
Ο Ευάγγελος Γεωργούλης είναι επικεφαλής ενός συνόλου ναυτιλιακών εταιριών με έδρα την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Κοντοστάθηκα µπροστά από το κρεµ νεοκλασικό µε τις µπορντώ λεπτοµέρειες. Δίπλα στο βαρετό γκρίζο των υπόλοιπων, κοινότυπων, αστικών κτιρίων, είναι ένα αληθινό στολίδι της οδού Αλκιβιάδου στον Πειραιά. Έφτασα ως εδώ για να συναντήσω ένα από τα πιο δραστήρια νέα πρόσωπα της Πειραϊκής κοινωνίας.
Η οικογένεια Γεωργούλη είναι γνωστή γενιές τώρα στο µεγαλύτερο λιµάνι της χώρας, συνδεδεµένα άρρηκτα µε την εφοπλιστική της ιστορία. Ο 38χρονος σήμερα Ευάγγελος Γεωργούλης, βρέθηκε σε ηλικία µόλις 18 χρονών, στο πηδάλιο της ναυτιλιακής οικογενειακής επιχείρησης και άνοιξε τους ορίζοντές της σε όλον τον πλανήτη. Είναι επικεφαλής ενός συνόλου ναυτιλιακών εταιριών με έδρα την Ελλάδα και το εξωτερικό, µε µεράκι για τις καλές τέχνες, όπως δείχνει και η γκαλερί 212 arts που άνοιξε και φιλοξενείται στο ίδιο κτήριο, περνάει το µεγαλύτερο µέρος της ηµέρας του εδώ.

«Δεν υπάρχουν ανταγωνιστές. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουµε την ίδια δουλειά».
Με υποδέχεται χαµογελαστός, έχοντας µόλις τελειώσει τη φωτογράφιση, και µου συστήνεται µε «την πιο σηµαντική του ιδιότητα», όπως λέει και ο ίδιος: το όνοµά του. «Όταν θες να διώξεις κάποιον από µια εταιρεία, τότε πρέπει να του δώσεις έναν τίτλο, και όταν θα πάρει τον τίτλο, αυτοµάτως έχει φύγει και από την εταιρεία», εξηγεί. «Ζούµε στην εποχή των managers. Όλα τα πανεπιστήµια, ιδιωτικά και µη, λένε πως ετοιµάζουν στελέχη. Όμως δεν βγάζουµε στελέχη. Όταν κοιτάς µονίµως το ρολόι για να δεις πότε θα τελειώσεις τη βάρδια, δεν πάς για στέλεχος, έχουµε απλώς υπαλληλική σχέση».
Ούτε καν στην δική του επαγγελµατική κάρτ βιζίτ δεν αναφέρει την ιδιότητά του, µου λέει. «Σίγουρα σε µια εταιρεία υπάρχουν ρόλοι, αλλά οι περισσότεροι απλώς θέλουν έναν τίτλο για να µπορούν να χωρέσουν εκεί λίγη ψευδαίσθηση εξουσίας. Αν για παράδειγµα κάνεις πωλήσεις, δεν πρέπει να πουλάς µε τον τίτλο σου, πρέπει να πουλάς εσύ, µε το όνοµά σου. Άσε που ενίοτε, όταν δίνουµε τίτλους σε ανθρώπους, αυτοί τους ακολουθούνε µια ζωή. Γινόµαστε νονοί», καταλήγει, ανάβοντας ένα Marlboro Gold.

«Σίγουρα θα µου άρεσε και ο γιος μου να ασχοληθεί µε τα ναυτιλιακά, αλλά τον βλέπω σπίτι, είναι performer».
Οι ανατρεπτικές του συστάσεις είναι η πρώτη έκπληξη που µου επιφυλάσσει, και δεν θα είναι η µόνη. Κάθεται αναπαυτικά περιµένοντας την επόµενη ερώτηση. «Εν τέλει τί ψάχνετε σε έναν συνεργάτη;» αναρωτιέµαι. «Καθαρό βλέμμα, τα µάτια µιλάνε από µόνα τους. Δεν είναι απαραίτητο κάποιος να έχει τελειώσει ναυτιλιακά για να µπει στο χώρο της ναυτιλίας, αλλά είναι απαραίτητες κάποιες αξίες».
Σβήνει το τσιγάρο και ανακάθεται. «Αξιοπρέπεια. Δουλεύουµε µε ψηλά το κεφάλι. Με εµπιστοσύνη και αλληλοσεβασµό. Με εργατικότητα. Δεν µπορεί να υπάρχει τεµπελιά». Όταν µιλάω µε κάποιον πιθανό συνεργάτη θέλω να δω το όραµά του, τους στόχους του και την όρεξή του για δουλειά: αυτά θα τον ρωτήσω».
«Και σε έναν ανταγωνιστή; Τι εκτιµάτε;» ρωτάω, βλέποντας ότι οι ερωτήσεις που προετοίµαζα εδώ δε θα λειτουργήσουν. «Καταρχάς, δεν υπάρχουν ανταγωνιστές. Είµαστε άνθρωποι που κάνουµε την ίδια δουλειά. Κάνοντας όλοι την ίδια δουλειά, πρέπει να υπάρχει αλληλοσεβασµός. Δεν υπάρχει απ’ όλους βέβαια. Θέλω να πιστεύω πως, αν υπάρχει κάτι που µε κάνει εμένα να ξεχωρίζω, είναι ότι τους σέβοµαι όλους».

«Οφείλω να αντιµετωπίζω τον κάθε συνεργάτη µου µε τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως του αν είµαστε φίλοι ή όχι, έξω από εδώ».
«Οι αξίες που περιγράφετε, είναι αξίες που υπάρχουν συχνά και σε φιλικές σχέσεις. Θα επιλέγατε να συνεργαστείτε µε ένα φίλο σας;» ρωτάω όσο εµφανίζεται κάποια ειδοποίηση στο κινητό του για πολλοστή φορά στο σύντοµο χρονικό διάστηµα που είµαστε µαζί. Ρίχνει µια διαγώνια µατιά στην οθόνη, και συνεχίζει: «Οµολογώ πως αυτή είναι µια δύσκολη ερώτηση. Το κοµµάτι της φιλίας καλό θα ήτανε να µην εµπλέκεται στη δουλειά. Όταν εµφανίζεται στη δουλειά, υπάρχει αυτοµάτως συναισθηµατισµός».
«Κάποτε είχα κάποιον συνεργάτη που ήταν παιδικός µου φίλος», συμπληρώνει ο Ευάγγελος Γεωργούλης. «Του είχα ξεκαθαρίσει από την αρχή, ότι αυτός που θα δεις στο γραφείο δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος µε αυτόν που βγαίνεις για ποτό. Εδώ λειτουργούµε υπό πίεση, και θα φωνάξω και θα αντιδράσω. Η δουλειά µας είναι να λύνουµε προβλήµατα, και οφείλω να αντιµετωπίσω τον κάθε συνεργάτη µου µε τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως του αν είµαστε φίλοι ή όχι έξω από εδώ» λέει, κι ο τόνος του έχει γίνει ξαφνικά αυστηρός. Στέκεται µια στιγµή σκεφτικός. «Έχω έναν συνεργάτη στην Ισπανία που είµαστε και φίλοι. Αλλά και µε αυτόν ξέρουµε πολύ καλά και οι δυο πως όταν είµαστε µέσα στο γραφείο, υπάρχει άλλη πίεση, γίνεται πόλεµος, η φιλία µένει απ’ έξω».
Η λέξη πόλεµος µου τράβηξε το ενδιαφέρον. «Σε αυτόν τον πόλεµο, ποια είναι η πρώτη σκέψη για να αντιµετωπίσετε µια κρίση;» σκέφτοµαι δυνατά. «Ηρεµία», απαντάει κοφτά, «Παγωµένο αίµα. Είναι δύσκολο».
«Για να µπορέσετε να βρείτε αυτήν την ηρεµία, φαντάζοµαι έχετε µια κινητήρια δύναµη, ένα όραµα. Ποιο είναι αυτό;» τον ρωτάω. Κάθεται πιο βαθιά στην καρέκλα του, παίρνει λίγα δευτερόλεπτα για να το σκεφτεί, και επανέρχεται: «Κάθε µέρα µπορεί να µου έρθει κάτι διαφορετικό. Όταν όµως αποφασίσω κάτι, θα το κάνω. Και όταν το κάνω, θέλω να το κάνω σωστά. Μπορεί να καθυστερήσω να κάνω κάτι δέκα χρόνια. Το όραµα δεν παύει, αλλά όταν πω ότι τώρα γίνεται πράξη, θα γίνει πράξη όπως πρέπει. Σωστά. Βασίζοµαι στην προετοιµασία και στην αποφασιστικότητα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι έχουν όραµα γενικώς και αορίστως, χωρίς να µπορούν να πουν κάτι άλλο για αυτό. Τι όραµα; Όραµα είναι κάτι που µπορείς να φανταστείς να γίνεται και να προετοιµάσεις: Βάλτα κάτω, γράψτα, όχι απλά λόγια».

«Μπορεί να καθυστερήσω να κάνω κάτι δέκα χρόνια αλλά όταν πω ότι τώρα γίνεται πράξη, θα γίνει πράξη όπως πρέπει».
«Σε µία παλιότερη συνέντευξή σας είδα µια φωτογραφία µε τον γιο σας. Ετοιµάζεται η επόµενη γενιά;» ρωτάω ελαφραίνοντας το κλίµα. Χαµογελώντας απαντάει: «Θέλω να κάνει κάτι µε το οποίο έχει πάθος. Σίγουρα θα µου άρεσε να ασχοληθεί µε τα ναυτιλιακά, αλλά τον βλέπω σπίτι, είναι performer. Αν αυτό τον κάνει χαρούµενο και το κάνει µε πάθος, θα µε έκανε εξίσου χαρούµενο ότι και να κάνει».
«Εσείς αναλάβατε την επιχείρηση 18 χρονών. Είχατε αυτό το πάθος για τα ναυτιλιακά από τότε;» ρωτάω αφού επιτέλους µπορώ να γυρίσω σε πιο κλασικές ερωτήσεις. «Όχι, δεν είχα πάθος τότε», απαντάει ειλικρινά. «Αλλά απέκτησα πολύ σύντοµα. Κλήθηκα από νωρίς να αντιµετωπίσω δύσκολες καταστάσεις, και να πραγµατοποιήσω το όραµά µου. Το όραµα χωρίς πάθος δε µπορεί να γίνει πραγµατικότητα».

«Κλήθηκα από νωρίς να αντιµετωπίσω δύσκολες καταστάσεις, και να πραγµατοποιήσω το όραµά µου».
Από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον, κλείνω τη συνέντευξη µε την αγαπηµένη µου ερώτηση: «Τι προτιµάτε να πίνετε;». Απαντάει σοβαρά, σαν να το περίµενε: «Εκτιµώ ένα καλό κόκκινο κρασί µε πολλές τανίνες. Αγαπηµένο µου είναι το Chocolate Block του οινοποιείου Boekenhoutskloof, στη Νότια Αφρική. Φυσικά, θα προτιµήσω και ένα καλό ουίσκι όπως το MACALLAN 18 ετών -το double cask». Μια απάντηση µε μεστό γούστο, κάτι που περίµενα από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα µπροστά στο κτήριο.
Διαβάστε ακόμα: Θεόφιλος Βασιλειάδης. «Στο επιχειρείν, focus is the new genius!».




