρέπει να υπάρξει αντίσταση, ανατροπή, άρνηση της τεμπελιάς, να κρατάς τις αποστάσεις σου απέναντι στον κόσμο, για ένα λάθρο ταξίδι στο σύμπαν της. Τότε που οι Κυρίες ενδύονται τις Αφροδίτες με ζαρτιέρες και γκεπιέρ από μετάξι να αστράφτουν.

Η Ρόμι Σνάιντερ στο «Η τροτέζα και οι διαρρήκτες». Η πόζα είναι ενδεικτική.

Όπως ξέρει να κάνει η Κατρίν Ντενέβ. Κι ακόμα καλύτερα η Ρόμι Σνάιντερ στο «Η τροτέζα και οι διαρρήκτες» του 1971. Κι ας μη μιλήσω για τη δολοφονική Σοφία Λόρεν στη «Διαβολογυναίκα». Γυναίκες δεμένες με κορδέλες, όπως τους πρέπει, που σου ζητούν επιτέλους να λύσεις.

Μιλάμε για χτυπήματα κάτω από τη μέση. Από κείνα που όχι μόνο επιτρέπονται, αλλά και επιβάλλονται. Ιδίως όταν παρενδύονται ένα αυστηρό prince de Galles ή το ράσο μιας Ιταλίδας μοναχής.

Οι γυναίκες πρέπει να αφαιρούν ή να κρατάνε τις κάλτσες τους ενόσω κάνουν έρωτα; Τι έχει να μας πει η Σοφία Λόρεν;

Διότι για τις γυναίκες δεν υπάρχει τίποτα πιο απαλό από μια κάλτσα που χαϊδεύει το δέρμα με τον ανεπανάληπτο τρόπο της. Η έκπληξη των ανδρών διπλασιάζει την απόλαυση. Όταν το χέρι σου παραβιάζει το σύνορο από μετάξι κι ανακαλύπτει τη ζεστασιά του μηρού. Κι η έκσταση πολλαπλασιάζεται επώδυνα στο εστιατόριο. Εκεί που ξέρεις ότι δεν μπορείς ν’ αγγίξεις ούτε να δεις. Μόνο να φανταστείς.

Απομένει ένα κρίσιμο ερώτημα: Οι γυναίκες πρέπει να αφαιρούν ή να κρατάνε τις κάλτσες τους ενόσω κάνουν έρωτα; Αν αποφασίσουν το πρώτο, μετράει ο τρόπος ώς την τελική απαλλαγή. Ο «Οδηγός του οικιακού strip-tease» του Libby Jones τις συμβουλεύει να κατεβάσουν τις κάλτσες γλιστρώντας τες κατά μήκος της γάμπας, κατόπιν να κρατήσουν με τα ποδοδάκτυλα την άκρη τους και να τραβήξουν με μια απότομη κίνηση, έχοντας το χέρι τεντωμένο. Στη συνέχεια, να τις εκσφενδονίσουν χαμογελώντας.

Ο Έρως και το Ωραίο παραπέμπουν στην αισθητική διάσταση του πνεύματος, σε μια τέχνη. Και αν, όπως λέει ο Deleuze, δημιουργώ σημαίνει ανθίσταμαι, τολμώ να ισχυριστώ ότι γοητεύω σημαίνει ανθίσταμαι. Αν ριζοσπαστικοποιήσεις τη σαγήνη, η επανάσταση είναι προ των πυλών.

Προσωπικά, επιθυμώ διαρκώς να τριζοβολάνε, ξίφη διασταυρούμενα, μαζί μ’ ένα κούτσουρο στο τζάκι. Το κούτσουρο είμαι εγώ.

 

Διαβάστε ακόμα: Το άρωμα του γυναικείου δέρματος – ένας εθισμός που σε μεθάει.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close