
Το επάγγελμα του Τομ Χίντλστον ήταν Night Manager, στην Αθήνα όπως πάμε θα χρειαστούμε Nightlife Manager.
Ακούγοντας την ιδιότητα «υπεύθυνος νυχτερινής ζωής», η πρώτη αντίδραση είναι να γελάσουμε και να σκεφτούμε ότι θα μας βρει νέα μάστιγα δηθενοεπαγγελμάτων. Κάποιοι ίσως να θεωρήσουν ότι είναι κάποια μετεξέλιξη του influencer. Κι όμως, ο τίτλος αυτός δεν ποιεί δικαιοσύνη στην αξία και τη σημασία που μπορεί να έχει αυτό το ανερχόμενο επάγγελμα σε μια πόλη όπως η Αθήνα.
Πρόκειται για μια ιδιότητα που εμφανίστηκε με αυτόν τον τίτλο στη Νέα Υόρκη πριν 7-8 χρόνια. Κι όπως γράφει ο Economist, εσχάτως και σε δώδεκα αμερικανικές πόλεις, από το Αϊόβα Σίτι έως τη Φιλαδέλφεια. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, βέβαια, είναι η Βοστόνη, όπου εκεί, η Υπεύθυνη Νυχτερινής Ζωής, Κόριαν Ρέινολντς, έχει συμβάλλει με τη δράση της στο να τονωθεί η ζωντάνια της πόλης, η νυχτερινή ζωή, αυτό όμως να γίνεται με τη συμφωνία των κατοίκων κι όχι εις βάρος των ζωών τους.
Τι είναι αυτό το επάγγελμα; Μια ανάθεση σε ειδικούς της χάραξης πολιτικών που ενισχύουν τη νυχτερινή οικονομία και διευκολύνουν τη λειτουργία επιχειρήσεων όπως μπαρ, εστιατόρια, μουσικές σκηνές και χώροι εκδηλώσεων, με σεβασμό σε όσους δε θέλουν να είναι μέρος αυτής, δηλαδή στους κατοίκους μιας πόλης, μιας γειτονιάς. Ο υπεύθυνος νυχτερινής ζωής δεν χαράζει μόνο στρατηγικές, αλλά διαμεσολαβεί μεταξύ των επιχειρηματιών της νυχτερινής διασκέδασης και των κατοίκων ως προς τα επίπεδα έντασης της μουσικής, τη διαχείριση του κόσμου που στέκεται στο πεζοδρόμιο έξω από τον χώρο και άλλα ζητήματα που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία μιας γειτονιάς.
Όλα τα παραπάνω μοιάζουν πιο απλά σε μια πόλη όπως η Βοστόνη, που η νυχτερινή της ζωή τελειώνει στις ώρες κοινής ησυχίας και σε μια χώρα, όπως οι ΗΠΑ, όπου έρευνες δείχνουν ότι στις ηλικίες 18 με 30 έτη, έχει μειωθεί δραματικά ο χρόνος κοινωνικής συναναστροφής εκτός σπιτιού.
Πόση ανάγκη έχει η Αθήνα αυτό το επάγγελμα…
Ας επιχειρήσουμε να φέρουμε στα δικά μας μέτρα αυτό το επάγγελμα. Σε μια πόλη με κάμποσες γειτονιές που σπρώχνουν διαρκώς τους κατοίκους τους μακριά, που κάνουν την καθημερινότητα λίγο λίγο και πιο αφόρητη, μια τέτοια αρμοδιότητα θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια.
Σκεφτείτε γειτονιές όπως το Παγκράτι, το Κουκάκι, το Μετς, όπου τα πεζοδρόμια είναι πια άβατοι τόποι για τους περαστικούς, γιατί καλύπτονται από τραπέζια και όρθιους που περιμένουν να κάτσουν. Ή έχουν καλυφθεί θέσεις πάρκινγκ και αυτός που γυρίζει από δουλειά και ψάχνει να παρκάρει για να πάει σπίτι του να ξεκουραστεί, δε βρίσκει, ψάχνει 30-40 λεπτά και καταλήγει να παρκάρει 20 λεπτά μακριά. Ή, σκεφτείτε, πόσες φορές η μουσική έχει ενοχλήσει κάποιον κάτοικο, έχει φωνάξει την αστυνομία και μαγαζιά έχουν κλείσει για μέρες, με ανθρώπους να χάνουν μεροκάματα. Φταίνε οι ίδιοι προφανώς, αλλά φανταστείτε να υπήρχε κάποιος να τα προλάβει όλα αυτά.
Μπορεί να μοιάζει υπερβολική ή αστεία ως πρόταση, αλλά μιλάμε για μια ανάγκη που εμφανίστηκε στην εποχή μας και απαιτεί κάποιος να ασχολείται με αυτό αποκλειστικά.
Στις ΗΠΑ ο ρόλος έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία, διότι καταργεί τη γραφειοκρατία και εκδίδονται ταχύτερα άδειες για νέα μπαρ. Πόσα και πόσα μπαρ και εστιατόρια ξεκινάνε με προγραμματισμό να ανοίξουν π.χ. Σεπτέμβριο και φτάνει Φεβρουάριος για να το πετύχουν και πληρώνουν για 6 μήνες ενοίκια και λογαριασμούς; 225 άδειες σε έναν χρόνο έδωσε η Κόριαν στη Βοστόνη και τόνωσε περιοχές που μετά το απόγευμα νέκρωναν, αφού είναι κυρίως επαγγελματικές, για εταιρείες κλπ.
Σκεφτείτε το κι από την άλλη όμως. Σε γειτονιές που έχουν τόσα πολλά μαγαζιά και προσελκύουν πολύ κόσμο, να υπήρχε κάποιος να έβαζε ένα στοπ για ένα διάστημα και να μπορούσε να ανοίξει νέο μαγαζί μόνο αν έκλεινε κάποιο από τα υπάρχοντα.
Γιατί τα νέα μαγαζιά που φέρνουν κόσμο, ανεβάζουν την αξία μιας περιοχής και φτάνουμε να πωλούνται ή να νοικιάζονται σπίτια 60-70 τετραγωνικά σα να πρόκειται για μεζονέτες στα βόρεια προάστια.
Βλέπετε, επομένως, τι προεκτάσεις έχει ένα τέτοιο επάγγελμα, τι αποτύπωμα θα μπορούσε να έχει ένας υπεύθυνος νυχτερινής ζωής. Σε ένα μακρύτερο σενάριο, φανταστείτε οι υπεύθυνοι νυχτερινής ζωής να προωθούσαν τον περισσεύουμενο κόσμο σε γειτονιές που έχουν ανάγκη από «τουρισμό».
Κι αν αναρωτιέστε γιατί να μην τα κάνει όλα αυτά ο δήμος ή η αστυνομία, η απάντηση είναι απλή: γιατί μέχρι τώρα που είναι στις αρμοδιότητες τους, δεν έκαναν και πολλά. Δε θα μπορούσαν και να προλάβουν, γιατί δεν είναι ρεαλιστική απαίτηση να πηγαίνει κάθε μέρα περιπολικό να ελέγξει αν το μπαρ έχει άδεια να καλύπτει αυτή την έκταση του πεζοδρομίου.
Ίσως, τελικά, η λύση στο gentrification γειτονιών της Αθήνας να είναι αυτό το επάγγελμα του άμεσου μέλλοντος.




